ΑΠΟΨΗ

Ένας φόνος, πολλά ερωτήματα, μειωμένη υπευθυνότητα

Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες η αστυνομική βία, ιδιαίτερα όταν είναι ένοπλη, πάντοτε προβληματίζει

Ένας φόνος, πολλά ερωτήματα, μειωμένη υπευθυνότητα

Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες η αστυνομική βία, ιδιαίτερα όταν είναι ένοπλη, πάντοτε προβληματίζει. Οσο υπάρχει παραβατικότητα θα υπάρχει, δυνητικά, η άσκηση νόμιμης βίας. Κι όσο ασκείται τυπικά νόμιμη βία είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτιόμαστε, ως οργανωμένη πολιτική κοινότητα, αν η βία είναι αιτιολογημένη και ουσιαστικά σύννομη.

Οι θεσμικά ώριμες δημοκρατίες έχουν δημιουργήσει ανεξάρτητους θεσμούς για την αξιόπιστη λογοδοσία της αστυνομίας. Οταν λειτουργούν καλά (το σύνηθες), το αποτέλεσμα είναι ένας ενάρετος κύκλος: η αστυνομία μαθαίνει από τα λάθη της, γίνεται πιο ευαίσθητη στις κοινωνικές απαιτήσεις και εκλεπτύνει τη δράση της. Αντιστοίχως, η κοινωνία ενθαρρύνεται να την εμπιστεύεται χωρίς να παύει να θέτει κρίσιμα ερωτήματα για τις ενέργειές της.

Οι θεσμικά ανώριμες δημοκρατίες προσεγγίζουν την αστυνομική λογοδοσία υπό το πρίσμα της υπερπολιτικοποίησης – περιστατικά αστυνομικής βίας δεν αναλύονται αξιόπιστα για σκοπούς μάθησης, αλλά εντάσσονται στη μηδενικού αθροίσματος κομματική σύγκρουση. Η υπερπολιτικοποίηση εκτρέπει την προσοχή από τη συγκεκριμένη διαχείριση περιστατικών βίας στο πεδίο, ενώ υπάγει τα φαινόμενα αυτά σε στενές, πολιτικής εμπνεύσεως, έννοιες (π.χ. a priori «ευαίσθητοι» ή «ακροδεξιοί» αστυνομικοί, «καταστολή», κ.λπ.), οι οποίες –ως προκατασκευασμένα ερμηνευτικά σχήματα– ελάχιστα φωτίζουν τα συγκεκριμένα φαινόμενα. Εμπειρική τεκμηρίωση και επίπεδα ανάλυσης παραλείπονται, η συνθετότητα κατανόησης απουσιάζει.

Στο Λονδίνο, τον περασμένο Μάρτιο, η νεαρή Σάρα Εβεραντ απήχθη, βιάστηκε και στραγγαλίστηκε από αστυνομικό της Μητροπολιτικής Αστυνομίας. Ο δράστης εντοπίστηκε και καταδικάστηκε. Ετέθησαν, φυσικά, ποικίλα θέματα – πώς εκπαιδεύει και ελέγχει η αστυνομία τα μέλη της (ο δολοφόνος μοιραζόταν υλικό μισογυνισμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), πώς διασφαλίζει την ασφάλεια των γυναικών, κ.λπ. Είναι ενδιαφέρον ότι τα θέματα αυτά τέθηκαν, κυρίως, προς την αστυνομία: η αρχηγός κλήθηκε να λογοδοτήσει για τις πρακτικές του σώματος. Παρομοίως, ο άδικος φόνος του νεαρού Βραζιλιάνου Τσαρλς ντε Μενέζες από τη βρετανική αστυνομία, ο οποίος εσφαλμένα θεωρήθηκε τρομοκράτης, δεν οδήγησε σε κατεδαφιστική κριτική, αλλά σε βασανιστική αυτοεξέταση. Η μη υπερπολιτικοποίηση των συμβάντων επέτρεψε στη δημόσια συζήτηση να εστιάσει στο μείζον – την κουλτούρα, τους στόχους, τις πρακτικές, την οργάνωση και διοίκηση της αστυνομίας.    

Το πρόσφατο περιστατικό του νεαρού Ρομά Νίκου Σαμπάνη, ο οποίος σκοτώθηκε από ένοπλους αστυνομικούς (ειδικούς φρουρούς) που τον καταδίωκαν επειδή οδηγούσε κλεμμένο αυτοκίνητο, έτυχε, ως συνήθως, υπερπολιτικοποίησης και, συνεπώς, μεροληπτικής προσέγγισης. Η άμετρα συγκρουσιακή πολιτική μας κουλτούρα άφησε ξανά το αποτύπωμά της. Απουσιάζει η θεσμική υπευθυνότητα.

Η άμετρα συγκρουσιακή πολιτική μας κουλτούρα άφησε ξανά το αποτύπωμά της. Απουσιάζει η θεσμική υπευθυνότητα.

Πρώτον, το περιστατικό ερευνήθηκε εσωτερικά από την αστυνομία, όχι από τον Εθνικό Μηχανισμό Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας (υπάγεται στον Συνήγορο του Πολίτη). Το εσωτερικό πόρισμα αφενός δεν δόθηκε στη δημοσιότητα, αφετέρου ελέγχεται ως προς την αξιοπιστία του. Στην έκθεση του 2019, ο Μηχανισμός αναφέρει τεκμηριωμένα ότι οι εσωτερικές έρευνες χαρακτηρίζονται από πολλές «πλημμέλειες» και οδηγούν, επί το πλείστον, στη συγκάλυψη. Πώς γνωρίζουμε ότι δεν συνέβη και εδώ; Γιατί δεν πραγματοποιήθηκε, ως θεσμικά έπρεπε, ανεξάρτητη έρευνα από τον Μηχανισμό;

Δεύτερον, ο αρμόδιος υπουργός κ. Θεοδωρικάκος βιάστηκε απαράδεκτα να υπερασπιστεί τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς, επισκέπτοντάς τους στη ΓΑΔΑ και εκφράζοντας την «ικανοποίησή του» για τη μη προφυλάκισή τους. Η αντιπολίτευση έσπευσε, με τη σειρά της, να αποδώσει με βεβαιότητα πολιτικό πρόσημο στο περιστατικό. Ο κ. Σπίρτζης (ΣΥΡΙΖΑ) μίλησε για «ρατσισμό και ακροδεξιές ομάδες στην ΕΛ.ΑΣ.», ενώ το ΜέΡΑ25 έκανε λόγο για «συμμοριοποίηση ομάδων της ΕΛ.ΑΣ.». Κυβέρνηση και αντιπολίτευση προέβησαν σε κρίσεις χωρίς να γνωρίζουν, από ανεξάρτητη έρευνα, πλήρως τα γεγονότα. Η υπερπολιτικοποίηση του περιστατικού παράγει αρνητικά αποτελέσματα. Αφενός στερεί την αστυνομία από πολύτιμη γνώση: πώς και γιατί έδρασαν με τον συγκεκριμένο τρόπο οι αστυνομικοί; Ηταν αναλογική η αντίδρασή τους; Γιατί δεν ακολούθησαν τις εντολές του κέντρου δράσης; Αφετέρου, η απουσία ανεξάρτητης έρευνας μειώνει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην αστυνομία.

Τρίτον, το περιστατικό αναδεικνύει ξανά τον κερματισμό της αστυνομίας. Οι ειδικοί φρουροί (και άλλες κατηγορίες) δεν προσλαμβάνονται μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων, όπως οι αστυφύλακες, ενώ η εκπαίδευσή τους διαρκεί μόνο τρεις μήνες (ενώ των αστυφυλάκων δύο χρόνια). Γιατί υπάρχει αυτό το καθεστώς των εξαιρέσεων;

Η αστυνομική βία δεν είναι πρόβλημα που λύνεται, αλλά θέμα που απαιτεί άγρυπνη, διαρκή και θεσμικά υπεύθυνη διαχείριση. Δεν φαίνεται ότι την έχουμε.

* Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας ( είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.