ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Πορτογαλία δείχνει τον δρόμο για την Υγεία

i-portogalia-deichnei-ton-dromo-gia-tin-ygeia-2117473

Ηταν αναπόφευκτη η θεαματική επιδείνωση στον τομέα της Υγείας εξαιτίας των δραστικών περικοπών της περιόδου 2010-5; Το παράδειγμα της Πορτογαλίας που αναγκάστηκε κι αυτή να περιορίσει σημαντικά τη χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος υγείας της, δείχνει ότι οι δημοσιονομικές πιέσεις δεν ήταν αναγκαίο να πλήξουν τόσο βαριά το επίπεδο των υπηρεσιών του ΕΣΥ και την ισότητα πρόσβασης σε αυτές.

Οι δημόσιες δαπάνες Υγείας στην Πορτογαλία κορυφώθηκαν το 2010 στο 6,9% του ΑΕΠ (η χώρα εισήχθη σε καθεστώς μνημονίου την άνοιξη του 2011). Η αντίστοιχη κορύφωση στην Ελλάδα καταγράφεται το 2009, όπου οι δημόσιες δαπάνες για την Υγεία, ύστερα από μία εκρηκτική δεκαετή αύξηση, έφτασαν το 6,8% του ΑΕΠ.

Το 2014, με την ολοκλήρωση του πορτογαλικού μνημονίου, οι δημόσιες δαπάνες είχαν περιοριστεί στο 6% του ΑΕΠ – ενός ΑΕΠ που είχε συρρικνωθεί κατά 3% στην ίδια περίοδο (στα ίδια επίπεδα είχε μειωθεί η δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ και στην Ελλάδα, αλλά με πολύ μεγαλύτερη πτώση του ΑΕΠ).

Παρά τις σημαντικές αυτές περικοπές, σε έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Μάιο αναφέρεται ότι η χώρα έχει επιτύχει «σταθερή πρόοδο στη συγκράτηση των δαπανών, ενώ επιμένει στις προσπάθειες για τη συνεχή βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας». Πιο συγκεκριμένα, η έκθεση του διεθνούς οργανισμού χαιρετίζει τις «ιδιαίτερα επιτυχημένες» μεταρρυθμίσεις σχετικά με την «αγορά και τη χρήση φαρμάκων και ιατρικών συσκευών», αλλά και το πώς «χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους για να πληρώνει παρόχους, βασίζοντας τις πληρωμές ολοένα και περισσότερο στην ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης φροντίδας».

«Το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής αφορούσε τις τιμές, πολιτικές που δεν επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα υπηρεσιών και την πρόσβαση στο σύστημα υγείας» δηλώνει στην «Κ» ο Πέδρο Πίτα Μπάρος, καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο Nova de Lisboa.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η πορτογαλική κυβέρνηση βελτίωσε τα δημοσιονομικά δεδομένα του συστήματος προστατεύοντας παράλληλα τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες είναι η αύξηση στα τέλη χρήσης των νοσοκομείων και των δομών πρωτοβάθμιας φροντίδας. Oπως εξηγεί στην «Κ» ο Ρικάρντο Μπαπτίστα Λέιτε, γιατρός, καθηγητής Δημόσιας Υγείας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Πορτογαλίας και βουλευτής των Σοσιαλδημοκρατών, βάσει της συμφωνίας, από την αύξηση αυτή εξαιρέθηκαν άτομα με χαμηλά εισοδήματα και οι ανήλικοι κάτω των 13 ετών.

«Το όριο ήταν τα 628 ευρώ ανά άτομο τον μήνα – άρα ένα ζευγάρι με εισόδημα κάτω από 1.256 ευρώ τον μήνα απαλλασσόταν από την αμοιβή. Πριν από την κρίση, βάσει τα υφιστάμενων κριτηρίων, γύρω στα 4,5 εκατ. άτομα εξαιρούνταν από τις αμοιβές. Σήμερα, ο αριθμός αυτός πλησιάζει τα 7 εκατομμύρια». Πρόκειται, με άλλα λόγια, σχεδόν για το 70% του πληθυσμού της ιβηρικής χώρας.

Στο μέτωπο της συγκράτησης δαπανών, ιδιαίτερη έμφαση –όπως και στην Ελλάδα– δόθηκε στον έλεγχο των δαπανών των νοσοκομείων, που προ κρίσης ξόδευαν αλόγιστα με τη βεβαιότητα ότι το κράτος θα παρείχε όποια χρηματοδότηση απαιτούνταν, αλλά και της φαρμακευτικής δαπάνης. Οι πολιτικές ήταν κι εδώ παρεμφερείς – αλλά τα αποτελέσματα ήταν πολύ καλύτερα. Το claw-back εφαρμόστηκε πολύ λιγότερο συγκρουσιακά, ενώ η χρήση των γενοσήμων αυξήθηκε εντυπωσιακά (από κάτω από 30% το 2010 στο 50% των συνταγογραφούμενων φαρμάκων σήμερα) παρά τις αντιδράσεις των οργανώσεων ιατρών.

Ως αποτέλεσμα, «το έλλειμμα των νοσοκομείων, που ήταν 800 εκατ. ευρώ το 2011, στο τέλος του 2014 είχε μηδενιστεί» σημειώνει ο Μπαπτίστα Λέιτε. Οσο για τη φαρμακευτική δαπάνη, μειώθηκε από το 1,5% στο 1% του ΑΕΠ χωρίς τις κοινωνικές συνέπειες που είχαν οι (ακόμα πιο δραστικές) περικοπές της φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, οι οικονομικά ασθενέστεροι προστατεύθηκαν από το υψηλό επίπεδο της συμμετοχής στο κόστος (που κυμαίνεται κατά μέσο όρο γύρω στο 40%).

Προϋπάρχουσες δομές

Τα πράγματα δεν είναι εξ ολοκλήρου ρόδινα στο πορτογαλικό σύστημα. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, το 42% των επισκέψεων στα επείγοντα έπρεπε να έχει αποφευχθεί. Επιπλέον, οι περικοπές στους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων, σύμφωνα με τον Πίτα Μπάρος, έχουν οδηγήσει σε ανεπαρκή διαθεσιμότητα ορισμένων ειδικοτήτων (όπως οι αναισθησιολόγοι), ενώ, όπως εκτιμά, θα προκύψουν εξαιτίας τους προβλήματα σχετικά με τη συντήρηση και την ανανέωση ιατρικών συσκευών.

Ωστόσο, όπως τονίζει ο Νίκος Μανιαδάκης, καθηγητής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, οι Πορτογάλοι είχαν δύο βασικά πλεονεκτήματα έναντι της Ελλάδας όταν ήλθε η ώρα για τις μεταρρυθμίσεις και τις περικοπές στην Υγεία: «Υπήρχε συναίνεση μεταξύ των βασικών κομμάτων ότι οι αλλαγές ήταν απαραίτητες και υπήρχαν δομές από την προ κρίσης εποχής – συστήματα αξιολόγησης της ιατρικής τεχνολογίας, αποζημίωσης φαρμάκων με βάση τις φθηνότερες τιμές, οργανωμένο δίκτυο πρωτοβάθμιας φροντίδας. Αρα ξεκινούσαν από πολύ πιο προχωρημένο σημείο, με αποτέλεσμα να πετύχουν πολύ περισσότερο σε διαρθρωτικό επίπεδο».

Σημειώνεται ότι το 2002, το ποσοστό των Πορτογάλων που θεωρούσαν ότι το σύστημα υγείας της χώρας χρειάζεται ριζική αναμόρφωση ή πλήρη ανοικοδόμηση ήταν 80%. Το 2015, μετά το τέλος του πορτογαλικού προγράμματος, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί στο 54%.