ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Fake news: Ντιμπέιτ στην «Κ» για την αυστηροποίηση των ποινών για τη διασπορά τους

Διάλογος για τις αλλαγές και την αυστηροποίηση των ποινών που προβλέπει η νέα διατύπωση του άρθρου 191. Γράφουν οι: Πάνος Αλεξανδρής, Κώστας Καραγκούνης, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Αλέξανδρος Σκούρας

Fake news: Ντιμπέιτ στην «Κ» για την αυστηροποίηση των ποινών για τη διασπορά τους

Διασφαλίζει την υπεύθυνη πληροφόρηση των πολιτών ή περιορίζει την ελευθερία του λόγου και την απρόσκοπτη κυκλοφορία των απόψεων στο Διαδίκτυο; Αποσκοπεί στο να μειώσει τους υπαρκτούς κινδύνους από την ανεξέλεγκτη διασπορά ψευδών ειδήσεων ή υποκρύπτει άλλες σκοπιμότητες; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα της ευρείας συζήτησης που έχει προκαλέσει η νέα διατύπωση του άρθρου 191 του Ποινικού Κώδικα, που αφορά την επιβολή ποινών για διασπορά fake news. Το άρθρο περιλαμβάνεται στο σχέδιο νόμου «Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» και προβλέπει:

1. Οποιος δημόσια ή μέσω του Διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις που είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εθνική οικονομία, στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή στη δημόσια υγεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή. Εάν η πράξη τελέστηκε επανειλημμένα μέσω του Τύπου ή μέσω Διαδικτύου, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο πραγματικός ιδιοκτήτης ή εκδότης του μέσου με το οποίο τελέστηκαν οι πράξεις των προηγούμενων εδαφίων.

2. Οποιος από αμέλεια γίνεται υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή».

Η προηγούμενη διατύπωση, που είχε προωθήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ισχύει ακόμη, έχει ως εξής:

1. Οποιος δημόσια ή μέσω του Διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις με αποτέλεσμα να προκαλέσει φόβο σε αόριστο αριθμό ανθρώπων ή σε ορισμένο κύκλο ή κατηγορία προσώπων, που αναγκάζονται έτσι να προβούν σε μη προγραμματισμένες πράξεις ή σε ματαίωσή τους, με κίνδυνο να προκληθεί ζημία στην οικονομία, στον τουρισμό ή στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή να διαταραχθούν οι διεθνείς της σχέσεις, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.

2. Οποιος από αμέλεια γίνεται υπαίτιος της πράξης της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας».

Η «Κ», θέλοντας να συμβάλει στον διάλογο για το θέμα, φιλοξενεί τις απόψεις των Πάνου Αλεξανδρή, γ.γ. του υπουργείου Δικαιοσύνης, Κώστα Καραγκούνη, βουλευτή Αιτωλοακαρνανίας της Ν.Δ., Θεόφιλου Ξανθόπουλου, βουλευτή Δράμας του ΣΥΡΙΖΑ και Αλέξανδρου Σκούρα, προέδρου του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ειρηνική συνύπαρξη

Του Πάνου Αλεξανδρή*

Η συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία του Τύπου έχει διττή σημασία: από τη μία, αποτελεί θεμελιώδη θεσμική κατάκτηση και δικαίωμα των πολιτών και από την άλλη, θεσμική εγγύηση για την ορθή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ελεγχόμενη πληροφόρηση και η λογοκρισία είναι έννοιες ασύμβατες σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατική χώρα. Η πολιτεία έχει αποδείξει έμπρακτα τον σεβασμό της στην ελευθεροτυπία και καθημερινά λαμβάνει μέτρα που διασφαλίζουν τη θωράκισή της. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, με την προτεινόμενη ρύθμιση αντικαθίσταται το άρθρο 191 Π.Κ. και επαναφέρεται εν μέρει στη μορφή, την οποία είχε υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, καθόσον στην ισχύουσα μορφή του δημιουργεί ανυπέρβλητες δυσχέρειες ερμηνείας και εφαρμογής του στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, εξαρτώντας το αξιόποινο από περαιτέρω της πρόκλησης φόβου και ανησυχίας συμπεριφορές των αποδεκτών των ψευδών ειδήσεων πολιτών. Η προτεινόμενη διάταξη αποβλέπει στην προστασία της θεσμικής λειτουργίας του κράτους αλλά και της ειρηνικής συνύπαρξης και διαβίωσης των πολιτών που γίνονται συχνά αποδέκτες ψευδών ειδήσεων που τους προκαλούν φόβο, ανησυχία, πανικό ή κλονίζουν την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς της συντεταγμένης πολιτείας. Επιπλέον, με την προτεινόμενη διάταξη συμπεριλαμβάνεται ρητά και η δημόσια υγεία, προσθήκη αναγκαία, καθώς, δεδομένης της πανδημίας COVID-19, έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα εκτεταμένης διασποράς ψευδών ειδήσεων στους πολίτες ιδίως για θέματα δημόσιας υγείας, τα οποία προκαλούν σύγχυση στην κοινή γνώμη και μπορούν να επηρεάσουν έναν από τους πολύ κρίσιμους τομείς της ανθρώπινης προσωπικότητας που είναι η υγεία των πολιτών. Γιατί το δικαίωμα στην ελευθερία της πληροφόρησης, που είναι πλήρως κατοχυρωμένο, δεν μπορεί να θέτει εκ ποδών το δικαίωμα στην υγεία και κατ’ επέκταση στη ζωή. Το υπουργείο με την κατάργηση της παραγράφου 2 της εν λόγω διάταξης που τιμωρεί την εξ αμελείας τέλεση της πράξης, θεωρεί αποκλειστικά ποινικά υπόλογους και τιμωρητέους μόνο εκείνους τους δράστες, συντάκτες, εμφαινόμενους ή υποκρυπτόμενους εκδότες και ιδιοκτήτες μέσων, που κακόβουλα και συνειδητά μεταδίδουν ψευδείς ειδήσεις, καταχρώμενοι την ελευθερία έκφρασης που τους παρέχει το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο, για την εξυπηρέτηση ξένων προς τους σκοπούς της κινήτρων, συμπεριφορά η οποία «εκθέτει» το δημοσιογραφικό λειτούργημα και καταστρατηγεί τις ύψιστες αρχές και αξίες της δημοκρατίας. Γι’ αυτό και αυτή η συμπεριφορά εκτίθεται και καταγράφεται ως αξιόποινη.Ο στενός πυρήνας της έννοιας του κράτους δικαίου (Rule of Law), που είναι η βασική κατάκτηση και μόνιμος στόχος της ευρωπαϊκής δικαιικής τάξης, πάντα εξυπηρετεί την απόλυτη ελευθερία του λόγου με τη στάθμιση και τη μη προσβολή βασικών έννομων αγαθών όπως π.χ. η υγεία, που ανήκουν στον στενό πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

* Ο κ. Πάνος Αλεξανδρής είναι γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης. 

Το «Ηλιον» που σώζει

Του Κώστα Καραγκούνη*

Τον χειμώνα του 1976 η Ελλάδα υπέστη έξαφνα παράκρουση. Αιτία; Ο δικηγόρος Γιώργος Καματερός, υποστηριζόμενος από μια μερίδα του Τύπου (αλλά όχι από την ιστορική «Καθημερινή»), παρουσίασε ένα νερό το οποίο προερχόταν από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κω, υποστηρίζοντας ότι θεραπεύει τον καρκίνο. Το νερό αυτό έμεινε τελικά στην ιστορία ως «το νερό του Καματερού», με τον παραμυθά δικηγόρο, εντούτοις, να το αποκαλεί επιστημονικοφανώς «Ηλιον», διατεινόμενος ότι οι δήθεν θαυματουργές του ιδιότητες προέρχονταν από τα πετρώματα που το περιείχαν, σε πείσμα των επιστημονικών αναλύσεων, που έδειχναν ότι ουδέν το ιδιαίτερο είχε πλην υπερβολικής ραδιενέργειας. Ομως ο κόσμος ήθελε να πιστέψει το ελπιδοφόρο ψέμα, με κωμικοτραγικά αποτελέσματα. Κωμικά, γιατί το νερό άρχισε να διακινείται λόγω αυξημένης ζήτησης με βυτιοφόρα και λόγω κοσμοσυρροής έγινε χρήση ακόμα και του γηπέδου της ΑΕΚ. Αλλά και τραγικά γιατί πολλοί καρκινοπαθείς, μεταξύ των οποίων πάσχοντα από λευχαιμία παιδιά (δύο από τα οποία κατέληξαν), σταμάτησαν τη θεραπεία τους. Και όταν τελικά ο Καματερός συνελήφθη, καταδικάστηκε σε μία γελοία ποινή με αναστολή για το άσχετο αδίκημα της αντιποίησης ιατρικού επαγγέλματος! Ακριβώς διότι στην Ελλάδα δεν υπήρχε τότε διάταξη, που να μπορεί να τιμωρήσει τον Καματερό για την κοινωνική αναταραχή που προκάλεσε με τα τερατώδη ψέματά του. Γιατί μπορεί να υπήρχε το άρθρο 191 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο τιμωρούσε την αναταραχή που προκαλείτο με τέτοια ψέματα, όχι όμως στην περίπτωση που αυτό αφορούσε τη δημόσια υγεία. Και αυτό έρχεται να το κάνει επιτέλους η κυβέρνηση σήμερα, επικαιροποιώντας τη διατύπωση του άρθρου, ώστε να προστατεύει το κοινό γενικότερα από τα ψέματα μέσω Τύπου και Διαδικτύου που μπορούν να οδηγήσουν σε παρόμοια παράκρουση και τραγωδία. Και είναι εκπληκτικό ότι αυτή η πράξη ευθύνης επικρίνεται με προκλητικά φληναφήματα για απόπειρα περιορισμού της ελευθερίας του λόγου. Ομως η ελευθερία του λόγου κατά την πάγια νομολογία των δικαστηρίων μας αλλά και σειρά διατάξεων του θετικού δικαίου αφορά κρίσεις και αξιολογήσεις – όχι ψευδή πραγματικά περιστατικά. Αλλωστε, η νέα διάταξη του άρθρου 191 του Ποινικού Κώδικα επανέρχεται, όπως ίσχυσε δοκιμασμένα για δεκαετίες, διευρυνόμενη μόνο στο σκέλος της προστασίας της δημόσιας υγείας και με την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, να έχει αποφανθεί, ήδη από το 1981, ότι η διάταξη ουδόλως προσκρούει στο Σύνταγμα και στην ελευθερία της έκφρασης. Γιατί η ελευθερία της έκφρασης έχει σκοπό να διευρύνει το έλλογον μιας δημοκρατίας και όχι να αποτελεί άλλοθι των απανταχού τσαρλατάνων, που απλώς χρεώνουν τον πολίτη με έναν βαρύτατο λογαριασμό αναξιοπιστίας ασύμβατο με ένα πραγματικό κράτος δικαίου. 

* Ο κ. Κώστας Καραγκούνης είναι βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας της Νέας Δημοκρατίας, πρώην υφυπουργός Δικαιοσύνης.

Fake news: Ντιμπέιτ στην «Κ» για την αυστηροποίηση των ποινών για τη διασπορά τους-1

Η ελευθερία του λόγου

Του Αλέξανδρου Σκούρα*

Ο Ποινικός Κώδικας είναι ένα από τα σημαντικότερα θεμέλια του κράτους δικαίου, καθώς ιδανικά ορίζει με σαφήνεια τις τιμωρούμενες από τον νόμο συμπεριφορές και τις συνδέει με συγκεκριμένες ποινές, με στόχο την αποτελεσματική κατοχύρωση των συνταγματικών μας δικαιωμάτων έναντι τρίτων και την εμπέδωση της ασφάλειας του δικαίου – της κατά το δυνατό βεβαιότητας ότι δεν υπάρχουν ανοιχτά παράθυρα για καταχρήσεις και αυθαιρεσίες στην ερμηνεία και στην εφαρμογή των νόμων.

Υπό το πρίσμα αυτό, το άρθρο 191 του νέου Ποινικού Κώδικα έχει αρκετά μάλλον προβληματικά σημεία. Υπενθυμίζω τη διατύπωσή του:
«Διασπορά ψευδών ειδήσεων

1. Οποιος δημόσια ή μέσω του διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις που είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εθνική οικονομία, στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή στη δημόσια υγεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή. […]

2. Οποιος από αμέλεια γίνεται υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή».

Σε σχέση με το ήδη ισχύον ανάλογο άρθρο, με τις νέες προβλέψεις αυστηροποιούνται οι ποινές –με τη δυνατότητα πλέον και φυλάκισης των υπαιτίων–, προστίθεται το πεδίο της δημόσιας υγείας και μετατρέπεται η διασπορά ψευδών ειδήσεων από έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης σε έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης. Αυτό επί της ουσίας σημαίνει ότι ο νόμος παύει να απαιτεί την πρόκληση φόβου ή ανησυχίας στους πολίτες και αρκείται στην πιθανότητα να προκληθούν αυτά τα συναισθήματα από τη διάδοση μιας ψευδούς είδησης. Και είναι πιστεύω κατανοητό σε όλους πόσο υποκειμενική, και γι’ αυτό ασαφής και επικίνδυνη για την ασφάλεια του δικαίου και την ελευθερία του λόγου, είναι η κρίση για το αν κάτι μπορεί δυνητικά να προκαλέσει ή όχι φόβο ή ανησυχία.

Προφανώς δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να οδηγηθούμε αμέσως και αναπόδραστα σε καταχρηστικές διώξεις. Ομως η διατύπωση του άρθρου αφήνει ένα αχρείαστα μεγάλο περιθώριο διακριτικής ερμηνείας και επιλεκτικής εφαρμογής του νόμου. 

Είναι απολύτως ορατό το ενδεχόμενο κάποιοι να εκμεταλλευτούν τις προβλέψεις του άρθρου για να φιμώσουν δυσάρεστες στους ίδιους φωνές, δυνατότητα που θα μας κάνει όλους να φοβόμαστε να γράψουμε ελεύθερα τις απόψεις μας, αλλά και να φιλοξενούμε στις ιστοσελίδες μας απόψεις τρίτων.

Και βεβαίως, ιδιαίτερα προβληματική είναι και η δυνατότητα δίωξης των ιδιοκτητών ιστοσελίδων και άλλων ηλεκτρονικών, μη παραδοσιακών μέσων. Πρέπει επιτέλους να γίνει μια σαφής διάκριση ως προς το πού ακριβώς ισχύει η ευθύνη του εκδοτικού ελέγχου – ιδανικά μόνο στο περιεχόμενο που παρουσιάζεται από το ίδιο το μέσο και όχι στα σχόλια τρίτων. Διαφορετικά, θα φτάσουμε στο σημείο μόνο τα πολύ μεγάλα μέσα, που έχουν τη δυνατότητα διαρκούς ελέγχου, να επιτρέπουν σχολιασμό τρίτων χρηστών στο περιεχόμενό τους, γεγονός που θα αποτελέσει ένα σοβαρό πλήγμα και στην ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και στη δυνατότητα επιχειρηματικής βιωσιμότητας των μικρότερων μέσων και ιστοσελίδων.

Είναι αλήθεια πως ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τον αντίστοιχο των ΗΠΑ, όπου η νομοθετική προστασία της ελευθερίας του λόγου είναι σχεδόν απόλυτη, προβλέπει ισχυρότερους περιορισμούς τέτοιου είδους. Εφόσον όμως ο νομοθέτης ήθελε στο πλαίσιο αυτής της θεώρησης να αντιμετωπίσει τις ιδιαίτερες ανάγκες που προέκυψαν με την πανδημία, θα μπορούσε απλώς να προσθέσει το πεδίο της δημόσιας υγείας στο ήδη ισχύον άρθρο του Ποινικού Κώδικα – χωρίς αυστηροποιήσεις ποινών, που κατά κανόνα αποτελούν τεκμήριο αποτυχίας εφαρμογής του νόμου, και κυρίως χωρίς αχρείαστη αύξηση της ασάφειας ως προς την εφαρμογή των διατάξεών του.

Μην ανοίγουμε συνεπώς παράθυρα στην υπονόμευση της ασφάλειας του δικαίου και της ποιότητας της δημοκρατίας μας. Τα fake news είναι μια υπαρκτή απειλή. Στην προσπάθειά μας όμως να την αντιμετωπίσουμε, μην προσθέσουμε ακόμη μία. 
 
* Ο κ. Αλέξανδρος Σκούρας είναι πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών.

Κλίνατ’ επί… δεξιότερα 

Του Θεόφιλου Ξανθόπουλου*

Ο Ποινικός Κώδικας που ψηφίσθηκε το 2019 (ν. 4619/2019) συγκέντρωσε εξαρχής την εμμονική αντίδραση της Ν.Δ. Καίτοι ο Κώδικας υπήρξε προϊόν μακροχρόνιας προσπάθειας νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, τις οποίες κόσμησαν προσωπικότητες της Ποινικής Σκέψης, η αντίθεση της συντηρητικής παράταξης υπήρξε εξαρχής λυσσαλέα. Μολονότι η τότε κυβερνητική πλειοψηφία εισήγαγε το νομοθέτημα με τη μορφή των Κωδίκων, ήτοι ως ενιαίο κείμενο, αποδεχόμενη πλήρως το σχέδιο της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, εντούτοις η Ν.Δ. τον θεώρησε έργο ΣΥΡΙΖΑ και όχι των επιστημόνων που τον επεξεργάσθηκαν. Πρώτιστο καθήκον της, λοιπόν, η αποδόμησή του ευθύς ως ανέλαβε κυβερνητικές ευθύνες.

Αυτές τις μέρες ολοκληρώθηκε η δημόσια διαβούλευση για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις τόσο του Π.Κ. όσο και του ΚΠΔ. Είναι η τρίτη φορά (!) στα δύο και κάτι χρόνια που τροποποιείται ο Π.Κ. Μολονότι είναι ένα νομοθέτημα μακράς πνοής, για το οποίο πρέπει, έπειτα από παρακολούθηση και μελέτη, να προτείνονται και να υιοθετούνται στοχευμένες τροποποιήσεις, η κυβέρνηση νομοθετεί με «το αυτί στην πιάτσα και το μάτι στις δημοσκοπήσεις». Οι «μεταρρυθμιστικές» φιλοδοξίες του υπουργού Δικαιοσύνης αλλά και της κυβέρνησης συλλογικά έχουν οδηγήσει στη διάλυση της στέρεης δομής, της αλληλεπίδρασης των διατάξεων του Π.Κ., που αποτελεί νομοθέτημα μακράς πνοής κατά προορισμόν, και ενώ η σύνταξη παλιότερα οποιουδήποτε Κώδικα σηματοδοτούσε τον καρπό μιας μακρόχρονης προσπάθειας νομικών επιτελείων, σήμερα πλέον αντί Κωδίκων έχουμε περιοδικές εκδόσεις.

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στην επιχειρούμενη τροποποίηση του άρθρου 191 Π.Κ. (διασπορά ψευδών ειδήσεων), με την οποία επιχειρείται θεσμικός στραγγαλισμός της αντίθετης, έστω και αιρετικής άποψης, αδιανόητος για φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο.

• Αφαιρείται το στοιχείο του «αορίστου αριθμού πολιτών» ως δέκτη των ψευδών ειδήσεων.

• Αφαιρείται ως προϋπόθεση να έχει επέλθει το αποτέλεσμα της πρόκλησης φόβου ως στοιχείο επίσης του αδικήματος. Αρκεί δηλ. οι ψευδείς ειδήσεις να είναι ικανές να προκαλέσουν φόβο και όχι να τον έχουν προκαλέσει.

• Αφαιρουμένου του παραπάνω στοιχείου της βλάβης, μετατρέπεται και αυτό σε έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης.

• Προστίθεται και η εμπιστοσύνη του κοινού στη δημόσια υγεία στο πεδίο του κινδύνου από το περιεχόμενο των ψευδών ειδήσεων, πράγμα που αποτυπώνει την εμφανή σκοπιμότητα της λογοκρισίας και του περιορισμού της διάδοσης των ιδεών γύρω από τον τρόπο διαχείρισης της πανδημίας που επιχειρείται.

• Προστίθεται η διακεκριμένη περίπτωση της επανειλημμένης τέλεσης μέσω του Τύπου ή του Διαδικτύου, η οποία οδηγεί σε αύξηση του ελαχίστου ορίου φυλάκισης στους έξι μήνες.

• Σωρεύεται και η ποινική ευθύνη του ιδιοκτήτη ή εκδότη μέσου με το οποίο τελέστηκαν οι πράξεις αυτές και απειλούνται και σε αυτόν ποινές από έξι μήνες έως πέντε χρόνια.

• Αυξάνεται γενικά η επαπειλούμενη ποινή και της απλής μορφής τέλεσης του αδικήματος αυτού: Με την ισχύουσα διάταξη, η διασπορά ψευδών ειδήσεων επέσυρε φυλάκιση (από δέκα μέρες) έως τρία έτη χωρίς επιβαρυντικές περιπτώσεις. Τώρα επαπειλείται φυλάκιση μέχρι τουλάχιστον τρεις μήνες και μέχρι πέντε χρόνια.

• Αυστηροποιείται και η τέλεση του αδικήματος αυτού από αμέλεια, καθώς στην απειλή της χρηματικής ποινής ή κοινωφελούς εργασίας που προβλεπόταν στην ισχύουσα 191 παρ. 2 Π.Κ. αφαιρείται η παροχή κοινωφελούς εργασίας και σωρεύεται διαζευκτικά με τη χρηματική ποινή η φυλάκιση μέχρι ένα έτος.

Η κυβέρνηση έδειξε τις προθέσεις της: ποινικοποίηση της αντίθετης άποψης, αυστηροποίηση των απειλούμενων ποινών. Οι φιλελεύθεροι της Ν.Δ. οφείλουν να αξιολογήσουν το ξεκάθαρο μήνυμα ότι στο κόμμα τους η ηγεμονία ανήκει «στους άλλους». Σειρά της οργανωμένης κοινωνίας να αντιδράσει. Νομικοί, δημοσιογράφοι, πολίτες όλων των απόψεων οφείλουμε να αποτελέσουμε αντίρροπη δύναμη στην κυβερνητική αυθαιρεσία. Γιατί η κρίση και η επίκριση αποτελούν στοιχεία δημόσιου διαλόγου, ζωογόνου για τη Δημοκρατία. Γιατί η επιχειρούμενη περιστολή των δικαιωμάτων μας πλήττει ευθέως το πολίτευμα. Και, τέλος, γιατί καμία κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται με το πρόσχημα της δημόσιας ευταξίας να επιβάλλει κοινωνικό στραγγαλισμό. Εφόσον επιμείνει, θα εισπράξει τα επίχειρα της αυθαιρεσίας της.
 
* Ο κ. Θεόφιλος Ξανθόπουλος είναι βουλευτής Δράμας, τομεάρχης Δικ/νης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ.