ΑΠΟΨΗ

Η «ακατανόητη ιδέα του Συντάγματος»

i-akatanoiti-idea-toy-syntagmatos-561510718

Μαζί με τα διακόσια χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης γιορτάζουμε και τα διακόσια χρόνια του ελληνικού συνταγματισμού. Την ίδια ώρα που πολεμούσαν στα πεδία των μαχών, οι Ελληνες «έδιναν μάχες» και στο πεδίο των συνταγματικών ιδεών. Τον Δεκέμβριο του 1821 συνέρχεται η Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και την 1η Ιανουαρίου 1822 ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα, για να ακολουθήσουν τα Συντάγματα του Αστρους (1823) και της Τροιζήνας (1827). Συντάγματα πρωτοποριακά για την εποχή τους, με διατάξεις που θα ζήλευαν και πολλά σύγχρονα συντάγματα. 

Η συνέχεια του ελληνικού συνταγματισμού δεν υπήρξε ωστόσο το ίδιο καλή: Αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας, δολοφονία του Καποδίστρια και πολιτειακή αναρχία, αντιβασιλεία και απόλυτη μοναρχία του Οθωνα. Οι Ελληνες όμως δεν ξέχασαν την ιδέα του Συντάγματος και με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 εξανάγκασαν τον Οθωνα στην αποδοχή του Συντάγματος του 1844. Το πρώτο Σύνταγμα του συγκροτημένου και αναγνωρισμένου ελληνικού κράτους ήταν πλέον γεγονός.

Είναι γνωστό ότι τα πρώτα βήματα του ελληνικού συνταγματισμού δεν ενθουσίασαν τους πάντες. Λιγότερο γνωστό είναι όμως ότι η κριτική αυτή εξακολούθησε να επιβιώνει και ύστερα από εκατό χρόνια, όπως φανερώνει το έργο του Μ. Καραγάτση «Τα στερνά του Μίχαλου». 

Στο έργο αυτό (1949) που αποτελεί μέρος τριλογίας μαζί με τον «Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου» και το «Αίμα χαμένο και κερδισμένο», ο Καραγάτσης ασκεί μέσω του κεντρικού ήρωα, Μίχαλου Ρούση, σφοδρότατη κριτική στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και στην ιδέα του Συντάγματος. Αντιπαραβάλλει τον «πραγματικό λαό, που πεθυμούσε να δουλέψει και να ζήσει ήσυχος, κάτω από την τίμια διακυβέρνηση του ιδεολόγου βασιλιά» με ένα άλλο ετερόκλητο πλήθος. Το πλήθος αυτό αποτελείται από τους κοτζαμπάσηδες «που έχασαν την πολιτική εξουσία», τους αστούς «που ήθελαν κοντά στην οικονομική δύναμη ν’ αποχτήσουν και την πολιτική», τους ψευτομορφωμένους που ήταν «ανίκανοι να σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά με την αξία τους» και λαχταρούσαν «τη νεκρανάσταση του κοινοβουλευτισμού» και τους ιδεολόγους της δημοκρατίας που ήταν «αλαφρόμυαλοι» και δεν καταλάβαιναν «πως ο ελληνικός λαός δεν είναι ακόμα ώριμος ν’ αυτοκυβερνηθεί». Ολοι αυτοί, με την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων «αντιπολιτεύονται, συνωμοτούν, ραδιουργούν. Σύνθημά τους είναι η λέξη “Σύνταγμα” που καμουφλάρει τις ιδιοτελείς επιδιώξεις τους».

Υστερα από όλα αυτά, δεν προκαλεί εντύπωση ότι ο Καραγάτσης συνεχίζει με διατυπώσεις, όπως το «πλανερό τραγούδι του Συντάγματος των άνεργων πια επαγγελματιών της πολιτικής» και τη «νεφελώδη κι ακατανόητη ιδέα του Συντάγματος». 

Παραμένει ωστόσο το ερώτημα για τους λόγους που οδήγησαν τον Καραγάτση στη σκληρή κριτική του απέναντι στο Σύνταγμα. Αντανακλά, άραγε, την ιδεολογία του Καραγάτση; Εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της μετεμφυλιακής Ελλάδας; Ποιος ξέρει; Πάντως, μάλλον δεν είναι τυχαία η αφιέρωση του βιβλίου στον Παναγιώτη Πιπινέλη, που δεν πρέπει να είναι άλλος από τον γνωστό φιλοβασιλικό πολιτικό που αντικατέστησε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στην πρωθυπουργία το 1963, όταν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από το βασιλικό ζεύγος. Για μια ακόμη φορά η λογοτεχνία συναντιέται με τη συνταγματική ιστορία.

Για να μην είμαστε όμως άδικοι με τον Καραγάτση, ο πόθος του ελληνικού λαού για Σύνταγμα ήταν πράγματι, υπό μια έννοια, «ακατανόητος». Γιατί δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς, τουλάχιστον με τη λογική, πώς είναι δυνατόν να κινδυνεύει η ζωή των επαναστατημένων Ελλήνων στο πεδίο των μαχών ή να μην έχουν καλά καλά προλάβει να συγκροτήσουν ένα στοιχειώδες κράτος και ταυτόχρονα να απαιτούν Σύνταγμα. 

Παράλληλα όμως αποτελεί μία από τις πιο όμορφες ιστορίες του ελληνικού έθνους να συλλογάται, σε ένα τόσο πρώιμο στάδιο, για τη συγκρότηση μιας δημοκρατικής και δικαιοκρατούμενης Πολιτείας!
 
* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.