1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;

Στις 10/23 Αυγούστου 1921, οι ελληνικές δυνάμεις, έπειτα από οκτώ ημέρες δύσκολης πορείας στην Αλμυρά Ερημο, βρίσκονται αντιμέτωπες με τον στρατό του Μουσταφά Κεμάλ. Οταν αποφασίστηκε η επιθετική κίνησή τους θεωρείτο δεδομένο ότι η τουρκική αντίσταση θα ήταν μικρή. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο

18' 36" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Στις 10/23 Αυγούστου 1921, οι ελληνικές δυνάμεις, έπειτα από οκτώ ημέρες δύσκολης πορείας στην Αλμυρά Ερημο, βρίσκονται αντιμέτωπες με τον στρατό του Μουσταφά Κεμάλ. Οταν αποφασίστηκε η επιθετική κίνησή τους θεωρείτο δεδομένο ότι η τουρκική αντίσταση θα ήταν μικρή. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Απέναντί τους βρέθηκαν δυνάμεις που αμύνονταν πεισματικά και οργανωμένα. Παρά τις επιθέσεις που εξαπέλυσαν τις επόμενες ημέρες, η τουρκική αντίσταση δεν κάμφθηκε. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τις δυσκολίες ανεφοδιασμού και την έλλειψη πυρομαχικών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, «η συνέχιση της επίθεσης κρίθηκε από τη στρατιά ασύμφορη, καθώς εξαιτίας των δυσκολιών λόγω της σκληρής άμυνας των Τούρκων, περαιτέρω προέλαση θα καθιστούσε δυσχερέστατη τη διατήρηση της γραμμής ανεφοδιασμού» (Σωτ. Ριζάς, «Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας», Καστανιώτης, 2015).

Ετσι, στις 27 Αυγούστου/9 Σεπτεμβρίου η Στρατιά διέταξε το Γ΄ Σώμα Στρατού να τηρήσει αμυντική στάση και το Β΄ Σώμα να κινηθεί επιθετικά. Η επιθετική κίνηση ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, ενώ και το Α΄ Σώμα δήλωσε ότι δεν διαθέτει πλέον δυνατότητες επιθετικής δράσης. Κατόπιν αυτών, το βράδυ της 29ης Αυγούστου/11ης Σεπτεμβρίου εκδόθηκε διαταγή υποχώρησης και δύο ημέρες αργότερα, οι Ελληνες στρατιώτες διάβαιναν πάλι τον ποταμό Σαγγάριο, για να βρεθούν δυτικά του και να συμπτυχθούν στη γραμμή Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ.

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;-1
5 Αυγούστου 1921. Ο υποστράτηγος Γεώργιος Πολυμενάκος, διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, με τον επιτελάρχη του συνταγματάρχη Σπυρόπουλο ζητούν πληροφορίες από Τούρκους χωρικούς. Φωτ. ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΑΘΗΝΑ

Ωστόσο, μετά τις συγκρούσεις εκείνης της φάσης και τις απώλειες που είχε υποστεί η Στρατιά, ήταν εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορούσε να κρατήσει και αυτή τη γραμμή, καθώς καλούνταν να καλύψει μια έκταση 80.700 τ.χλ. και ένα μέτωπο μήκους 700 χλμ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο πρωθυπουργός Δ. Γούναρης, σε ανακοινώσεις του που δημοσιεύθηκαν στην «Καθημερινή», στις 12 Σεπτεμβρίου 1921, εξηγούσε γιατί το κέρδος από τη συνέχιση των επιχειρήσεων θα υπολειπόταν των θυσιών και σημείωνε: «Ο στρατός μας επανήλθεν εις την γραμμήν, ήτις αρχήθεν είχεν ορισθή ως όριον της κατοχής μας. […] ήδη ευρισκόμεθα επί της γραμμής, ήτις ανέκαθεν εκρίθη αρμοδία προς ασφαλή κάλυψιν της εν Μικρά Ασία Κατοχής μας. […] Την χώραν ην κατελάβομεν οφείλομεν να οργανώσωμεν, ώστε να δυνάμεθα να ασφαλίσωμεν αυτήν δι’ όσων ένεστι μικροτέρων θυσιών και ολιγωτέρων βαρών».

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;-2
Φωτογραφία από την επιστροφή Ελλήνων που ήταν αιχμάλωτοι των τουρκικών δυνάμεων στα κεμαλικά στρατόπεδα. Φωτ. ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΑΘΗΝΑ

Μία εβδομάδα αργότερα, στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», δημοσιευόταν επιστολή του Ελ. Βενιζέλου προς τον Π. Δαγκλή, στην οποία πρότεινε την αναστροφή της ελληνικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία και εξηγούσε γιατί υπό τις διαμορφωθείσες συνθήκες ήταν αδύνατον να τελεσφορήσει η εκστρατεία και πρότεινε ως λύση την αυτονόμηση της περιοχής Σμύρνης. Δεύτερη, ανάλογου πνεύματος, επιστολή του δημοσιεύθηκε στην ίδια εφημερίδα την επόμενη ημέρα.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την καθήλωση του στρατού για έναν ολόκληρο χρόνο και την τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας το 1922, εγείρεται το ερώτημα: Επρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα; Θα είχε αποφευχθεί έτσι η ολοκληρωτική καταστροφή της Σμύρνης;

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;-3

Αντί έγκαιρης τακτικής υποχώρησης, άτακτη φυγή

Του Σπυρίδωνος Γ. Πλουμίδη

Για να απαντήσει κανείς σε αυτό το υποθετικό ερώτημα χρειάζεται να αναρωτηθεί εάν η Ελλάδα έπρεπε να αποδεχθεί την αποχώρηση του στρατού της από τη Μικρά Ασία. Ως γνωστόν, η ειρηνευτική Διάσκεψη των Παρισίων πρότεινε (επισήμως την 9/22 Μαρτίου 1922) την άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών, τη σύναψη ανακωχής και την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τις ελληνικές δυνάμεις εντός τριών μηνών. Η εκκένωση της Μικράς Ασίας έγινε κατ’ αρχήν δεκτή από την κυβέρνηση Γούναρη τρεις ημέρες αργότερα, αλλά συνάντησε θυελλώδεις αντιδράσεις εντός και εκτός της Βουλής των Ελλήνων, με αποτέλεσμα αυτή η πολιτική απόφαση να μην τεθεί τελικά σε εφαρμογή. Η απάντηση σύσσωμου του ελληνικού έθνους στις προτάσεις της Διασκέψεως ήταν «έν απέραντον και μυριόβροντον: ΟΧΙ!», επισήμανε η αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός». Ηταν τέτοια η σφοδρότητα των αντιδράσεων, που η κυβέρνηση Γούναρη καταψηφίστηκε και αντικαταστάθηκε λίγο αργότερα από κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη.

Ο λόγος αυτής της σφοδρής αντίδρασης στο εσωτερικό της Ελλάδας, τόσο από τους γηγενείς όσο και από τα μέλη της επιτροπής Μικρασιατικής Αμύνης που επισκέφθηκαν την Αθήνα τον Απρίλιο, ήταν ότι η κεμαλική κυβέρνηση της Αγκυρας δεν προσέφερε καμία φερεγγυότητα όσον αφορά τη ζωή, την τιμή και την περιουσία των ομογενών της Μικράς Ασίας. Αλλωστε, η μαζική έξοδος των 60.000 (Αρμενίων και Ελλήνων Ορθοδόξων) χριστιανών κατοίκων της Κιλικίας, μετά την αποχώρηση των Γάλλων από εκείνη την περιοχή το 1921, προανήγγειλε το τι επρόκειτο να συμβεί σε περίπτωση που ο ελληνικός στρατός εκκένωνε τα εδάφη της Δυτικής Μικράς Ασίας. Η αποχώρηση της ελληνικής στρατιάς από την Ιωνία θα συμπαρέσυρε τον ομογενή πληθυσμό στο διάβα της. Η Εξοδος του Μικρασιατικού Ελληνισμού ήταν δηλαδή αναπόφευκτη, σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε να εγκαταλείψει τα μικρασιατικά εδάφη.

Βεβαίως, μπορεί κάλλιστα να εικάσει κανείς πως μια συντεταγμένη υποχώρηση του ελληνικού στρατού θα αποσοβούσε την ανθρωπιστική καταστροφή που υπέστη ο χριστιανικός πληθυσμός της Ιωνίας τον Σεπτέμβριο του 1922. Σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση πιθανότατα δεν θα είχαν διαπραχθεί οι ακρότητες που διέπραξαν τα ελληνικά στρατεύματα κατά την άτακτη υποχώρησή τους και θα είχε αποτραπεί η πυρπόληση της Σμύρνης από τους κεμαλικούς. Η τύχη όμως του ελληνισμού της Ανατολής είχε σφραγιστεί. Οι Ελληνες είχαν πλήρη συνείδηση ότι η επαναφορά της τουρκικής κυριαρχίας στην ανατολική ακτή του Αιγαίου θα σήμαινε τον αφανισμό του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας «προτιμά να αφήση όπισθέν του ερείπια, παρά να υποταχθή εκ νέου εις δουλείαν, απαισιωτέραν και απανθρωποτέραν», σχολίασε το «Ελεύθερον Βήμα» του Δημητρίου Λαμπράκη.

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;-4
Ο συνταγματάρχης Πτολ. Σαρηγιάννης, υπαρχηγός του επιτελείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας, μελετά χάρτη των επιχειρήσεων. Φωτ. ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΑΘΗΝΑ

Το δεύτερο υποθετικό ερώτημα που μπορεί εύλογα να θέσει κανείς είναι τι αποτελέσματα θα είχε ενδεχομένως μια έγκαιρη τακτική υποχώρηση της ελληνικής στρατιάς από την προκεχωρημένη γραμμή Εσκί Σεχίρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ. Η απόφαση για σύμπτυξη του μετώπου λήφθηκε από τον νέο διοικητή της στρατιάς, αντιστράτηγο Γεώργιο Χατζανέστη, σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή του στη Σμύρνη (23 Μαΐου 1922). Ο νέος στρατάρχης είχε αντιληφθεί πλήρως τα μειονεκτήματα της ελληνικής διάταξης, προπαντός το υπερβολικά μεγάλο ανάπτυγμά της (450 χλμ.) και την απουσία δεύτερης γραμμής άμυνας. Η σύμπτυξη είχε προγραμματιστεί για το φθινόπωρο, με τελικό στόχο η γραμμή του μετώπου να μεταφερθεί ανατολικά της Φιλαδέλφειας.

Η βραδύτητα εκτέλεσης του σχεδίου σύμπτυξης και ο εφησυχασμός υπήρξαν καταστροφικά. Ενόψει της επικείμενης σύμπτυξης και προκειμένου να διευκολυνθεί η ελεύθερη κίνηση των μεγάλων σχηματισμών προς δυσμάς, την 12 Ιουνίου ο Χατζανέστης κατήργησε τα δύο αμυντικά συγκροτήματα της στρατιάς (Βόρειο και Νότιο), που είχε δημιουργήσει ο προκάτοχός του (Αναστάσιος Παπούλας) και την ανεξάρτητη Ομάδα Μεραρχιών και αποκατέστησε την αυτοτέλεια των τριών (Α΄, Β΄ και Γ΄) Σωμάτων Στρατού. Η χαλάρωση της επαγρύπνησης και των δεσμών μεταξύ των τριών σωμάτων της ελληνικής στρατιάς εξυπηρέτησε το τουρκικό σχέδιο επίθεσης, το οποίο προέβλεπε τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου στα δύο.

Το χειρότερο όμως όλων ήταν η ακριτομυθία και η διαρροή του σχεδίου. Οι Ελληνες στρατιώτες ήταν ενήμεροι για τα σχέδια μετακίνησης του μετώπου δυτικότερα, κι ως εκ τούτου δεν ήταν πρόθυμοι να κάνουν μεγάλες θυσίες για τη διατήρηση αυτής της προκεχωρημένης γραμμής άμυνας, που ούτως ή άλλως οι Τρεις Σύμμαχες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) δεν ήταν διατεθειμένες να τους επιτρέψουν να τη διατηρήσουν. Η πρόωρη ανακοίνωση της σύμπτυξης ήταν ένα «απίστευτα τρελό λάθος» του Γεωργίου Χατζανέστη, σχολίασαν οι Times του Λονδίνου, όταν πλέον είχε ολοκληρωθεί η τουρκική νίκη (28 Αυγούστου/9 Σεπτεμβρίου 1922). Ετσι, μια τακτική υποχώρηση μετατράπηκε τάχιστα σε άτακτη φυγή προς τη Σμύρνη.

* Ο κ. Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο ΕΚΠΑ και συγγραφέας των βιβλίων «Τα μυστήρια της Αιγηίδος: Το Μικρασιατικό Ζήτημα στην ελληνική πολιτική (1891-1922)», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2016· «Η «σιδηρά» δεκαετία: Οι Εθνικοί Πόλεμοι της Ελλάδας (1912-1922)», εκδ. Μίνωας, Αθήνα 2022.

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;-5

Επιβαλλόταν σύμπτυξη του μετώπου ή αποχώρηση

Του Νίκου Κανελλόπουλου

Μετά τις επιχειρήσεις του Σαγγαρίου και την απόκρουση της τουρκικής αντεπίθεσης στο Αφιόν Καραχισάρ τον Σεπτέμβριο του 1921, η Στρατιά Μικράς Ασίας κατέλαβε μία γραμμή μετώπου που ξεκινούσε βόρεια από την Κίο και κατέληγε νότια στο Αφιόν Καραχισάρ και εν συνεχεία στρεφόταν δυτικά κατά μήκος του Μαιάνδρου ποταμού, με συνολικό μήκος μεγαλύτερο από 700 χιλιόμετρα. Η αριθμητική δύναμη και τα μέσα της Στρατιάς ήταν ανεπαρκή για την αποτελεσματική επιτήρηση και τη διαφύλαξη ενός τόσο εκτεταμένου μετώπου. Σημαντικά κενά υπήρχαν μεταξύ των μονάδων. Το ελληνικό ιππικό, όπλο από τη φύση του ταχυκίνητο, άρα κατάλληλο για δράση στις μεγάλες αποστάσεις της μικρασιατικής υπαίθρου σε σύντομο χρόνο, ήταν ανεπαρκέστατο αριθμητικά. Επιπλέον, η γραμμική διάταξη της Στρατιάς δεν ήταν προσαρμοσμένη στην απειλή που αντιμετώπιζε. Τον Ιούνιο του 1922, ο υπαρχηγός της Στρατιάς συνταγματάρχης Μιχαήλ Πάσσαρης υπέβαλε μελέτη στην οποία εύστοχα προέβλεπε τον τρόπο δράσης των Τούρκων και πρότεινε τις απαιτούμενες μετακινήσεις των ελληνικών μονάδων για την καλύτερη αντιμετώπιση της επικείμενης επίθεσης. Ο νέος αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης, που αντικατέστησε τον Μάιο του 1922 τον αντιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα, αν και διέγνωσε τα μειονεκτήματα του μετώπου και σχεδίαζε τη σύμπτυξή του, δεν την υλοποίησε και ούτε έστω υιοθέτησε τις εισηγήσεις του υπαρχηγού του για τη βελτίωση των ελληνικών θέσεων.

Το ηθικό του στρατεύματος είχε δεχτεί το πρώτο πλήγμα μετά την αποτυχία του Σαγγαρίου. Στη συνέχεια, η παράταση της παραμονής στο μέτωπο σε συνδυασμό με τις κακές συνθήκες διαβίωσης, η ανοχή προς τους λιποτάκτες και τους φυγόστρατους και το αίσθημα του ανεκπλήρωτου της εκστρατείας, ενέτειναν την απομείωση του ηθικού των ανδρών των μονάδων του μετώπου. Η Ελλάδα δεν μπορούσε οικονομικά να αντεπεξέλθει στα έξοδα διατήρησης και συντήρησης του στρατεύματος στη Μικρά Ασία. Οι μισθοί των αξιωματικών και των στρατιωτών δεν είχαν πληρωθεί επί μήνες. Κόπωση ψυχολογική και απογοήτευση είχε επικρατήσει μεταξύ αξιωματικών και στρατιωτών, γεγονός που υπέσκαπτε τη μαχητική ικανότητα της Στρατιάς. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε σκέψη περί ανάληψης νέων επιθετικών επιχειρήσεων από τη Στρατιά ήταν απαγορευτική. Σε σημείωμα της Στρατιάς με ημερομηνία 17 Μαρτίου 1922, σε απάντηση ερωτήματος του υπουργού των Στρατιωτικών περί της δυνατότητας ανάληψης νέων επιθετικών επιχειρήσεων, αναφέρεται: «Η Στρατιά εάν ενισχυθή το ταχύτερον διά 50 χιλιάδων ανδρών επί πλέον της σημερινής δυνάμεώς της μετά του αναλόγου εφοδιασμού της εις πυροβολικόν, κτήνη κλπ., ώστε να σχηματίσει νέας μονάδας διά των ενισχύσεων τούτων, δύναται να αναλάβει επίθεσιν. – Εκ της επιθέσεως όμως ταύτης, έστω και να καταλάβη το Ικόνιον, θεωρεί απίθανον την καταστροφήν του Κεμάλ». Ο αρχιστράτηγος Χατζανέστης προσπάθησε να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης των στρατιωτών και να καταδιώξει όσους απέφευγαν υπηρεσία στο μέτωπο. Ηταν όμως αργά. Η πρωτοβουλία είχε περάσει στον αντίπαλο. Ο τουρκικός στρατός με ενισχυμένο το ηθικό και με την υποστήριξη Σοβιετικών, Γάλλων και Ιταλών, αναδιοργανωνόταν, ενισχυόταν και εκπαιδευόταν ώστε να καταστεί ικανός να αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις. Με αυτά τα δεδομένα, τα οποία δεν ήταν εντελώς άγνωστα στην ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, η παραμονή στη Μικρά Ασία ήταν πλέον πολύ επισφαλής.

Ολα τα στοιχεία συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι επιβαλλόταν, ήδη πριν από την άνοιξη του 1922 οπότε θα άρχιζε η νέα περίοδος πολεμικών επιχειρήσεων, η σύμπτυξη της ελληνικής Στρατιάς δυτικά, σε μία γραμμή μετώπου μικρότερης έκτασης και πλεονεκτικότερης διαμόρφωσης. Μία επιλογή θα ήταν ο περιορισμός του μετώπου στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης, καθώς από το 1920 υπήρξε μελέτη για την οχύρωση της ζώνης της Σμύρνης, αλλά ποτέ αυτή δεν υλοποιήθηκε. Ο αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Μοσχόπουλος θα γράψει το 1926 στην έκθεση της Ανακριτικής Επιτροπής Ελέγχου Δοσιλόγων Μ. Ασίας: «Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα αποτελέσματα της Καταστροφής Μ. Ασίας εάν η περιοχή Σμύρνης ήτο οχυρωμένη, διότι όχι μόνον οι πληθυσμοί θα εσώζοντο αλλά και η κινητή αυτών περιουσία μέχρι του τελευταίου μαγειρικού σκεύους». Μία νέα γραμμή θα κατεχόταν περισσότερο αποτελεσματικά με τις ίδιες δυνάμεις ή ίσως και λιγότερες και παράλληλα θα ήταν δυνατή η τήρηση σημαντικών εφεδρειών. Επιπρόσθετα, η μετακίνηση προς τα δυτικά θα περιόριζε τις αποστάσεις από τα παράλια, άρα θα διευκόλυνε τις μεταφορές και τον εφοδιασμό. Η σύμπτυξη αυτή θα αύξανε τις πιθανότητες απόκρουσης της τουρκικής επίθεσης ή θα οδηγούσε τελικά στην αποχώρηση από τη Μικρά Ασία, υπό όρους πολύ καλύτερους από εκείνους που επικράτησαν κατά την Καταστροφή. Βέβαια αυτές οι αποφάσεις θα έπρεπε να συνδυαστούν και με τις ανάλογες πολιτικές και διπλωματικές κινήσεις που σε κάθε περίπτωση είχαν εθνικό –πρωτίστως– και πολιτικό κόστος. Αν με καθαρά στρατιωτικά κριτήρια η σύμπτυξη του μετώπου ή η αποχώρηση από τη Μικρά Ασία ήταν η βέλτιστη λύση, θα έπρεπε να ληφθούν μέτρα για την προστασία ή την εκκένωση των ελληνικών πληθυσμών, διότι διαφορετικά θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με την εξόντωση.

* Ο κ. Νίκος Κανελλόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;-6

Η μοιραία αδράνεια επιτελών και πολιτικών

Του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1921 ο αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας εξέδωσε εντολή υποχώρησης των ελληνικών στρατευμάτων που είχαν λάβει μέρος στην εκστρατεία προς την Αγκυρα και οχύρωσής τους δυτικά του Σαγγάριου. Ηταν μια πικρή αλλά αναγκαία εντολή σύμπτυξης, αφού η Στρατιά Μικράς Ασίας είχε αποτύχει να συντρίψει την αντίσταση των Τούρκων εθνικιστών του Μουσταφά Κεμάλ. Από τότε έως και τα χαράματα της 26ης Αυγούστου 1922, όταν σήμανε η στιγμή της τουρκικής αντεπίθεσης, μεσολάβησε σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος. Στο διάστημα αυτό το Μέτωπο βάλτωσε, γεγονός που επέδρασε αρνητικά τόσο στην ψυχολογία όσο και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Ηταν ηλίου φαεινότερον ότι η διασπορά του Μετώπου εξέθετε σοβαρά την αμυντική οργάνωσή του. Επιπλέον, η αποτυχία συντριβής του αντιπάλου ουσιαστικά λειτουργούσε υπέρ του, αφού σε βάθος χρόνου τον ενίσχυε. Τι θα έπρεπε κατά συνέπεια να πράξει η Αθήνα; Πόσα αποθέματα, επιχειρησιακά και οικονομικά, διέθετε πλέον; Μήπως είχε φτάσει η ώρα της απαγκίστρωσης από τη Μικρασία, αλλά ποιο θα ήταν το τίμημα; Ολα αυτά δημιουργούσαν πονοκέφαλο στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, ενώ για μια ακόμη φορά έγινε αισθητή η απουσία στιβαρής ηγεσίας.

Ο Ξενοφών Στρατηγός υποστηρίζει ότι τον Νοέμβριο του 1921 σε μια συνομιλία που είχε με τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη, ο τελευταίος του εκμυστηρεύτηκε πως η Ελλάδα έπρεπε να αποχωρήσει από τη Μικρασία αλλά αντιμετώπιζε το δίλημμα για το τι θα γίνονταν οι ελληνικοί πληθυσμοί. Ομως παρά τις δυσοίωνες αλλά ορθές εκτιμήσεις για την επιχειρησιακή ικανότητα της Στρατιάς Μικράς Ασίας στις αρχές του φθινοπώρου του 1921, η εντολή απαγκίστρωσης από το Μέτωπο δεν δόθηκε ποτέ. Ισως γιατί οι Ελληνες επιτελείς είχαν την ψευδαίσθηση πως ελέγχοντας το τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολη – Βαγδάτη, που περνούσε από την περιοχή, θα είχαν πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου.

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;-7
Αφιξη αξιωματικών και προσφύγων στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, που σήμανε το τέλος της παρουσίας του ελληνισμού στην Ιωνία. Φωτ. ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΑΘΗΝΑ

1922 – Τα Αναπάντητα Ερωτήματα της Καταστροφής: Έπρεπε ο ελληνικός στρατός να ξεκινήσει υποχώρηση νωρίτερα;-8
Το Α΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο στη Σμύρνη. Οι ελληνικές απώλειες στην επίθεση των κεμαλικών δυνάμεων στο Αφιόν Καραχισάρ ήταν μεγάλες. Φωτ. ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΑΘΗΝΑ

Ακαρπες στάθηκαν όμως και οι προσπάθειες, το ίδιο διάστημα, του Γούναρη να εξασφαλίσει χρήματα για τη συνέχιση της εκστρατείας από τους πρώην συμμάχους της Αντάντ. Την ίδια ώρα, στο Μέτωπο το κλίμα επιδεινωνόταν μέρα με την ημέρα. Ακόμη και διά γυμνού οφθαλμού ήταν ορατή η κατάλυση της στρατιωτικής πειθαρχίας. «Το Αφιόν Καραχισάρ είχε μεταβληθή εις μία πόλιν κοσμική και των διασκεδάσεων», σημείωνε στα απομνημονεύματά του ο Μιχαήλ Ροδάς, διευθυντής του Γραφείου Τύπου και Λογοκρισίας της Αρμοστείας Σμύρνης. Απελπιστική ήταν και η επισιτιστική κατάσταση της Στρατιάς.

Η Εξοδος του Μικρασιατικού Ελληνισμού ήταν αναπόφευκτη, σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε να εγκαταλείψει τα μικρασιατικά εδάφη και να αποχωρήσει ο ελληνικός στρατός από την Ιωνία.

Ετσι κύλησε το διάστημα έως τα τέλη του καλοκαιριού του 1922. Τότε με πρόσχημα την παρακολούθηση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα ολόκληρη η τουρκική ηγεσία με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ συναντήθηκε στο Ακσεχίρ, περίπου εκατό χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Αφιόν Καραχισάρ. Σύμφωνα με τον Κεμάλ, η ώρα «των εξετάσεων» που θα έδινε το τουρκικό έθνος σε όλο τον κόσμο είχε φτάσει. Πραγματοποιήθηκε μια σκηνοθετημένη συζήτηση στη Μεγάλη τουρκική Εθνοσυνέλευση, όπου πολλοί βουλευτές υπό τα αυτιά και τα μάτια Ελλήνων κατασκόπων άσκησαν σκληρή κριτική στον Κεμάλ, θεωρώντας τα σχέδιά του παράτολμα και τον τουρκικό στρατό ακόμη ανοργάνωτο. Ακολούθησαν παραπλανητικές μετακινήσεις τουρκικών στρατιωτικών σωμάτων από την περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ προς το Εσκί Σεχίρ με σκοπό να πείσουν τους Ελληνες πως ενδεχόμενη επίθεση θα εκδηλωνόταν στον βορρά. Τα χαράματα της 26ης Αυγούστου 1922 και ενώ οι Ελληνες στρατιώτες ακόμη κοιμούνταν, ο Μουσταφά Κεμάλ με το επιτελείο του ανέβηκε στο Κοτζάτεπε, ένα βουνό ύψους 1.890 μέτρων, και εξήγησε στους στρατιώτες του πως είχε έρθει η ώρα της αντεπίθεσης. «Ανδρες, κύριος στόχος σας είναι η Μεσόγειος», τους είπε. Η τουρκική επίθεση, με αιχμή το ιππικό, ήταν σφοδρή και αιφνιδίασε τον ελληνικό στρατό. Επακολούθησαν ομηρικές αλλά μάταιες μάχες, κυριολεκτική σφαγή των αποδεκατισμένων ελληνικών μονάδων στην «κοιλάδα του θανάτου» στο Αλή Βεράν. Ουσιαστικά σε δύο μέρες από την έναρξη της τουρκικής επίθεσης καταλύθηκε κάθε ελληνική αντίσταση στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, εκεί σκοτώθηκε ή αιχμαλωτίσθηκε περίπου το μισό των ευρισκόμενων ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Τα υπόλοιπα λίγο-πολύ είναι γνωστά. Αναρχη οπισθοχώρηση χωρίς καμία γραμμή άμυνας, ακολουθούμενη από καταστροφές και άτακτη φυγή των ελληνικών πληθυσμών. Οι πύλες της κολάσεως είχαν ανοίξει. «Η ψυχή του στρατιώτου είχε προπαρασκευασθή διά να ηττηθεί», σημείωσε ο Μιχαήλ Ροδάς. Σχεδόν το ίδιο υποστήριξε στην απολογία του ενώπιον του Εκτακτου Στρατοδικείου ο τελευταίος διοικητής της Στρατιάς, Γεώργιος Χατζανέστης: «Η στρατιά το θέρος του 1922 είχε τον θάνατον μέσα της».

Ηταν η στιγμή της πλήρους σύγχυσης και της ανικανότητας των Αντιβενιζελικών να διαχειριστούν τις εξελίξεις. Την 1η Σεπτεμβρίου ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής ζήτησε από την ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο να ενημερώσει το Foreign Office ότι ο «ελληνικός στρατός δεν είναι δυνατόν πλέον ν’ αντιστή εις την εχθρικήν επίθεσιν». Οι Ελληνες ζητούσαν συμμαχική παρέμβαση για την προστασία των αμάχων, αλλά τελικά το ενδιαφέρον περιορίσθηκε στην απομάκρυνση του στρατού καθώς και των πολιτικών και διοικητικών αρχών που βρίσκονταν στη Σμύρνη.

Μετά την ταχεία κατάρρευση του Μετώπου χρειάσθηκαν λιγότερες από δεκαπέντε ημέρες για να εκκενωθεί η Μικρά Ασία από τον ελληνικό στρατό. Κανένα εναλλακτικό σχέδιο για γραμμή άμυνας περιμετρικά της Σμύρνης δεν είχε εκπονηθεί προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα ασφαλούς απομάκρυνσης των Ελλήνων από την περιοχή. Επρόκειτο για ασυγχώρητη παράλειψη από τη μεριά της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, κάτι που πληρώθηκε με το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων που πότισε τη γη της Ιωνίας. Από τις 26 Αυγούστου του 1922, όταν εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση, έως τις 9 Σεπτεμβρίου, όταν οι πρώτες κεμαλικές δυνάμεις μπήκαν στη Σμύρνη, μεσολάβησαν μόλις 14 ημέρες.

* Ο κ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Σχέδια για δύο ζώνες άμυνας και κατάληψη της Πόλης

Του Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου

Την 13η/26η Αυγούστου 1922, εκδηλώθηκε η αναμενόμενη επίθεση των κεμαλικών στην εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ, η οποία οδήγησε στη διάσπαση του μετώπου και στη Μικρασιατική Καταστροφή. Αργότερα, διατυπώθηκαν εικασίες για τo κατά πόσον έπρεπε να έχει ξεκινήσει η υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού νωρίτερα. Δυστυχώς, η ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούν πραγματικά περιστατικά, βάσει των στρατιωτικών αρχείων, προκειμένου ο αναγνώστης να σχηματίσει «ιδίαν αντίληψιν».

Μετά το πέρας των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, τον Σεπτέμβριο του 1921, η διπλωματία ανέλαβε το κύριο βάρος για τη διευθέτηση του ζητήματος. Ταυτόχρονα, άρχισε να εντείνεται η πολιτικολογία στους κόλπους του στρατεύματος, όπου κυκλοφορούσαν πρωτόκολλα για την ανατροπή της κυβερνήσεως, ενώ εκδηλώθηκε και στασιαστικό κίνημα στην Κρήτη.1 Πολύ εύστοχα, ο Βρετανός διπλωμάτης Μάικλ Λιουέλιν-Σμιθ έγραψε ότι ο Ελληνικός Στρατός ήταν σαν «ένα μήλο που το είχαν φάει από μέσα τα σκουλήκια ή η αρρώστια, επιφανειακά ακέραιο και κατ’ επίφαση σφικτό, αλλά έτοιμο να αποσυντεθεί με το πρώτο δυνατό κτύπημα».2 Ταυτόχρονα, διατυπώθηκε από τη «Μικρασιατική Αμυνα» η πρόταση για την αυτονόμηση της Ιωνίας. Ηταν μία ουτοπική ιδέα, απολύτως ανεφάρμοστη, καθώς ουδέν τέτοιο κράτος θα μπορούσε να καταστεί βιώσιμο χωρίς την υποστήριξη της Ελλάδας. Τέλος, διατυπώθηκε το σχέδιο του Υπατου Αρμοστή Αρ. Στεργιάδη, που εξήγγειλε την αυτονομία της περιοχής, την 18η/31η Ιουλίου 1922.

Τον Μάιο, νέος αρχιστράτηγος της Μ. Ασίας τοποθετήθηκε ο Γεώργ. Χατζανέστης, κατόπιν προτάσεως του προκατόχου του Αναστ. Παπούλα. Ο Χατζανέστης περιόδευσε σε ολόκληρο το μέτωπο, διανύοντας 900 χλμ. με αυτοκίνητο και άλλα 900 χλμ. πεζή και σιδηροδρομικώς, όπως ελέχθη από μάρτυρες κατηγορίας στη «Δίκη των Εξι». Επίσης, έλαβε μέτρα αναδιοργάνωσης της Στρατιάς, π.χ. επαναφέροντας πολλούς άνδρες από τα café της Σμύρνης στην πρώτη γραμμή, μεριμνώντας για να λάβουν τα οφειλόμενα χρήματα οι αξιωματικοί και οι οπλίτες, βελτιώνοντας το συσσίτιο κ.ά.3

Ο νέος αρχιστράτηγος «είχε ως σχέδιο τη σύμπτυξη στη γραμμή της Συνθήκης των Σεβρών. Η επιχείρηση κατά της Κωνσταντινουπόλεως τον έκανε να αναβάλει εκείνη την αποφασιστική κίνηση. Αμέσως μετά, άρχισε τη μελέτη της συμπτύξεως», αλλά τον πρόλαβε ο Κεμάλ. Τα σχέδια συμπτύξεως συνίσταντο στη δημιουργία δύο ζωνών. Η πρώτη θα ξεκινούσε από τον κόλπο της Κίου μέχρι τον κόλπο του Αδραμυτίου και η δεύτερη θα σχηματιζόταν πέριξ της πόλεως της Σμύρνης. Εντούτοις, πολλοί θεώρησαν σημαντικότερη την εκπόνηση (ή τουλάχιστον την υιοθέτηση) του σχεδίου κατάληψης της Κωνσταντινούπολης. Επρόκειτο για έναν ευφυή ελιγμό, όπως εμμέσως παρεδέχθη και ο ίδιος ο Βενιζέλος. O τελευταίος, με παρρησία, «παρεπονέθη μετ’ αγανακτήσεως» στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών για τη συμπεριφορά των Συμμάχων έναντι των Ελλήνων, στους οποίους απαγόρευσαν την προέλαση προς την Κωνσταντινούπολη, εγκρίνοντας δηλαδή το σχέδιο του Χατζανέστη.

Το τελευταίο βασιζόταν στο σκεπτικό ότι οι ουδέτεροι Αγγλογάλλοι προστάτευαν την επίσημη πρωτεύουσα του εχθρού. Κατ’ ουσίαν, ήταν ένα μέσον πίεσης για την εξεύρεση μιας διπλωματικής λύσης. Οι αποσπασθείσες δυνάμεις από τις εφεδρείες δεν ξεπερνούσαν τις 7.000 άνδρες (11 τάγματα, 7 ληφθέντα εκ του βορείου μετώπου και 4 εκ του νοτίου). Ο τότε ταγματάρχης Παν. Παναγάκος, ο οποίος γνώριζε επακριβώς την κατάσταση λόγω της θέσης του, έγραψε ότι μόνον ένα τάγμα έλειψε από το μέτωπο την ώρα της επίθεσης των κεμαλικών.4

Δυστυχώς, η απώλεια του ενός ασυρμάτου και η φόρτωση του άλλου σε σιδηροδρομικό συρμό δεν επέτρεψαν στη διοίκηση της Στρατιάς να μεταδίδει ταχέως τις διαταγές της, π.χ. για την εκδήλωση αντεπίθεσης. Επίσης, δεν εκτελέστηκε ούτε η διαταγή για προβολή αμύνης στη Φιλαδέλφεια, καθώς υπήρχαν διαθέσιμες δυνάμεις προς τούτο. Εντούτοις, δεν είχε προλάβει να ετοιμαστεί οργανωμένη άμυνα, ενώ δεν υπήρχε και ηθικό, καθώς οι περισσότεροι οπλίτες ήθελαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Αν και ο Χατζανέστης προσπάθησε να διορθώσει τα κακώς κείμενα αρκετών ετών, δεν τα κατάφερε. Αξιοσημείωτη ήταν η ρήση του ταγματάρχη Λεωνίδα Σπαή, που τον συνέλαβε: «Στρατηγέ, πληρώνετε για τις αμαρτίες και τα σφάλματα άλλων». Εν κατακλείδι, ουδείς μπορεί να ξέρει πώς θα είχε εξελιχθεί η κατάσταση, εάν είχε ξεκινήσει η υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού νωρίτερα, καθώς υπήρχαν πολλές παράμετροι και αμέτρητοι αστάθμητοι παράγοντες. Αλλωστε, δεν προσδιορίζεται καν ο «ενδεδειγμένος» χρόνος υποχώρησης. Σύμφωνα με πολλούς μελετητές, ο πολιτικά διχασμένος ελληνικός στρατός της περιόδου μετέβη στη Μ. Ασία σε μία εκστρατεία, που ήταν εξαρχής πολύ δύσκολο να επιτύχει ή κατ’ άλλους ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία…

1. «Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού, 1833-1949», τ. Α΄. Aθήνα: Σάκκουλας, 2014, σελ. 688.

2. M. Llewellyn-Smith, «Το όραμα της Ιωνίας» Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2002, σελ. 482.

3. «Η ιστορία…», σελ. 679.

4. Παν. Παναγάκος, «Συμβολή εις την ιστορίαν της δεκαετίας 1912-1922» Αθήναι: χ.ε., 1961, σελ. 683.

* Ο κ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι νομικός – διεθνολόγος, διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής στρατιωτικών σχολών.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή