Το ελληνικό «PISA» και η στάση των εκπαιδευτικών συνδικάτων

Το ελληνικό «PISA» και η στάση των εκπαιδευτικών συνδικάτων

Ήταν σε ένα εκπαιδευτικό συνέδριο στην Πάτρα, διοργανωμένο από το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, όπου σχολιάζοντας τον τρόπο διαπίστωσης των μαθησιακών αποτελεσμάτων στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που εφαρμόζει και αξιοποιεί το διεθνές Πρόγραμμα  PISA (Program for the International Student Assessment) δέχθηκα σφοδρή κριτική στο αμφιθέατρο από τον πάντα αειθαλή καθηγητή του Wisconsin, αγαπητό συνάδελφο Ανδρέα Καζαμία.

5' 10" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Ήταν σε ένα εκπαιδευτικό συνέδριο στην Πάτρα, διοργανωμένο από το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, όπου σχολιάζοντας τον τρόπο διαπίστωσης των μαθησιακών αποτελεσμάτων στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που εφαρμόζει και αξιοποιεί το διεθνές Πρόγραμμα  PISA (Program for the International Student Assessment) δέχθηκα σφοδρή κριτική στο αμφιθέατρο από τον πάντα αειθαλή καθηγητή του Wisconsin, αγαπητό συνάδελφο Ανδρέα Καζαμία, ο οποίος, αν θυμάμαι καλά, με την ευθύτητα και ειλικρίνεια που τον διακρίνει μου είπε σε έντονο ύφος: «Θανάση, είσαι αφελής αν νομίζεις ότι το πρόγραμμα PISA υπηρετεί εκπαιδευτικούς σκοπούς, πίσω από το PISA βρίσκονται οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες που προωθούν την παγκοσμιοποίηση». Του απάντησα περίπου ως εξής: «Αν δεν εμπιστευόμαστε το διεθνές PISA, Ανδρέα, τότε γιατί δεν κάνουμε ένα ελληνικό αντίστοιχο, ανεξάρτητο από τους παράγοντες στους οποίους αναφέρεσαι;». Και η συζήτηση έμεινε εκεί με τον συνάδελφο να τονίζει, ορθώς, την αξία της ανθρωπιστικής παιδείας και του διαλόγου με τον Σωκράτη, αλλά  να επιμένει στην απόρριψη του θετικισμού στην εκπαίδευση, προϊόν του οποίου θεωρούσε ότι είναι το PISA, ως εάν αυτά τα δύο να ήταν ασύμβατα μεταξύ τους.

Πέρασαν χρόνια από τότε και να που το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας θεώρησε κάποια στιγμή χρήσιμο για την εκπαίδευση να θεσμοθετήσει μια διαγνωστική διαδικασία για την Στ’ Δημοτικού και την Γ’ Γυμνασίου μέσω της οποίας η πολιτεία και η κοινωνία – και πρώτα από όλα ο εκπαιδευτικός κόσμος – να μπορεί να έχει μια αξιόπιστη εικόνα για το αν οι μαθητές τελειώνοντας το Δημοτικό και το Γυμνάσιο έχουν κατακτήσει  – και σε ποιο βαθμό – τους στόχους που προβλέπονται για τις βαθμίδες αυτές όχι από τους «ξένους», αλλά από το ελληνικό υπουργείο παιδείας. Με άλλα λόγια, αν έχουν αποκτήσει γνώσεις και ικανότητες που θεωρούνται στην εποχή μας βασικά προσόντα για κάθε πολίτη, εφόδια που του επιτρέπουν να παρακολουθεί την πραγματικότητα που τον περιβάλλει αλλά και να συμμετέχει με επάρκεια σ’ αυτή. Για ένα τέτοιο βήμα μόνο θετικά σχόλια μπορεί να κάνει κανείς σε επίπεδο αρχής, όποιες κι αν είναι οι αντιρρήσεις του σε επίπεδο περιεχομένου και καταλληλότητας του διαγνωστικού εργαλείου (τεστ). Η βαθμολογία που δίνουν οι εκπαιδευτικοί στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο, αλλά και στην υπόλοιπη μετα-υποχρεωτική εκπαίδευση, είναι γνωστό διεθνώς ότι απεικονίζει και άλλα πράγματα, πέρα από τις επιδόσεις των μαθητών, επομένως δεν συνιστούν έγκυρους δείκτες των αποτελεσμάτων της συντελεσθείσας μάθησης.

Και όμως, εκδηλώθηκαν αντιδράσεις εναντίον της πρωτοβουλίας αυτής ήδη στο πρώτο έτος της εφαρμογής του τεστ (2022) από την  ηγεσία του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού, αλλά και από μερίδα «αντισυστημικών» πανεπιστημιακών που ασχολούνται με τη μελέτη εκπαιδευτικών θεμάτων.  Οι αντιδράσεις δεν αφορούσαν μόνον κριτική επί της αρχής ή επί της καταλληλότητας του διαγνωστικού εργαλείου, αλλά έφταναν μέχρι του σημείου πρακτικής παρεμπόδισης της εφαρμογής του μέτρου μέσω της κήρυξης απεργιών των εκπαιδευτικών, αλλά και των δημοσίων υπαλλήλων, κατά τις ημέρες διεξαγωγής της δοκιμασίας, σύμφωνα με το «επαναστατικό» μοτίβο ό,τι δεν μπορούμε να αποτρέψουμε στη Βουλή, το ακυρώνουμε  στην εφαρμογή – το καταργούμε «στην πράξη», όπως λέγεται στη γλώσσα του συνδικαλισμού.

Η κωλυσιεργία δεν απέδωσε, το τεστ πραγματοποιήθηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 554 σχολείων (11.411 μαθητές) και για πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά χρονικά είχαμε μια ανεξάρτητη διάγνωση μαθησιακών αποτελεσμάτων με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Ο θόρυβος κόπασε για λίγο, καθώς  τα αποτελέσματα δεν ήταν και τόσο αρνητικά, ειδικά για το Δημοτικό. Πολλοί είχαμε ελπίσει ότι και οι συνδικαλιστές μαθαίνουν τελικά από τις εξελίξεις, ιδιαίτερα όταν το τεστ στην πρώτη εφαρμογή του αναδείκνυε υψηλές συχνότητες στην περιοχή των «αρίστων» τόσο στο Δημοτικό, όσο και στο Γυμνάσιο. Κάτι που θα μπορούσε να αξιοποιήσει ένας έξυπνος  εκπαιδευτικός συνδικαλισμός, παρουσιάζοντας αυτά τα θετικά αποτελέσματα ως τεκμήριο για το ότι οι εκπαιδευτικοί, τους οποίους εξ ορισμού εκπροσωπεί,  κάνουν καλά τη δουλειά τους.

Η απογοήτευση ήρθε φέτος, όταν με τη δεύτερη εφαρμογή του μέτρου είχαμε επανάληψη του περυσινού «επαναστατικού» σεναρίου: «Κηρύσσουμε πανελλαδική 4ωρη διευκολυντική στάση εργασίας για το πρώτο 4ωρο του πρωινού προγράμματος, στις 10 Μαΐου, ημέρα διεξαγωγής των εξετάσεων, προκειμένου να ακυρώσουμε τις εξετάσεις   κατηγοριοποίησης και αποκλεισμού», έγραφε στην ανακοίνωσή της στις 3.5.2023 η ΔΟΕ ενώ  η ΟΛΜΕ στις 4.5.2023 εξέδιδε παρόμοια ανακοίνωση («Κηρύσσουμε πανελλαδική 3ωρη στάση εργασίας, που να καλύπτει τις ώρες διεξαγωγής των εξετάσεων στις 10 Μαΐου και καλούμε τα μέλη μας να μην συμμετάσχουν στις διαδικασίες διεξαγωγής του ελληνικού προγράμματος PISA»,  επιδιώκοντας  μέσα από την κήρυξη στάσεων  εργασίας να επιτευχθεί μια «σύννομη» de facto ακύρωση της σχετικής νομοθεσίας. Παρά τη συνδρομή της ΑΔΕΔΥ και παρά την ευνοϊκή για τα συνδικάτα συγκυρία, μόλις δύο εβδομάδες πριν από τις εθνικές εκλογές, το πολιτικό κόστος δεν πτόησε την ηγεσία του υπουργείου παιδείας η οποία έπραξε το προφανές μεν, για την Ελλάδα όμως το πολιτικά δύσκολο: να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να απαιτήσει την εφαρμογή του νόμου, πράγμα που πέτυχε. Και εδώ έρχεται πλέον στην επιφάνεια η «πρωτοτυπία» αυτής της χώρας: η συνδικαλιστική ηγεσία των εκπαιδευτικών, αντί να προσπαθήσει να κερδίσει πόντους από την εφαρμογή του μέτρου και να το υιοθετήσει επί της αρχής, ασκώντας ενδεχομένως κριτική στο περιεχόμενό του και κάνοντας βελτιωτικές προτάσεις, κάνει ακριβώς το αντίθετο: επιχειρεί την ακύρωσή του, διότι, λένε, κανείς δεν μπορεί να  ξέρει ποιες  δυνάμεις κρύβονται πίσω από αυτό το τεστ και ποιος είναι ο απώτερος στόχος του υπουργείου παιδείας (π.χ. κατηγοριοποίηση και αποκλεισμός των μαθητών)  που προωθείται σε μελλοντικό χρόνο μέσω της εφαρμογής του…

Η στάση του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού απέναντι στο διαγνωστικό τεστ που θεσμοθέτησε η πολιτεία για την ανίχνευση γνώσεων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων των μαθητών στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο είναι ακατανόητη και αδικεί τον ίδιο τον εκπαιδευτικό συνδικαλισμό. Δίνει την εικόνα ότι ενδιαφέρεται ώστε να μην μπορούν να χαρτογραφηθούν με αξιόπιστο τρόπο από μια κρατική δομή  (εν προκειμένω με την ευθύνη του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής με πολύ ικανά στελέχη)  τα αποτελέσματα της μάθησης που έχουν επιτευχθεί από τη λειτουργία του σχολείου, τους στόχους του οποίου δεν ορίζουν τα «ξένα κέντρα», αλλά το ελληνικό κράτος μέσα από τα θεσμικά του όργανα. Επαναλαμβάνω ότι η κωλυσιεργία δεν αφορά την ποιότητα του συγκεκριμένου τεστ, αλλά την αναγκαιότητα διενέργειας οποιασδήποτε εξωτερικής ανεξάρτητης διάγνωσης των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Η συνδικαλιστική ηγεσία διεκδικεί ουσιαστικά την ερμηνευτική κυριαρχία στον τομέα των αποτελεσμάτων της σχολικής μάθησης. Και δίνει μάχες γι’ αυτό, τις οποίες γνωρίζει ότι θα χάσει. Τι σχέση έχει η παιδεία τελικά με αυτή τη θεατρική παράσταση «επαναστατικής» ροπής; Διαπιστώνω, με μεγάλη θλίψη, δυστυχώς  ελάχιστη.

* Ο κ. Αθανάσιος Γκότοβος είναι καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή