Δουλεύουν σεζόν για τις βουτιές τους

Νέοι πηγαίνουν σε νησιά για μεροκάματα, ώστε να μη στερηθούν τις χαρές του ελληνικού καλοκαιριού

8' 49" χρόνος ανάγνωσης

Το προηγούμενο Σάββατο, ο Γιάννης Ρωσσόπουλος επιβιβάζεται στο τελευταίο πλοίο της ημέρας που φεύγει από την πύλη Ε8 του Πειραιά με προορισμό τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Δικός του είναι η Ερμιόνη, όπου θα περάσει όλη την καλοκαιρινή σεζόν ως μάγειρας σε ένα πεντάστερο ξενοδοχείο. Στρίβει τσιγάρο στο μικρό κατάστρωμα, πριν το δελφίνι «λύσει». Πηγαίνει για πρώτη φορά σεζόν· κυρίως για την εμπειρία, καθώς σπουδάζει μαγειρική στην Αθήνα, αλλά και για τα χρήματα. Ομως υπάρχει ακόμη ένας λόγος. Αν δεν πήγαινε να δουλέψει σεζόν σε νησί, φέτος το καλοκαίρι δεν θα έβλεπε τη θάλασσα.

«Δεν θα μπορούσα να πάω διακοπές, λόγω χρημάτων – έβγαιναν πάρα πολύ ακριβές οι διαμονές, τα εισιτήρια, η διασκέδαση, οι βόλτες. Αν μπορούσα, θα είχα πάει· είχα κοιτάξει λίγο στην Πάρο, στη Μύκονο, στην Ιο, στη Σάμο, αλλά ήταν παντού πολύ ακριβά», δηλώνει στην «Κ». Αφού δεν του έφταναν τα χρήματα ούτε και για ολιγοήμερες διακοπές σε ένα νησί, η άλλη του επιλογή θα ήταν να μείνει για δουλειά στην Αθήνα. Επέλεξε τη σεζόν στην Ερμιόνη.

«Ξεφεύγεις από το σπίτι σου, γνωρίζεις καινούργια πρόσωπα, δουλεύεις, αλλά χαλαρώνει και λίγο το μυαλό σου φεύγοντας από την Αθήνα, χωρίς να χρειάζεται να βλέπεις συνέχεια πολυκατοικίες», εξηγεί. Αντίστοιχη είναι και η πραγματικότητα των φίλων του, όλοι εκ των οποίων τονίζει πως εργάζονται αυτό το καλοκαίρι. «Εχουμε πει ότι θα ξανασυναντηθούμε ύστερα από τρεις μήνες», προσθέτει.

Δεν είναι ο μόνος νέος που εκφράζει στην «Κ» μια πραγματικότητα του ελληνικού καλοκαιριού που μέχρι πριν από μερικά χρόνια θα έμοιαζε απίστευτη. Αυτήν που παρουσιάζει τη σεζόν όχι μόνον ως μια περίοδο δύσκολης, αναγκαίας για κάποιους, εργασίας, αλλά και ως διαφυγή, ως έναν τρόπο να πλησιάσουν οι νέοι άνθρωποι στοιχεία των φημισμένων ελληνικών διακοπών, να βρεθούν κοντά στη θάλασσα, σε νησιά ή σε άλλους καλοκαιρινούς προορισμούς, δουλεύοντας.

Δουλεύουν σεζόν για τις βουτιές τους-1

Με ωράριο και ρεπό

«Εργάζομαι από το πρωί μέχρι το βράδυ, αλλά τουλάχιστον δεν είμαι στην Αθήνα – είναι θλιβερό να θέλεις να πας για σεζόν μόνο για να δεις τη θάλασσα, αλλά η δική μου πραγματικότητα τουλάχιστον είναι αυτή», λέει στην «Κ» η 28χρονη Νεφέλη Σοφικίτη. Από τις αρχές Ιουνίου εργάζεται σε ένα καφέ στον Κότρωνα, ένα παραθαλάσσιο χωριό στη Μάνη, όπου θα παραμείνει μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου. Πριν καταλήξει στη συγκεκριμένη θέση, είχε μιλήσει και με επιχειρηματία ενός beach bar στη Σαντορίνη και με έναν άλλο στη Μύκονο. «Σου έδιναν από 1.300 μέχρι 1.500 ευρώ τον μήνα, αλλά ξεκινούσες στις 9 το πρωί και θα δούλευες μέχρι τη 1 το πρωί, χωρίς ρεπό, 7 στα 7», εξηγεί, τονίζοντας πως προτίμησε το καφέ στη Μάνη γιατί οι συνθήκες είναι πιο ανθρώπινες. Εχει το δικό της δωμάτιο, της παρέχουν δύο γεύματα, δουλεύει γύρω στις 10 με 12 ώρες την ημέρα αντί για 16. Η θάλασσα είναι ακριβώς μπροστά.

«Μ’ αρέσει πολύ περισσότερο από το να ήμουν στην Αθήνα μες στη ζέστη, να μη βλέπω τίποτα, να μην μπορώ να πάω και πουθενά γιατί θα δούλευα. Δεν θα μπορούσα να πάω διακοπές και να χαλάσω 4-5 κατοστάρικα για τέσσερις μέρες σε κάποιο νησί. Το σκέφτομαι πάρα πολύ γιατί όταν γυρνάς, τα έξοδα σε χτυπάνε κατακέφαλα», τονίζει η ίδια. «Γι’ αυτό επέλεξα να εργαστώ σεζόν, γιατί θεώρησα ότι έτσι θα πάω έστω για ένα μπάνιο – θα δουλεύω, αλλά θα είναι σαν να κάνω μίνι διακοπές», σημειώνει.

Ο 19χρονος Βασίλης Ηλιάκης θα περάσει το καλοκαίρι στα Κύθηρα, όπου εργάζεται ήδη ως σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο, στον Αβλέμονα. Είναι φοιτητής στο Τμήμα Τεχνολογιών Ψηφιακής Βιομηχανίας του ΕΚΠΑ στην Εύβοια, επομένως η επιλογή της σεζόν δεν έγινε για λόγους πρακτικής, όπως στην περίπτωση του συνομηλίκου του Γιάννη Ρωσσόπουλου. «Πάω σεζόν για τα χρήματα, που είναι αρκετά καλά», λέει στην «Κ», τονίζοντας όμως πως στην απόφασή του έπαιξε ρόλο και ο τόπος της καλοκαιρινής εργασίας, το νησί. Δουλεύει από τις τρεις το απόγευμα μέχρι τις 11 το βράδυ, αλλά όταν τελειώνει, δεν αφήνει τη νύχτα ανεκμετάλλευτη. «Κάνω βόλτα, πολλά βραδινά μπάνια, πηγαίνω για ποτό, ξυπνάω οριακά για δουλειά – το βραδινό μπάνιο έχει κι ένα τίμημα», αναφέρει γελώντας.

Δουλεύουν σεζόν για τις βουτιές τους-2

Διακοπές δεν μπορούσε ούτε εκείνος να πάει. Νοικιάζει σπίτι μόνος του τον χειμώνα, οπότε ό,τι βγάζει πηγαίνει σε ενοίκια και λογαριασμούς. «Αν δεν είχα την επιλογή της σεζόν, θα την έβγαζα όλο το καλοκαίρι στην Αθήνα – υπερωρίες παντού υπάρχουν, αλλά τουλάχιστον εδώ ξυπνάς και έχεις την παραλία μπροστά σου», σημειώνει. «Αμα θες και έχεις όρεξη», συμπληρώνει για τον χρόνο του στα Κύθηρα, όπου θα παραμείνει μέχρι τέλη του Σεπτέμβρη, «όλα διακοπές είναι».

Κάτι που συμβαίνει συχνά αυτό το καλοκαίρι, όπως γράφουν πολλοί εποχικοί εργαζόμενοι σε αντίστοιχες ομάδες σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι ότι οι εργοδότες σε καλοκαιρινούς προορισμούς τούς ακυρώνουν τελευταία στιγμή. Αυτό συνέβη στην 22χρονη Ευγενία Κατηφόρη, η οποία σπουδάζει διατροφολόγος στην Αθήνα και τα τελευταία τρία καλοκαίρια δουλεύει σεζόν. «Εχω πάει Λευκάδα, Κρήτη, Ανδρο και φέτος είχα κλείσει να δουλέψω ρεσεψιόν σε ένα ξενοδοχείο στη Σαντορίνη, αλλά τελευταία στιγμή το ακύρωσαν», τονίζει στην «Κ». Τώρα περνάει τις μέρες της ψάχνοντας για μια άλλη θέση σε νησί, ιδανικά στη Σαντορίνη.

«Δεν μπορώ να σκεφτώ την περίοδο που ήμουν φοιτητής χωρίς το στοιχείο της παρέας που πήγαινε διακοπές με πολύ εύκολο τρόπο – αυτό δεν ισχύει πια και είναι κάτι που κοστίζει», υπογραμμίζει ο καθηγητής Στάθης Καλύβας.

Ηταν εξαρχής η πρώτη της επιλογή γιατί θέλει πολύ να δει επιτέλους το ελληνικό νησί για το οποίο έρχονται στη χώρα χιλιάδες τουρίστες κάθε χρόνο. Δεν μπορεί, όμως, να το επισκεφθεί ως τουρίστρια – μόνο ως εργαζόμενη. «Είναι τρομερά ακριβά τα εισιτήρια, η διαμονή αλλά και η ζωή στο νησί, είχα πάει πέρυσι στην Πάρο, πριν ξεκινήσει η σεζόν, και ακόμη και οι τιμές για τις ξαπλώστρες ήταν στα ύψη», δηλώνει. «Η Σαντορίνη φέτος μου είχε κολλήσει σαν μέρος», εξηγεί, «θέλω να δω πώς είναι».

Δουλεύουν σεζόν για τις βουτιές τους-3

Αν δεν βρει τελικά δουλειά στη Σαντορίνη, μπορεί να πάει στη Θάσο, πάλι σε ξενοδοχείο. Δεν είναι πως τα χρήματα είναι τόσο καλά. «Για χαρτζιλίκι», δηλώνει, «καλά είναι». Ούτε ότι ακριβώς προλαβαίνεις με τόση δουλειά να κάνεις διακοπές ή να γυρίσεις πραγματικά το νησί στο οποίο εργάζεσαι. «Αλλά να», λέει στην «Κ», «και όταν ήμουν σεζόν στην Κρήτη, όταν είχα ελεύθερο χρόνο, πήγαινα για ένα μπάνιο – αν είναι να δουλεύεις, είναι προτιμότερο να το κάνεις στο νησί, να βλέπεις και λίγο έναν άλλο τόπο».

Το τέλος της ανεμελιάς

Πολλοί, μεγαλύτεροι ηλικιακά από τους παραπάνω νέους, θυμούνται ακόμη ένα ελληνικό καλοκαίρι που είχε διαμετρικά διαφορετική μορφή από αυτήν που περιγράφεται τώρα. Θυμούνται να πηγαίνεις στο λιμάνι του Πειραιά χωρίς εισιτήριο, να μπαίνεις στο πρώτο πλοίο, να μην πληρώνεις πολλά. Να φτάνεις σε ένα νησί χωρίς να έχεις κλείσει διαμονή, να βρίσκεις ένα απλό δίκλινο με ξύλινες τάβλες και λευκά σεντόνια, να μην πληρώνεις πολλά. Να ζεις το καλοκαίρι νομαδικά, με φίλους, με παρέες, χωρίς πλάνο, να γυρνάς όταν σου τελειώνουν τα λεφτά, να έχεις στο μεταξύ ευχαριστηθεί θάλασσα και κάποια ελληνικά νησιά.

«Αυτό το στοιχείο της σύνδεσης με το καλοκαίρι, ιδιαίτερα με τους νέους, ήταν κάτι που καθιστούσε για μία 20ετία την έννοια του να μεγαλώνεις, του να είσαι νέος στην Ελλάδα, πολύ ιδιαίτερη – ήταν ιδιαίτερη η σχέση με το καλοκαίρι και είναι μια σχέση που έχει αμφισβητηθεί, έχει περιοριστεί», λέει στην «Κ» ο Στάθης Καλύβας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και κάτοχος της έδρας Gladstone. «Δεν αφορά μόνο τους νέους, όμως ειδικά για εκείνους ήταν συστατικό της ταυτότητάς τους», τονίζει. «Δεν μπορώ να σκεφτώ την περίοδο που ήμουν φοιτητής χωρίς το στοιχείο της παρέας που το καλοκαίρι πήγαινε διακοπές με πολύ εύκολο τρόπο – αυτό δεν ισχύει πια, αυτή η σύνδεση που υπήρχε χάθηκε και είναι κάτι που κοστίζει γιατί δίνει ένα πολύ διαφορετικό περιεχόμενο στο τι σημαίνει η σχέση που έχεις με τη χώρα σου», εξηγεί ο ίδιος.

Για τον κ. Καλύβα, η σύνδεση των πολιτών της χώρας με την ίδια την Ελλάδα επηρεαζόταν σε μεγάλο βαθμό από τη σχέση τους με το ελληνικό καλοκαίρι. Η απώλεια αυτής έχει, επομένως και κατά την άποψή του, τεράστια σημασία. «Δεν θεωρώ ότι είναι απλώς κάτι που μπορούμε να προσπεράσουμε με ευκολία – εντάσσεται και στο μεγάλο πρόβλημα της διαγενεακής δικαιοσύνης, οι προηγούμενες γενιές παρέλαβαν μια χώρα με κάποια χαρακτηριστικά και την παραδίδουν με διαφορετικά χαρακτηριστικά, δεν μπόρεσαν αυτά που εκείνοι ευχαριστήθηκαν να τα περάσουν στις επόμενες γενιές και αυτό είναι μεγάλη αποτυχία», δηλώνει στην «Κ».

«Πλέον η οποιαδήποτε επαφή των νέων, και όχι μόνο, με τα νησιά, με τη νησιωτικότητα, θυμίζει προσομοίωση – σαν κάθε αγαπημένο νησί να προσομοιάζει σε μια αυθεντικότητα που θυμίζει την παλαιότερη εμπειρία του μέρους, αλλά που δεν υπάρχει πια παρά μόνον σε κάποια μικρά οχυρά», λέει στην «Κ» ο Νίκος Ερηνάκης, επίκουρος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο οποίος παράλληλα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών. «Πλέον, είτε Ελληνες είτε ξένοι, ως τουρίστες πάμε στα μεγαθήρια του τουρισμού και βιώνουμε κάτι προκάτ – δεν το συνδημιουργούμε, δεν το συναναπτύσσουμε», αναφέρει.

Οσον αφορά στους νέους που από το πανεπιστήμιο και τη δουλειά του χειμώνα πηγαίνουν στην εποχική καλοκαιρινή εργασία για να ξεκλέψουν και… τζούρες διακοπών, τονίζει ότι αυτοί οι εργαζόμενοι θα γυρίσουν από τη σεζόν κουρασμένοι και αλλοτριωμένοι. «Λέγονται διακοπές γιατί διακόπτεις τη ροή των πραγμάτων, είναι βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για να είσαι ψυχικά και σωματικά υγιής – εργαλειοποιείται ακόμη και η απαραίτητη διακοπή, αυτά τα παιδιά θα φτάσουν γρήγορα σε burnout», σημειώνει.

«Οι νέοι εξαρτώνται για τις διακοπές από το οικογενειακό εισόδημα κι αυτό σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει πια – πολλοί, θέλοντας να κάνουν διακοπές, επιλέγουν τη λύση της εργασίας, μπορεί να ακούγεται πρακτική, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θα έχει ευτυχή κατάληξη, γιατί οι συνθήκες εργασίας στον τουρισμό δεν είναι ιδανικές για να συνδυάσεις δουλειά και διασκέδαση, πολλοί εργάζονται με εξαντλητικά ωράρια, 7/7», δηλώνει ο Αγγελος Λουκάκης, διδάσκων Κοινωνιολογίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Η έλλειψη της δυνατότητας των διακοπών είναι προβληματική όχι μόνο για το ίδιο το άτομο και την ψυχολογία του, αλλά και για την κοινωνία εν γένει. «Αυτοί οι νέοι θα πρέπει να βρουν κάπου μια διέξοδο», αναφέρει.

Μη βιώσιμο μοντέλο

Σύμφωνα με τον κ. Καλύβα, θα χρειαστεί να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει τουρισμός στην Ελλάδα, τι σημαίνει καλοκαίρι. «Πρέπει να τα ξαναδούμε από την αρχή και θα αναγκαστούμε να το κάνουμε γιατί το μοντέλο που ακολουθούμε δεν είναι βιώσιμο», σημειώνει, τονίζοντας όμως πως είναι θετικό ότι τα τελευταία δύο χρόνια αυτά τα ερωτήματα έχουν αρχίσει να τίθενται. Δεν αφορά μόνο το άμεσο μέλλον – το ελληνικό καλοκαίρι χαίρει τέτοιας ζήτησης όχι μόνο χάρη στη θάλασσα ή στο τοπίο, αλλά σε μια συγκεκριμένη και σπάνια προσέγγιση της ζωής. «Είναι ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα, που είναι εύκολο να το χάσεις», λέει στην «Κ», «αλλά όταν το δεις, πρέπει να το αναπτύξεις και να το προστατεύσεις».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT