ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εγκλωβισμένος στο χάος της Καμπούλ

Η περιπέτεια ενός Αφγανού πρώην διερμηνέα, συνεργάτη του Ελληνικού Στρατού, και η απεγνωσμένη έκκληση για βοήθεια

Εγκλωβισμένος στο χάος της Καμπούλ

Ενα μεσημέρι στις αρχές Απριλίου του 2021, στο λόμπι του ξενοδοχείου Serena στην Καμπούλ στεκόταν ένας άνδρας. Ηταν ο Ανδρέας Παπασταύρου, ο πρέσβης της Ελλάδας στο Ισλαμαμπάντ. Είχε έρθει στην αφγανική πρωτεύουσα για να παραδώσει τα διαπιστευτήριά του στην αφγανική κυβέρνηση κι εγώ, ως Ελληνίδα που ζούσα στο Αφγανιστάν, είχα ζητήσει να συναντηθώ μαζί του. Μαζί μου στο λόμπι ήταν ένας φίλος μου. Ενας νεαρός, αδύνατος Αφγανός με μεγάλο χαμόγελο. Θα τον λέω Χαλίλ*. Τον πρέσβη Παπασταύρου τον συναντούσα για πρώτη φορά. Οταν του συστήθηκα, του σύστησα και τον Αφγανό φίλο μου, προσθέτοντας: «Είναι πρώην διερμηνέας του Ελληνικού Στρατού στο Αφγανιστάν, ο τελευταίος που έχει μείνει εδώ». «Χαίρω πολύ», του απάντησε στα ελληνικά ο νεαρός Αφγανός και έπειτα από μια πολύ σύντομη συζήτηση μεταξύ μας σε άπταιστα ελληνικά, έφυγε. Λίγο αργότερα, στον κήπο του ξενοδοχείου, πριν αποχαιρετήσω τον κ. Παπασταύρου, του ζήτησα μια χάρη. «Σας παρακαλώ, βοηθήστε με να φέρουμε τον πρώην διερμηνέα και την οικογένειά του στην Ελλάδα. Είναι η τελευταία μας ευκαιρία».

Πριν του είχα θυμίσει μια ξεχασμένη ιστορία. Για το πρώτο ρεπορτάζ της «Καθημερινής» που έκανα το 2014 για διερμηνείς του Ελληνικού Στρατού που ήταν ήδη εγκλωβισμένοι, για την εντολή να τους δοθούν βίζες από την τότε ελληνική κυβέρνηση και τον τότε υπουργό Αμυνας Νίκο Δένδια, για το ξαφνικό «πάγωμά» τους από συγκεκριμένο διπλωμάτη με την επόμενη κυβέρνηση το 2015 και, τέλος, για όλες τις άκαρπες προσπάθειες και τα ρεπορτάζ που είχαν γίνει από τότε για να ενδιαφερθεί κάποιος.

Λίγες μέρες αργότερα ήρθε στο κινητό μου ένα μήνυμα από το Ισλαμαμπάντ. Ηταν από τον Ανδρέα Παπασταύρου. «Αναμένω μήνυμά σας για να θέσω σε κίνηση τη διαδικασία διευθέτησης του προβλήματος του συμπαθέστατου και φιλικότατου διερμηνέα». Και κάπως έτσι (ξανα)ξεκίνησαν όλα.

Οι συνεργάτες

Στις 8 Αυγούστου, μία εβδομάδα προτού οι Ταλιμπάν πάρουν τον έλεγχο όλης της χώρας, η «Εφημερίδα των Συντακτών» δημοσίευσε ένα άρθρο για περίπου 10 Αφγανούς που συνεργάστηκαν με τον Ελληνικό Στρατό στο Αφγανιστάν και ζητούσαν να έρθουν στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είχε παρουσία στο Αφγανιστάν από την περίοδο 2002-2012 με την ΕΛΔΑΦ (Ελληνική Δύναμη Αφγανιστάν), η οποία μετά μετονομάστηκε σε ΤΕΣΑΦ (Τάγμα Ειδικής Σύνθεσης Αφγανιστάν). Εκεί εργαζόταν ένας Αφγανός ως διερμηνέας, ο οποίος παρουσιάστηκε στο ρεπορτάζ, και άλλοι Αφγανοί που επίσης πρωτοπαρουσιάστηκαν στο συγκεκριμένο ρεπορτάζ, και συνεργάστηκαν ως εργάτες.

Ταυτόχρονα, μεταξύ του 2010 και του 2012, η Ελλάδα είχε στείλει στην Καμπούλ Ομάδα Επιχειρησιακών Συμβούλων και Συνδέσμων (OMLT), η οποία συνεργαζόταν απευθείας με τον αμερικανικό στρατό σε αμερικανικό στρατόπεδο της Καμπούλ και εκπαίδευε τον αφγανικό στρατό. Εκεί εργάστηκαν πέντε Αφγανοί ως διερμηνείς των Ελλήνων στρατιωτικών. Σε αυτούς αναφέρονταν όλα τα ρεπορτάζ της «Καθημερινής» και σε αυτούς είχε δοθεί υπόσχεση για την έκδοση βίζας το 2015, μιας και η σύνδεσή τους με τις αμερικανικές δυνάμεις, όχι μόνο με τις ελληνικές, τους έθετε σε άμεσο κίνδυνο. 

Ο τελευταίος διερμηνέας της ομάδας των Ελλήνων ΟΜLT που παραμένει στο Αφγανιστάν (οι υπόλοιποι έφυγαν παράνομα μόνοι τους τα προηγούμενα χρόνια) είναι ο Χαλίλ, ο οποίος μαζί με την οικογένειά του και κάποιους άλλους Αφγανούς που πρόσφατα ζήτησαν να έρθουν στην Ελλάδα συμμετείχαν στις προσπάθειες απεγκλωβισμού τους στα τέλη Αυγούστου. Εδώ αναφέρω αυτές τις προσπάθειες μέσα από τις συνομιλίες μου με τον Χαλίλ.

Το χρονικό

Από την άνοιξη, η κατάσταση στο Αφγανιστάν χειροτέρευε μέρα με τη μέρα. Στις 14 Απριλίου ο πρόεδρος Μπάιντεν μόλις είχε ανακοινώσει πως θα αποσύρει όλα τα αμερικανικά στρατεύματα σε λίγους μήνες. Οι ειρηνευτικές συνομιλίες είχαν ουσιαστικά καταρρεύσει. Ολοι γνωρίζαμε πως οι Ταλιμπάν θα επιστρέψουν με κάποιο τρόπο, απλώς δεν ξέραμε ακριβώς πότε και πώς. Οι Αφγανοί ήδη έφευγαν μαζικά ή έψαχναν τρόπο να φύγουν από τη χώρα. Οι δολοφονίες κυβερνητικών, ακτιβιστών, γυναικών, οι επιθέσεις και οι εκρήξεις είχαν γίνει απλώς μια ρουτίνα σε όλη τη χώρα, ειδικά στην Καμπούλ. Δεν κυκλοφορούσαμε μόλις έπεφτε το σκοτάδι. Ημασταν χωρίς ρεύμα το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Στους δρόμους αλλάζαμε συνεχώς διαδρομές για να μην εγκλωβιστούμε στην κίνηση και ανατιναχτεί κάποιο αυτοκίνητο δίπλα μας. Και μόλις αποχαιρετούσα κάποιον, πάντα του ζητούσα να μου στείλει μήνυμα πως έφθασε ασφαλής στο σπίτι του. Ειδικά στον Χαλίλ.

Τον γνώρισα στην Ελλάδα το 2006. Την ίδια χρονιά επιστρέψαμε μαζί στο Αφγανιστάν, όπου επανενώθηκε με την οικογένειά του που είχε χάσει στον εμφύλιο όταν ήταν παιδί. Και τότε, ξαφνικά, βρέθηκα κι εγώ με μια μεγάλη αφγανική οικογένεια που με τα χρόνια όλο και μεγάλωνε. Ο Χαλίλ παντρεύτηκε, έκανε τα δικά του παιδιά και τα βλέπαμε όλοι μαζί να μεγαλώνουν, να πηγαίνουν στο σχολείο και να αριστεύουν. Τη μικρή του κόρη την έδωσαν να την κρατήσω στα δικά μου χέρια όταν φεύγαμε όλοι μαζί από το μαιευτήριο της Καμπούλ, μέσα σε μια κουβέρτα που τρέξαμε να αγοράσουμε τελευταία στιγμή από ένα κοντινό παζάρι. Την ονόμασαν Ελενα.

Εως τα τέλη Απριλίου, ο πρέσβης Παπασταύρου είχε ψάξει και είχε βρει την υπόθεση των διερμηνέων στα αρχεία της πρεσβείας στο Ισλαμαμπάντ. Λίστες με ονόματα, αλληλογραφίες, ήταν ακόμα όλα εκεί. Μου είπε να ζητήσω από τον Χαλίλ να γράψει ένα γράμμα για την υπόθεσή του στα ελληνικά, ώστε να φτιάξει ένα φάκελο και να τον στείλει στην Αθήνα. Το γράμμα ήταν έτοιμο στις αρχές Μαΐου και ο φάκελος στάλθηκε από το Ισλαμαμπάντ στην Αθήνα.

Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, έγινε ξεκάθαρο από όλους τους διπλωμάτες, Ελληνες και ξένους, πως για οποιαδήποτε ενέργεια, ο Χαλίλ, η γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά τους έπρεπε να έχουν ταξιδιωτικά έγγραφα για να βγουν από το Αφγανιστάν. Τα διαβατήρια που είχαν βγάλει πριν από έξι χρόνια για τις βίζες που τους είχε υποσχεθεί τότε η Ελλάδα είχαν λήξει. Και δεν υπήρχαν καθόλου χρήματα για καινούργια. Επιπλέον, είχαν γεννηθεί δύο ακόμα παιδιά που δεν είχαν καν κάποια ταυτότητα – προϋπόθεση για την έκδοση αφγανικού διαβατηρίου με κόστος γύρω στα 100 δολάρια το καθένα. Για να προχωρήσει η υπόθεση του διερμηνέα (καθώς παράλληλα στην Αθήνα τα υπουργεία επεξεργάζονταν ξανά ονόματα και λίστες για πολλοστή φορά από το 2015) χρειάζονταν χρόνος και χρήματα. Και δεν υπήρχε τίποτα από τα δύο.  

Εγκλωβισμένος στο χάος της Καμπούλ-1
Τα παιδιά του Χαλίλ, έντρομα, έξω από το αεροδρόμιο της Καμπούλ, στις 17 Αυγούστου. Η επιβίβαση της οικογένειας στη φινλανδική πτήση προς την ελευθερία αποδείχθηκε ανέφικτη…

Με το όπλο παρά πόδα

Οι Ταλιμπάν από τον Μάιο επέλαυναν σε όλη τη χώρα. Οι συζητήσεις μας στην Καμπούλ είχαν αρχίσει να περιστρέφονται γύρω από έναν επερχόμενο εμφύλιο και σχέδια προστασίας και διαφυγής. Ολοι ήταν οπλισμένοι και περίμεναν. Με την Αφγανογαλλίδα συγκάτοικό μου είχαμε δώσει τα στοιχεία μας στη γαλλική πρεσβεία στην Καμπούλ για πιθανή απομάκρυνσή μας σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης (η γαλλική πρεσβεία είχε αρχίσει να εκκενώνει το προσωπικό της τον Μάιο και Γάλλους πολίτες από τον Ιούνιο). Οι τράπεζες είχαν αρχίσει να έχουν πρόβλημα ρευστότητας. Ηδη 10.000 Αφγανοί στριμώχνονταν κάθε μέρα έξω από το γραφείο διαβατηρίων. Μόνο 2.000 αιτήσεις την ημέρα μπορούσαν να εγκριθούν. Εφυγα από το Αφγανιστάν για οικογενειακούς λόγους στα μέσα Ιουνίου.

Στις 13 Αυγούστου ήμουν ακόμα στην Ελλάδα. Ο Χαλίλ ήταν ήδη σε απευθείας επαφή με το γραφείο της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο Αφγανιστάν μέσω του πρέσβη Παπασταύρου για να μπορέσει να βγει από τη χώρα. Είχε ξεκινήσει τη διαδικασία έκδοσης ταυτοτήτων ώστε μετά να βγάλει διαβατήρια. Ο αφγανικός σύνδεσμος της Ε.Ε. είχε ξεκαθαρίσει πως χωρίς διαβατήρια το γραφείο του δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Τα βράδια που μιλούσαμε με τον Χαλίλ αναρωτιόμασταν αν θα «πέσει» η Καμπούλ τις επόμενες μέρες. Αν θα προλάβουμε – εκείνος να πάρει κάποιο έγγραφο στα χέρια του για να φύγει και εγώ για να επιστρέψω στο σπίτι μου, στη δουλειά μου, στους φίλους και στον σκύλο μου, τη Λουβ. 

«Τι κακό έχουμε κάνει στη ζωή μας και ζούμε τέτοιες μέρες;»

Η Καμπούλ «έπεσε» αναπάντεχα και μέσα σε λίγες ώρες στις 15 Αυγούστου. Οι εμπορικές πτήσεις σταμάτησαν μία μέρα μετά, μαζί με όλη τη ζωή όπως τη γνωρίζαμε εκεί. Το εισιτήριό μου για να επιστρέψω στη δουλειά μου στο Al Jazeera στο Αφγανιστάν ήταν για τότε, 16 Αυγούστου. Εγώ εγκλωβισμένη στην Ελλάδα κι ο Χαλίλ στο Αφγανιστάν, εκείνη την Κυριακή ζούσαμε μαζί το ίδιο χάος και πανικό βλέποντας τους Ταλιμπάν να πλημμυρίζουν τους δρόμους της Καμπούλ. «Θα μείνουμε χωρίς λεφτά και φαγητό, όλοι ξέφυγαν στα σπίτια τους. Θα πεθάνουμε όλοι, σ’ το είχα πει, θα ξυπνήσουμε μια μέρα και θα είναι εδώ οι Ταλιμπάν», μου έλεγε. «Η Μαλαλάι (η Αφγανογαλλίδα συγκάτοικός μου στην Καμπούλ), μου είπαν, φυγαδεύτηκε από τη γαλλική πρεσβεία, δεν ξέρω τι απέγινε το σπίτι μας, τα πράγματά μας, η Λουβ, δεν ξέρω πού είναι όλοι», έλεγα εγώ. Δεν κοιμηθήκαμε όλο το βράδυ.

Μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του τη Δευτέρα είχαν ήδη μπει σε λίστα πτήσης της Φινλανδίας μέσω της Ε.Ε. Ηταν σε επαφή με τον αφγανικό σύνδεσμο της Ε.Ε. και τον πρέσβη Παπασταύρου. «Πώς να φθάσουμε στο αεροδρόμιο με τους Ταλιμπάν έξω; Αν κοπεί το Ιντερνετ; Αν συμβεί κάτι κακό, τι θα γίνει με τα παιδιά μας;» Οταν τελικά έφθασαν στο αεροδρόμιο το βράδυ, στις 21.30, έπρεπε να επιστρέψουν σπίτι. Το μήνυμα στο κινητό του Χαλίλ έγραφε στα αγγλικά: «Για λόγους ασφαλείας δεν υπάρχει πρόσβαση στο αεροδρόμιο. Δεν προσγειώνεται κανένα αεροπλάνο. Μετακινηθείτε σε ασφαλές μέρος».

Στις 17 Αυγούστου, γύρω στη μία το μεσημέρι, ήρθε καινούργιο μήνυμα στο κινητό του. «Πρέπει να πάμε στο αεροδρόμιο αμέσως», μου έγραψε. Μέσα σε δύο μέρες είχαν μαζευτεί πάνω από 20.000 άτομα έξω από το αεροδρόμιο. Αργά το μεσημέρι είχε ξεκινήσει το χάος. «Αμερικανοί και Αφγανοί πυροβολούν μεταξύ τους, ρίχνουν χειροβομβίδες. Ολοι κλαίνε από το πρωί», μου έγραφε καθώς το κινητό μου γέμιζε με φωτογραφίες από τα παιδιά του να ουρλιάζουν από τον φόβο πεσμένα στον δρόμο. Ηταν μαζί με άλλους 70 Αφγανούς που ήταν να μπουν όλοι στην ίδια πτήση. Μετά τις 10 το βράδυ, κι αφού προσπαθούσε όλη μέρα να συνεννοηθεί η Φινλανδία με τους Αμερικανούς, που ήλεγχαν το αεροδρόμιο, για την πτήση τους, τους είπαν από την Ε.Ε. να επιστρέψουν στο σπίτι τους. 

«Είναι τόσο δύσκολα, τόσο χάλια, η γυναίκα μου κλαίει, λέει να μην πάμε καλύτερα. Αν καταλάβουν οι γείτονες ότι κάθε μέρα λέμε ψέματα πως πάμε στο νοσοκομείο, πάμε στην αδελφή μου, αν καταλάβουν πού πάμε πραγματικά, θα φέρουν τους Ταλιμπάν στο σπίτι μας. Καλύτερα να πεθάνουμε έτσι». Απελπίστηκα. Τα μεσάνυχτα επικοινώνησα με υψηλόβαθμο αξιωματούχο της Ευρωπαϊκής Αντιπροσωπείας που γνώριζα στο Αφγανιστάν και που ήταν μέσα στο αεροδρόμιο για να τους βοηθήσει. «Σε ικετεύω», του έγραψα σε μήνυμα. Βρήκα την απάντηση το επόμενο πρωί. «Λυπάμαι, δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω».

Το χάος στο αεροδρόμιο μεγάλωνε ώρα με την ώρα. Μέρα με τη μέρα. Η Αμερική είχε τον πλήρη έλεγχο του ποιος έμπαινε και έφευγε. Το πλήθος μεγάλωνε κι αυτό. Πολλοί με διαβατήρια και βίζες στα χέρια έμεναν έξω. Κι όσο το πλήθος μεγάλωνε, τόσο το φαγητό στο σπίτι του Χαλίλ λιγόστευε. Τα παιδιά έτρωγαν χυλό. Οι τράπεζες, η Western Union, όλες οι προσβάσεις σε μετρητά είχαν κοπεί.

Είχαν ξεκινήσει διπλωματικές προσπάθειες να μπουν σε άλλη πτήση, με νέα έγγραφα. «Κάθε μέρα περνάει σαν ένας χρόνος. Τι κακό έχουμε κάνει στη ζωή μας και ζούμε τέτοιες μέρες;» μου έγραφε ο Χαλίλ, ο οποίος δεν μιλάει αγγλικά. Τα βράδια συμπληρώναμε μαζί τα έγγραφα που του ζητούσαν στα αγγλικά, του έκανα μεταφράσεις σε μηνύματα, ενώ προσπαθούσαμε να βρούμε χρήματα, τρόφιμα και γάλα για τα παιδιά. Ολοι οι φίλοι μου είχαν φύγει από την Καμπούλ. Εκείνος δεν μπορούσε να βγει έξω. Βρήκα έναν Αφγανό έμπορο που μπορούσε να τους δώσει γάλα και γιαούρτι. Αλλά έπρεπε να πάει να τα πάρει. Με ρωτούσε: «Κι αν όταν πάω να πάρω το γάλα μάς φωνάξουν στο αεροδρόμιο;» Και δεν μπορούσα να του απαντήσω.

Εγκλωβισμένος στο χάος της Καμπούλ-2
Φωτογραφία που τράβηξε ο Χαλίλ μέσα από το λεωφορείο που μετέφερε τον ίδιο και την οικογένειά του στο αεροδρόμιο της Καμπούλ, στις 25 Αυγούστου – αυτή τη φορά υπό την εποπτεία των Ισπανών. Στο βάθος διακρίνεται η πύλη, όμως οι Ταλιμπάν δεν τους επέτρεψαν την είσοδο.

Οι αποτυχημένες απόπειρες απόδρασης

Στις 24 Αυγούστου το μεσημέρι ήρθε στο κινητό του ένα έγγραφο από την πρεσβεία της Ισπανίας στην Καμπούλ. Ηταν πλέον υπό την εποπτεία τους και με άδεια να επιβιβαστούν σε πτήσεις μεταξύ 22-24 Αυγούστου. Είχαν ήδη χαθεί δύο μέρες. Στις 11 το βράδυ έπρεπε να είναι σε συγκεκριμένο σημείο της Καμπούλ για να τους παραλάβει με άλλους Αφγανούς ένα λεωφορείο. Στη μιάμιση το πρωί ήταν καθ’ οδόν για το αεροδρόμιο. Εφυγαν τόσο γρήγορα από το σπίτι που σε δύο παιδιά δεν πρόλαβαν καν να βάλουν παπούτσια.

Ως τη μία το μεσημέρι την επόμενη μέρα περίμεναν μέσα στο λεωφορείο λίγο πιο κάτω από την εξωτερική πύλη στην είσοδο του πολιτικού αεροδρομίου. Τους είχαν σταματήσει οι Ταλιμπάν εκεί. Λίγο νωρίτερα είχαν ανακοινώσει πως δεν θα επιτρέψουν σε άλλους Αφγανούς να φύγουν από τη χώρα. Το αεροδρόμιο της Καμπούλ το γνωρίζω πολύ καλά. Η τελευταία πύλη που έπρεπε να φτάσουν για να περάσουν τους Αμερικανούς στρατιώτες και όπου τους περίμενε ο πρέσβης Παπασταύρου, ο οποίος είχε έρθει από το Ισλαμαμπάντ, ήταν πάνω από 800 μέτρα μακριά. Ενδιάμεσα υπήρχαν κι άλλα σημεία φύλαξης από τους Ταλιμπάν. Κανένας ξένος δεν επιτρεπόταν να βγει τόσο μακριά από την πύλη που φύλαγαν οι Αμερικανοί. Σε λίγο γκρεμίστηκαν όλα.

«Οι Ταλιμπάν μας έβγαλαν έξω από το αεροδρόμιο, όχι μόνο εμάς, παραπάνω από 400 άτομα. Χωρίς να πουν τίποτα, με πολλή φασαρία μας έδιωξαν. Είκοσι ώρες προσπαθήσαμε να φτάσουμε, σε μία ώρα μας έδιωξαν, χωρίς να ρωτήσουν τι έχεις, τι δεν έχεις, με φωνές, με όπλα, δεν άκουσαν, δεν ρώτησαν, ποιος έχει χαρτιά, κατεβήκαμε από το λεωφορείο και ήρθαν προς την πύλη με ξύλα και όπλα και μας έδιωξαν με το ζόρι. Κάθε στιγμή τρέχουν οι Ταλιμπάν και δέρνουν τον κόσμο».
Η ώρα είχε πάει 16.30. Αφού περίμεναν για ώρες στον δρόμο, ξαναμπήκαν στο λεωφορείο. Ολος ο δρόμος μέχρι το τέρμιναλ του αεροδρομίου ελεγχόταν μόνο από τους Ταλιμπάν. Περίμεναν μέσα στο λεωφορείο για ώρες να τους αφήσουν να περάσουν την εξωτερική πύλη, μετά βίας μπορούσαν να αναπνεύσουν. Ηταν πάνω από 100 άτομα. Τα παιδιά έκλαιγαν, μου είπε δεν αντέχουν άλλο. Ο πρέσβης Παπασταύρου τους είπε να περιμένουν λίγο ακόμα. Αλλά δεν είχαν άλλες δυνάμεις. Ο Χαλίλ αποφάσισε να φύγουν. Ο γιος του έπρεπε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. «Αναγκαστικά φύγαμε προς το σπίτι. Δεν ήθελα να πεθάνουν τα παιδιά, Φιλιώ».

Εν τω μεταξύ, είχαν ήδη αρχίσει να κυκλοφορούν πληροφορίες πως προετοιμαζόταν μια μεγάλη επίθεση στο αεροδρόμιο της Καμπούλ κατά τη διάρκεια της αποχώρησης των ξένων δυνάμεων. Στις 26 Αυγούστου ο Χαλίλ και η οικογένειά του βρίσκονταν σε μια ακόμα λίστα με Αφγανούς που ήταν να απεγκλωβιστούν από την Ιταλία. Θα τους πήγαινε ειδικά ναυλωμένο βαν στο αεροδρόμιο. Εάν κατάφερναν να περάσουν την πύλη, θα τους παραλάμβανε το ελληνικό κυβερνητικό αεροπλάνο που ήταν σε αναμονή στο Ισλαμαμπάντ για να πετάξει προς την Καμπούλ. «Σήμερα ή αύριο είναι η τελευταία μέρα», μου είπε ο Χαλίλ. Αυτή τη φορά είχε κανονιστεί να μπουν στο αεροδρόμιο από την Abbey Gate, που βρίσκεται στη μεριά που οδηγεί στη στρατιωτική πλευρά του αεροδρομίου. 

Στις 17.00 όλοι οι ξένοι πολίτες ειδοποιήθηκαν να απομακρυνθούν από το αεροδρόμιο λόγω άμεσης απειλής επίθεσης από το ISIS. Στις 18.00 ο Χαλίλ μού είπε πως πλησίαζαν προς το αεροδρόμιο. Στις 18.15 του έστειλα άλλο ένα από τα πολλά, ίδια μηνύματα των τελευταίων ημερών: «Πού είστε;». Τους είπα, μόλις είχε γίνει μεγάλη τρομοκρατική επίθεση στην Abbey Gate. Μέσα στην επόμενη ώρα και στον πανικό που επικρατούσε, το βαν με τον Χαλίλ, την οικογένειά του και τους υπόλοιπους Αφγανούς άλλαζε δρόμο, άλλαζε πύλη, σταματούσε, ξεκινούσε, περίμενε μακριά από το αεροδρόμιο. Ολες οι πύλες είχαν σφραγιστεί για όλους. Επικρατούσε πανδαιμόνιο. Στο κυβερνητικό αεροσκάφος, που είχε ξεκινήσει από το Ισλαμαμπάντ, δεν δόθηκε άδεια προσγείωσης στην Καμπούλ εν μέσω της τρομοκρατικής επίθεσης. Ο εναέριος χώρος είχε κλείσει. Ως τις 21.00, ο Χαλίλ είχε επιστρέψει πάλι στο σπίτι του με την οικογένειά του και η γυναίκα του μέσα στο σκοτάδι, μαγείρευε ξανά σκέτα μακαρόνια. Εκείνο το βράδυ κατάλαβε πως οι ελπίδες για να φύγουν από το Αφγανιστάν εξανεμίζονταν.

Τόσο κοντά, τόσο μακριά

Την επόμενη μέρα, 27 Αυγούστου, έκαναν την τελευταία προσπάθεια να μπουν στο αεροδρόμιο με έγγραφα που είχε φτιάξει ο πρέσβης Παπασταύρου. Εάν τα κατάφερναν θα ερχόταν το κυβερνητικό αεροσκάφος, που είχε πλέον επιστρέψει στο Ισλαμαμπάντ. Εφτασαν 20 μέτρα από την Abbey Gate. Οι Ταλιμπάν δεν τους άφηναν και πάλι να προχωρήσουν. Οι Αμερικανοί, μετά την τρομοκρατική επίθεση, τους είχαν δώσει εντολή να μην αφήνουν Αφγανούς να πλησιάζουν. Δεν μπορούσε να βγει για να τους παραλάβει κανείς μέσα από το αεροδρόμιο. Επιπλέον, υπήρχε alert και για άλλη επίθεση. Προσπάθησαν για ώρες. Δεν τα κατάφεραν. Οσοι Αφγανοί πέρασαν από εκεί και μετά ήταν κυρίως επειδή είχαν οργανώσει πολύ καλά την είσοδό τους απευθείας με Αμερικανούς on the ground με μεμονωμένες ενέργειες, κάποιοι ακόμα και επειδή εκείνοι που τους βοηθούσαν γνώριζαν και συνεννοήθηκαν με τον Αμερικανό στρατιώτη που ήλεγχε την πύλη. Μέσα στις επόμενες δύο μέρες σχεδόν όλες οι χώρες είχαν αποχωρήσει από το αεροδρόμιο της Καμπούλ και οι απεγκλωβισμοί Αφγανών είχαν ουσιαστικά σταματήσει.

Το χρέος της Ελλάδας

Ο Χαλίλ και η οικογένειά του παραμένουν εγκλωβισμένοι στο Αφγανιστάν, μαζί με χιλιάδες άλλους Αφγανούς που κινδυνεύουν και δεν κατάφεραν να φύγουν κατά τη διάρκεια της αποχώρησης των ξένων δυνάμεων. Οι προσπάθειες απεγκλωβισμού τους συνεχίζονται, ενώ βρίσκονται σε επικοινωνία με τον πρέσβη Παπασταύρου.Εάν έχουν ρεύμα, μιλάω μαζί τους κάθε μέρα. Βγαίνουν από το σπίτι μόνο εάν είναι μεγάλη ανάγκη. Καμιά φορά γελάμε, άλλες κλαίμε για όσα χάσαμε, για όσα αλλάζουν, για όσα θα μας λείψουν, για όσα φοβόμαστε από δω και πέρα. Δεν ξέρω αν και πότε θα μπορέσω να επιστρέψω στο Αφγανιστάν, τη χώρα που για 16 χρόνια έγινε το δεύτερο σπίτι μου, τουλάχιστον για να πάρω κάποια πράγματά μου κι αν είναι ακόμα εκεί, για να ξαναδώ τον Χαλίλ, τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ισως να πάμε και μια βόλτα όλοι μαζί όπως παλιά για να αγοράσουμε παγωτό στη Σαρ-ε-νάου, και να δούμε τηλεόραση πίνοντας πράσινο τσάι στο πάτωμα. Κι αν δεν είναι στο Αφγανιστάν, ελπίζω να είναι επειδή η ελληνική κυβέρνηση θα έχει επιτέλους τηρήσει την υπόσχεση που τους έδωσε και θα τους έχει φέρει στην Ελλάδα. Στον Χαλίλ και στην οικογένειά του, που όλοι επέλεξαν να αγνοήσουν μαζί με το Αφγανιστάν για 6 χρόνια και ξαφνικά θυμήθηκαν, η Ελλάδα, ναι, το χρωστάει. Κι εγώ θα είμαι η πρώτη που θα τους περιμένει όταν κατεβαίνουν από το αεροπλάνο στην Αθήνα.

 * Το όνομα του διερμηνέα έχει αλλάξει για λόγους προστασίας. Ολες οι συνομιλίες είναι καταγεγραμμένες και δημοσιεύονται με τη συγκατάθεσή του.