ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Λ. Ρακιντζής: Ενας λειτουργός κοινής αποδοχής

rakin

Στην ιδανική πολιτεία, όπως την είχε συνοψίσει ο Τζον Ανταμς, εξουσία έχουν οι νόμοι, όχι οι άνθρωποι. Οι θεσμοί υπερβαίνουν τα πρόσωπα που τους εκπροσωπούν. Για τα πρώτα 11 χρόνια του θεσμού του γενικού επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, η θέση και το πρόσωπο είχαν ταυτιστεί. Ο Λέανδρος Ρακιντζής, αρεοπαγίτης ε.τ., διορίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2004. Επιβεβαιώνοντας τα ευτράπελα του πεδίου αρμοδιότητάς του, ενημερώθηκε μόλις χθες για τη λήξη της πενταετούς θητείας του – με έξι χρόνια καθυστέρηση. Προ ολίγων εβδομάδων, το Γ΄ τμήμα του ΣτΕ παρέπεμψε στην ολομέλεια υπόθεση που αφορά τις αρμοδιότητες του κ. Ρακιντζή έναντι αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων, με την εισήγηση να κριθούν απαράδεκτες οι προσφυγές του, καθώς έχει λήξει προ πολλού η θητεία του.

Ο κ. Ρακιντζής ανέλαβε το πόστο του στην καρδιά της εποχής της μακαριότητας, όταν όλοι γνώριζαν για τη διαφθορά και την κακοδιαχείριση στον δημόσιο τομέα, αλλά, σε συνθήκη άφθονης ρευστότητας και γενικευμένης ευμάρειας, λίγοι πραγματικά εξοργίζονταν. Με το χιούμορ του, το επικοινωνιακό του ταλέντο και τη μεθοδικότητά του, έδωσε υπόσταση στον νεοσύστατο θεσμό.

Από τους πρώτους αυτεπάγγελτους ελέγχους του το 2004 –για την Πολιτιστική Ολυμπιάδα, τη μετεγκατάσταση των αρχείων του Ευαγγελισμού σε μισθωμένο κτίριο εκτός Αθηνών, την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας στη Ρόδο, τον διαγωνισμό για XYTA στα Κύθηρα– μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει πολλά: η χρεοκοπία της χώρας, τρία μνημόνια και ατέρμονες συζητήσεις, σχέδια και δράσεις για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Συμμερίζεται την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι, παρ’ όλ’ αυτά, πολύ λίγα έχουν πραγματικά αλλάξει προς το καλύτερο; «Εχουν φτιάξει πολλά στη δημόσια διοίκηση τα τελευταία χρόνια», λέει στην «Κ», αναφερόμενος ενδεικτικά στο πιο αυστηρό πλαίσιο που διέπει το πειθαρχικό δίκαιο των υπαλλήλων και στη θέσπιση της υποχρεωτικής ανταπόκρισης των υπηρεσιών στους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Εξαιρεί, ωστόσο, από τη γενικότερη τάση βελτίωσης τον χώρο της Υγείας, όπου το καθεστώς των πειθαρχικών διαδικασιών παραμένει αυτόνομο και ιδιαιτέρως δυσλειτουργικό.

Κατά την πολύχρονη θητεία του, όπως αναφέρει, «υπήρξαν υπουργοί που με άκουγαν, αλλά ο καθένας έκανε τη δική του πολιτική». Υπήρξαν επίσης προσπάθειες υποβάθμισής του. Για παράδειγμα το 2012, επί υπουργίας Ρέππα, αφαιρέθηκε από τον γενικό επιθεωρητή η δυνατότητα ένστασης κατά αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων. Ο Αντώνης Μανιτάκης επανέφερε το δικαίωμα ένστασης το 2013. Παράλληλα, όμως, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του κ. Ρακιντζή με το σχέδιό του –που ματαιώθηκε– για συγχώνευση του ΓΕΔΔ με το Σώμα Ελεγκτών Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης (είχε μιλήσει τότε ο γενικός επιθεωρητής για απόπειρα κατάργησης του θεσμού).

Για το μέλλον της δημόσιας διοίκησης, σύμφωνα με τον απερχόμενο γενικό επιθεωρητή, δύο είναι τα κλειδιά: η επικράτηση της αξιοκρατίας επί των πολιτικών κριτηρίων στη στελέχωση του κράτους («υπάρχουν πολύ ικανά άτομα, πρέπει απλά να αξιοποιηθούν», σημειώνει) και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Οσο για τον εαυτό του, λέει ότι φεύγει «με το κεφάλι ψηλά» και «με ευρεία αναγνώριση του έργου μου από τον κόσμο». Το αποδίδει αυτό στο ότι «δεν επέτρεψα πολιτικές παρεμβάσεις σε κανέναν και δεν ζήτησα χάρες από κανέναν».

Νέα γενική επιθεωρήτρια θα είναι η πρώην εφέτης Μάρη Παπασπύρου. Εμπειρη, πλην όμως χωρίς εντυπωσιακές περγαμηνές, η κ. Παπασπύρου αναλαμβάνει σε μια εποχή που οι ανεξάρτητοι θεσμοί βάλλονται ευθέως, από μια κυβέρνηση που πασχίζει να εδραιώσει την εξουσία της και βλέπει παντού εχθρούς. Θα πρέπει να δώσει σκληρή μάχη για μην καταλήξει η Αρχή μία ακόμη θλιβερή ιστορική υποσημείωση στην προσπάθεια αναμόρφωσης της δημόσιας διοίκησης. Και στη μάχη αυτή, για να σταθεί ο θεσμός πέρα από τα πρόσωπα που τον εκπροσωπούν, τα πρόσωπα έχουν σημασία.