ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι εμφύλιοι πόλεμοι (Α΄)

Οι εμφύλιοι πόλεμοι (Α΄)

Οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι τα οδυνηρότερα κεφάλαια του αγώνα για την απελευθέρωση. Πίσω από τα γεγονότα βρίσκονται συναισθηματικές σταθερές, οι οποίες επηρέασαν τόσο την πορεία της επαναστάσεως όσο και τη μετέπειτα διαδρομή του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Η σύγκρουση με τον Οθωμανό κατακτητή εξελίχθηκε σε αναμέτρηση με μακραίωνες ισορροπίες που εκ των πραγμάτων ετίθεντο υπό αμφισβήτηση. Η νέα όμως ιστορική προοπτική είχε μεν στόχο τη δημιουργία εθνικού κράτους, αλλά οι φορείς της ήταν προνεωτερικά υποκείμενα και οι πράξεις τους έφεραν το αποτύπωμα του ψυχισμού τους, αναντίστοιχο προς τους δεδηλωμένους σκοπούς των.
 
Οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες δεν ομοφωνούν υποχρεωτικά. Το εθνικό κράτος στρέφεται προς το όλον και το μέλλον, την ιδέα του ωστόσο έπρεπε να υλοποιήσει ο άνθρωπος της εθνοτικής κοινότητος. Θεωρητικά ετίθετο ζήτημα αναθεωρήσεως των παραδοσίμων θεσμών στην ελεύθερη Ελλάδα, αλλά μόνος βιωμένος χρόνος ήταν η οιονεί φυσική των πάντων επανάληψη, ξένη προς τη συνείδηση της ιστορίας. Eτσι εξ αρχής το νεοελληνικό κράτος περιελάμβανε ήθη, έθιμα, νοοτροπίες, συμπεριφορές ριζωμένα στη διαγωγή περασμένων καιρών. Oμως αφ’ ης στιγμής το πολιτικό πλαίσιο είναι ασύμβατο με τον τρόπο υπάρξεως των ανθρώπων, το αίσθημα της ενότητος κλονίζεται εύκολα και το δέλεαρ της εξουσίας ενθαρρύνει τις διχοστασίες.
 
Η ανάγκη του επαναστατημένου έθνους να συγκροτηθεί πολιτικά και να αποκτήσει κεντρική κυβέρνηση, όσο ήταν ρεαλιστική άλλο τόσο διαμόρφωνε τις συνθήκες της διαμάχης για την εξουσία. Προύχοντες και οπλαρχηγοί διεκδικούσαν, καθείς για λογαριασμό του, την αρχή, ενώ στο νεότερο κράτος η λαϊκή ψήφος παραδίδει για ορισμένο διάστημα σε κάποιον από τους διεκδικητές την άσκηση της εξουσίας χωρίς να μηδενίζει τον αντίπαλο. Δεν είναι το ίδιο να κυβερνάς ένα κράτος ιδρυμένο σε θεσμούς, με το να σου ανήκει μια επαρχία πάππου προς πάππου. Και οι δύο παρατάξεις πολεμούσαν για την απελευθέρωση χωρίς σχέδιο για την κοινωνία της επομένης ημέρας, με νοοτροπίες εγκλωβισμένες στο παρελθόν, αντικείμενο διαφοράς την εξουσία και διάθεση να ταπεινώσουν έως να καταστρέψουν τον αντίπαλο. Από την εχθρότητα διαμόρφωναν ταυτότητα και περίμεναν επιβεβαίωση.
 
Η διχόνοια κάνει την εμφάνισή της το καλοκαίρι του 1821, με αφορμή την ηγεσία του επαναστατικού αγώνα. Eπρεπε να κυβερνούν οι προεστοί με τους πολιτικούς ή οι στρατιωτικοί; Στην εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου επικράτησαν πλήρως οι πρώτοι και δημιουργήθηκε στα χαρτιά ένα «κράτος» με αυτόνομες περιφερειακές αρχές που αναπαρήγαν διευρυμένα τα προεπαναστατικά κοινοτικά σχήματα: η πελοποννησιακή Γερουσία, ο Οργανισμός Δυτικής Χέρσου Ελλάδος και η Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Την κεντρική κυβέρνηση θα αποτελούσαν μια νομοθετική επιτροπή, το Βουλευτικό, και ένα πενταμελές διευθυντήριο, το Εκτελεστικό. Οι αρμοδιότητες του ενός σώματος ακύρωναν εκείνες του άλλου και δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά στη Φιλική Εταιρεία. Πρόεδρος του Εκτελεστικού ορίσθηκε ο Αλ. Μαυροκορδάτος και του Βουλευτικού «τιμής ένεκεν» ο απών Δημ. Υψηλάντης. Γενικώς ψηφίσθηκε ένα Σύνταγμα ερήμην των κοινωνικών συνθηκών του τόπου και της νοοτροπίας των κατοίκων του. Οι εισηγητές των διατάξεών του έβαλαν την ευρωπαϊκή τους μόρφωση και πολιτική αντίληψη πάνω από την ελληνική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα ένα κείμενο ανεφάρμοστων προβλέψεων που άφηνε να πρωταγωνιστούν αντί των θεσμών τα πρόσωπα και ευνοούσε τη ρήξη με την οραματική μνήμη που κυβερνούσε τις ψυχές. Η απουσία καθαρής προοπτικής ωθούσε προς την αρχομανία, η οποία υπηρετούσε με τη σειρά της την αυτοβεβαίωση. Η διακήρυξη της ελληνικής ανεξαρτησίας, πανηγυρική εισαγωγή στο δράμα που ακολούθησε.
 
Το 1822 η ένταση μεταξύ πελοποννησίων προκρίτων και οπλαρχηγών έγινε διένεξη, η οποία έλαβε δημόσιο χαρακτήρα στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Αστρους (29-3 έως 13-4, 1823). Τότε Υδραίοι και Ρουμελιώτες, που ένιωθαν αδικημένοι επειδή στο Εκτελεστικό εξελέγησαν τέσσερις Πελοποννήσιοι, ένας Κεφαλλονίτης και κανένας δικός τους, προσπάθησαν να επιβληθούν στους προεστούς του Μωριά, οι οποίοι όμως αντέδρασαν συμπράττοντας με τους καπεταναίους και τον Κολοκοτρώνη, οπότε το Βουλευτικό αφαίρεσε το συνταγματικό προνόμιο του Εκτελεστικού να διορίζει χωρίς την έγκρισή της κυβερνήτες στις εξήντα επαρχίες που αντικατέστησαν τις παραδοσιακές περιφερειακές αρχές και υπάγονταν πλέον στην κεντρική διοίκηση όπως και το δικαίωμα να λαμβάνει έκτακτα μέτρα. Ετσι, το καλοκαίρι του 1823 υπήρχαν στην επαναστατημένη Ελλάδα δύο κέντρα εξουσίας και στα τέλη του ίδιου χρόνου μία κυβέρνηση του Εκτελεστικού στην Τρίπολη, ελεγχόμενη από τον συνασπισμό των πελοποννησίων προυχόντων και των οπλαρχηγών, η οποία εν συνεχεία μετεφέρθη στο Ναύπλιο, και μία του Βουλευτικού στο Κρανίδι. Κεντρικά πρόσωπα της πρώτης ήταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Κανέλλος Δεληγιάννης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης· της δεύτερης ο Γεώργιος Κουντουριώτης, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι πρόκριτοι της Αχαΐας Ανδρέας Ζαΐμης και Ανδρέας Λόντος. Με δύο εχθρικές ανάμεσά τους κυβερνήσεις, η επανάσταση οδηγήθηκε στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος αρχίζει τον Νοέμβριο 1823, για να κορυφωθεί στην περίοδο Ιανουαρίου – Ιουνίου 1824. Επικράτησε η κυβέρνηση του Κρανιδίου, ενισχυμένη εν τω μεταξύ με τα χρήματα του αγγλικού δανείου.

Η καθοριστική τροπή των πραγμάτων (βλ. Απ. Βακαλόπουλου, «Ιστορία του νέου Ελληνισμού», τ. ΣΤ΄, σελ. 458 επ.) αρχίζει τον Μάρτιο του 1824, όταν η κυβέρνηση Κουντουριώτη διέταξε τον φρούραρχο του Ναυπλίου Πάνο Κολοκοτρώνη να της ετοιμάσει καταλύματα. Εκείνος δεν την αναγνωρίζει και η κυβέρνηση τον κηρύσσει «αποστάτην και εχθρόν του ελληνικού έθνους» αποκλείοντας ταυτόχρονα την πόλη από ξηρά και θάλασσα. Οι συγκρούσεις που ακολουθούν μετέτρεψαν τη διένεξη σε εμφύλιο πόλεμο. Ο Λόρδος Βύρων προκαταβάλλει έναντι του δανείου, η δε κυβέρνηση υπόσχεται μισθούς και βαθμούς και κατορθώνει να προσεταιρισθεί στρατιωτικούς του παλαιού Εκτελεστικού ώστε πολύ σύντομα ο Π. Κολοκοτρώνης από 1.100 πολεμιστές που διέθετε, να μείνει με 500. Ηδη το 1823 ο Μαυροκορδάτος είχε μοιράσει 14.000 διπλώματα προβιβασμών και 40.000 μισθών, ώστε διά των όπλων και του δανείου η κυβέρνηση του Κρανιδίου σταδιακά να νομιμοποιηθεί και στα μέσα του 1824 να εδραιωθεί. Εν τω μεταξύ, ενώ ο Κολοκοτρώνης είχε παραδώσει συμβιβαστικά στον Λόντο τον Απρίλιο την Τριπολιτσά, τώρα επανέρχεται και την πολιορκεί επειδή αντί να μείνει ελεύθερη, όπως είχε συμφωνηθεί, κατελήφθη από την κυβέρνηση του Κρανιδίου. Η ατελέσφορη τούτη πολιορκία είχε καθημερινώς νεκρούς και τραυματίες από τα δύο μέρη, όπως θύματα είχαν ταραχές και συγκρούσεις που ξεσπούσαν σε άλλα σημεία της Πελοποννήσου. 
 
Προς τα τέλη Μαΐου η κυβέρνηση προσέφερε 25.000 γρόσια στον Π. Κολοκοτρώνη για να παραδώσει το Ναύπλιο, το οποίο συνέβη τον Ιούνιο. Ο Θ. Κολοκοτρώνης τότε παραδέχθηκε την ήττα του και ο πρώτος εμφύλιος έληξε με γενική αμνηστία. Το τέλος του πρώτου εμφυλίου πολέμου δεν ηρέμησε τα πνεύματα. Η εκλογή του Γ. Κουντουριώτη στην προεδρία του Εκτελεστικού με την παράλληλη προσχώρηση του Κωλέττη και των Ρουμελιωτών στο στρατόπεδο των Νησιωτών και του Μαυροκορδάτου, η παραλαβή του δευτέρου αγγλικού δανείου και ο παραγκωνισμός των πελοποννησίων συμμάχων Λόντου και Ζαΐμη, έκαναν τους αντιπάλους του πρώτου εμφυλίου να προχωρήσουν στην άγρια σύγκρουση του δευτέρου. Η κυβέρνηση θέλησε να ταπεινώσει τους προκρίτους της Αχαΐας για τον συμβιβασμό της Τριπολιτσάς, τους επέπληξε και τους έδωσε πολύ λιγότερα χρήματα από όσα είχαν ζητήσει. Εκείνοι, που διατηρούσαν όμως τη μωραΐτική τους συνείδηση και δεν ήθελαν να εκμηδενισθούν οι συμπατριώτες τους, άρχισαν αλληλογραφία μαζί τους, συμμάχησαν και προσπάθησαν από κοινού να ξεσηκώσουν τους Πελοποννησίους κατά της κυβερνήσεως. Διαδίδουν ότι τα χρήματα του δανείου σπαταλώνται και δικαιολογούν την πολιτική τους μετατόπιση διακηρύσσοντας πως οι πράξεις τους ταυτίζονται με τα συμφέροντα του έθνους. Ανδρούτσος, Γκούρας, Καραϊσκάκης, Τζαβέλλας συμπράττουν με την κυβέρνηση και όλα δείχνουν προς νέα σύγκρουση, η οποία πράγματι δεν θ’ αργήσει.
 
Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος αρχίζει τον Οκτώβριο – Νοέμβριο 1824 και τελειώνει τον Μάιο του 1825. Εν ονόματι της «αποκαταστάσεως των δικαίων του έθνους», η κυβέρνηση προχώρησε αδίστακτα στην αδελφοκτόνο σύρραξη. Το εξωτερικό συμβάν είναι ότι σε δύο μήνες οι Ρουμελιώτες και Σουλιώτες σύμμαχοι – μισθοφόροι της κυβερνήσεως θα γείρουν την πλάστιγγα αποφασιστικά υπέρ της. Το εσωτερικό, πολύ πιο κρίσιμο, είναι ότι αντιμετώπισαν την Πελοπόννησο σαν εχθρική χώρα, τη λυμαίνονταν, σκότωναν αδιακρίτως ενόπλους και αόπλους, λεηλατούσαν περιουσίες και σοδειές. Τέλη Δεκεμβρίου ο Κολοκοτρώνης και ο Δεληγιάννης, μαζί με άλλους προύχοντες, παραδίδονται και τους κλείνουν στη Μονή Προφήτου Ηλιού της Υδρας. Θα απελευθερωθούν στις 19 Μαΐου υπό την πίεση των καταστροφικών εξελίξεων στα πεδία των μαχών: Ο εχθρός είχε περιορίσει την ελληνική διοίκηση στην Αργολίδα και σε μία μικρή της Μεγαρίδος. Ως αρχιστράτηγος πλέον, ο Κολοκοτρώνης με τακτική ανταρτοπολέμου, καμένης γης και σκληρότητος απέναντι στους προσκυνημένους, επέτυχε να κρατήσει κάπως την επανάσταση στη ζωή· οι επιτυχίες του Καραϊσκάκη της έδωσαν μια πνοή, η οποία όμως έγινε ηττοπάθεια με τον αιφνιδιαστικό του θάνατο, ενώ η πτώση του Μεσολογγίου υπήρξε μεγάλη απώλεια και συγχρόνως τεράστια ηθική νίκη, που έφερε κοντά τη λύτρωση του Ναυαρίνου. Ο δεύτερος εμφύλιος ήταν αναμέτρηση εκμηδενισμού του αδελφού αντιζήλου, με παραδειγματική αδιαφορία για τις επιτυχίες του Ιμπραήμ αλλά και για το αδιέξοδο της επαναστάσεως. Η εμπάθεια των δύο ανταγωνιστών προδιέγραφε τον έσχατο κίνδυνο που διέτρεχε το έθνος. Οι Ρουμελιώτες επεδίωκαν να καταστρέψουν ολοσχερώς την Πελοπόννησο και ο στόχος της εισβολής τους είχε σαφηνισθεί εκ των άνω απερίφραστα με μέτρα μίσους χωρίς όρια. Ο Κωλέττης θα εκλογικεύσει και θα εξωραΐσει την αγριότητα, όταν απευθυνόμενος στους οπλαρχηγούς του θα γράψει: «Αδελφοί, οι Μωραΐτες ελύσσαξαν από τα πολλά τους πλούτη, τα οποία ήρπασαν από τους Τούρκους της Τριπολιτσάς (…) και προσπαθούν να αντικαταστήσουν τον Κιαμήλμπεην και τους λοιπούς μπέηδες και αγάδες. Και σεις τρέχετε αυτού χωρίς ψωμί, τσαρούχι, χωρίς φορέματα, με μίαν παλαιόκαπαν, καταβασανίζεσθε. Τι λοιπόν περιμένετε; Αλλην αρμοδιωτέραν και ευτυχεστέραν διά σας περίστασιν δεν θέλει εύρετε ποτέ, διά να πλουτίσετε μεγάλοι και μικροί. Τώρα άνοιξαν διά σας δύο πηγαί πλούτου, οι λίρες του δανείου και τα πλούσια λάφυρα του Μορέως. Τι άλλο πλέον επιθυμείτε;» (Καν. Δεληγιάννη, «Απομνημονεύματα», τ. Β΄, σελ. 319, εκδ. Πελεκάνος).
 
Τα πράγματα είναι τώρα πολύ χειρότερα από τον πρώτο εμφύλιο. Ξετυλίγονται σκηνές φρίκης με λεηλασίες, εμπρησμούς, εξευτελισμούς, βασανιστήρια, φόνους. Τα συνοψίζει στα «Ενθυμήματά» του ο Κασομούλης, με λιτότητα που λέει πολλά (τ. 2, σελ. 10): «Εις όλα τα χωρία εβλέπαμεν τον τρόμον ζωγραφισμένον εις το πρόσωπον των πολιτών από τα βάρη όπου υπόφεραν με την διάβασιν των στρατευμάτων· άκρα σιωπή, παράπονον καθόλου αλλά ούτε ευχαρίστησιν, απ’ όπου και αν επεράσαμεν (…) το κερδησμένον κόμμα ελύσσαζεν κατά των εναντίον». Επίσης ο Φωτάκος («Απομνημονεύματα», τ. 2, σελ. 345) μαρτυρεί πως οι Ρουμελιώτες και οι Σουλιώτες εισβολείς «όθεν επέρνον κατέστρεφον και ελαφυραγώγουν τα χωρία (…) δεν αφήκαν καμμιάς γυναικός σκουλαρίκια (ενώτια), ούτε κασέλα κλειδωμένην. Οι στρατιώται δε ούτοι ήσαν κακοήθεις και βλάσφημοι εις τον θεόν και αυτοί και οι καπεταναίοι των, διά τούτο όχι μόνον τους ανθρώπους αλλά και τας εκκλησίας εγύμνωσαν, διότι πολλοί από αυτούς ήσαν μαζώματα, αλλόφυλοι και αλλόθρησκοι, δεν ήσαν μέλη ελληνικά, αλλά μάλλον θηρία». Από την πλευρά του ο Δεληγιάννης γράφει (ο.π. τ. Β’, σελ. 333-4): «Το να εξιστορήσει δε κάλαμος ανθρώπινος τας αρπαγάς, τας κακώσεις, τας βιαιοπραγίας, τας παραβιάσεις υπάνδρων και παρθένων γυναικών, τας οποίας έπραξαν ο Γκούρας, ο Τσιαβέλλας, ο Καραϊσκάκης και συντροφία εις τας επαρχίας εκείνας, όθεν διέβησαν, είναι αδύνατον, καθότι μήτε και αυτοί οι Τούρκοι επί της επαναστάσεώς μας έπραξαν τοιαύτας αθεμιτουργίας, αλλ’ ουδ’ οι Aραβες επί Ιμπραήμ πασιά, τα οποία αυτά εφόβισαν τους δυστυχείς κατοίκους των επαρχιών όλων της Πελοποννήσου, όθεν διέβαινον τα Κωλεττικά στρατεύματα, και έφευγον με τας οικογένειάς των εις τα όρη, εις τα δάση και εις τα σπήλαια εν καιρώ χειμώνος διά να σωθώσιν από τας ανουσιουργίας αυτών των ανθρωπομόρφων θηρίων».
 
Πώς να χειριστούμε το θέμα; Οι μελετητές του αγώνα για την ανεξαρτησία γνωρίζουν αλλά συνήθως αποφεύγουν τα καθέκαστα των εμφυλίων του. Είναι κάτι πολύ δυσάρεστο που αμαυρώνει τη δόξα του. Είτε καταγράφουν χονδρικά τα συμβάντα σαν περιστατικά χωρίς ανθρωπολογικό βάθος είτε αρκούνται σε αντιθετικά σχήματα ιδιοτελών και ανιδιοτελών προυχόντων και πολεμιστών, προοδευτικών και συντηρητικών, γηγενών και ξενοτρόπων κ.ο.κ. Αυτοπεριορίζονται ίσως από φόβο μήπως υποτιμήσουν το μεγαλείο του Εικοσιένα ή δημιουργήσουν την εντύπωση ότι όντως το πράττουν. Στα σχολεία πάλι τους προσπερνούν βιαστικά σαν απλά επεισόδια της μεγάλης ιστορίας. Το αποτέλεσμα είναι να απωθείται ένα κομβικό ζήτημα της Εθνεγερσίας, αποκαλυπτικό της ψυχολογίας και της νοοτροπίας των Ελλήνων, και να μένουν σκοτεινός γρίφος οι πολλαπλές επανεμφανίσεις του αργότερα, εις βάρος της αυτογνωσίας μας και της προκοπής του τόπου. Εννοείται ο ερευνητής του κρίσιμου αυτού κεφαλαίου των γενεθλίων της Νεωτέρας Ελλάδος, όχι μόνο δεν υποβαθμίζει τίποτε αλλά αντιθέτως βοηθά να αναδειχθούν εσωτερικά κέντρα ιδιαίτερης σημασίας, για όσα επακολούθησαν στα επόμενα διακόσια χρόνια της τρικυμιώδους ιστορίας μας. Το παρελθόν δείχνει επίμονα προς μία καταστατική εθνική μας αντίφαση, κάτι το οποίο κάνει συχνά άτομα και κοινωνικές ομάδες να είναι «πότε διάβολοι και πότε άγγελοι» κατά το πρότυπο του Καραϊσκάκη, και που ο ποιητής ανάγει σε «αγγελικό και μαύρο φως» της ζωής και της ψυχής μας.
 
Προσωπικά τιμώ βαθιά το Εικοσιένα και κρατώ ότι το εναρκτήριο αφυπνιστικό δίλημμα «ελευθερία ή θάνατος», που έγινε η θρυαλλίδα του ξεσηκωμού, εξέφραζε μια νέα συλλογική αυτοσυνείδηση η οποία καθιστούσε σαφές πως χωρίς ελευθερία η ζωή δεν έχει αξία και νόημα. Μ’ αυτή τη βεβαιότητα και θυσιαστική επιλογή, ο Ρωμιός προχώρησε στην υπέρβαση της επιβιώσεως, που τον κρατούσε ως τότε υποταγμένη οντότητα. Αλλά σε τέτοια μεγάλα πετάγματα πρέπει κανείς να γνωρίζει πού κρύβεται και καιροφυλακτεί η μικρότης και να επαγρυπνεί, πράγμα το οποίο ισχύει εξ ίσου για το παρελθόν όπως και για το μέλλον. Ως μέρος του ιδρυτικού γεγονότος της νεότερης ιστορίας μας, οι εμφύλιοι του Εικοσιένα δεν υπήρξαν μόνο πικρά γεγονότα για όσους τα έζησαν, ήταν και προειδοποίηση στις επερχόμενες γενεές να μην αποκτήσει ο διχασμός για το έθνος μας δύναμη πεπρωμένου.
 
* Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.