ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Θανάσης Τζαβάρας, ο εμπνευστής

tzavaras1

Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, που βρέθηκε χωρίς ανάσα από την αρχή της ζωής του, να τρέξει με κομμένη την ανάσα για πενήντα ολόκληρα χρόνια την πιο σύνθετη, ίσως, διαδρομή που έκανε Ελληνας ψυχαναλυτής; Διαδρομή που με κεντρικό άξονα την ψυχανάλυση διέτρεξε σχεδόν το σύνολο των συναφών κλάδων ψυχιατρικής, ψυχολογίας, νευροψυχολογίας, δίνοντας πνοή σε πλήθος διδασκαλιών και ερευνών; Εμπνέοντας τους πιο ανήσυχους Ελληνες ψυχαναλυτές και διανοούμενους της μεταπολιτευτικής περιόδου;

Χωρίς να φοβάμαι να χαρακτηριστώ υπερβολικός, θα έλεγα ότι δεν υπάρχει Ελληνας επαγγελματίας της σωματικής και της ψυχικής υγείας που δεν άκουσε έστω και μία διάλεξη, που δεν διάβασε έστω και ένα σχετικό άρθρο του Θανάση Τζαβάρα. Ελληνας πολίτης που δεν παρακολούθησε μια τηλεοπτική ή ραδιοφωνική του συνέντευξη για κάποιο μείζον πολιτικό ή επιστημονικό θέμα. Ελληνας διανοούμενος που δεν έλαβε υπ’ όψιν του τον προβληματισμό του για τη σχέση ψυχής – γλώσσας. Ελληνας ψυχαναλυτής που δεν ορίζει την ψυχαναλυτική του πρακτική και τη θέση του ως προς τους ψυχαναλυτικούς θεσμούς, διαλογιζόμενος, κριτικά ή δογματικά, τον προβληματισμό του Θανάση Τζαβάρα για το μείζον αυτό θέμα της παγκόσμιας ψυχαναλυτικής κοινότητας.

Ούτε έργα ούτε γεγονότα

Τα παραπάνω θα έκαναν κάποιον να πει πως κάτω από το βάρος της απώλειας το κείμενο γέρνει προς την αγιογραφία. Ομως ξέρω ότι ο φίλος μου θα θεωρούσε ύποπτο καθετί το εξιδανικευτικό, όσο και αν έχει «παίξει» στη ζωή του με το αφήγημα-«αμάρτημα της μητρός» του ότι τον έσωσαν από τον θάνατο λόγω κοκίτη οι Αγιοι Ανάργυροι! Οπως επίσης θα με απέτρεπε από κάθε είδους «βιοεργογραφία» (που εύκολα σήμερα με ένα κλικ στο Διαδίκτυο αναδύεται) θεωρώντας όχι άνευ σημασίας και ευθύνης τις δημιουργίες μας (και οι δικές του ήταν πολύμορφες και πολύτροπες) αλλά και ως «συμπτώματα» των ασυνειδήτων συγκρούσεών μας, που, ενώ τις δηλώνουν, συγχρόνως τις καλύπτουν. Αλλωστε στον τομέα αυτόν ο ίδιος υπήρξε αρκετά δημοσίως «εξομολογητικός» αυτοαναλύοντας σημαίνοντα γεγονότα της ζωής του και ιδιαίτερα την εμπειρία του με το κώμα και τον θάνατο το 2002.

Θα επικεντρωθώ αυθαίρετα και σχηματικά σε αυτά που εμένα με όρισαν ως σκέψη και στάση από τη συναναστροφή μαζί του:

• Ηταν γιατρός και παρέμεινε φυσιοκρατικός μονιστής μέχρι το τέλος της ζωής του. Δεν υπέπεσε ποτέ στον αντιεπιστημονικό διαχωρισμό της ψυχής και του σώματος, γεγονός που του επέτρεψε να αντιλαμβάνεται τα επίπεδα εκδήλωσης της «φύσης» ως ψυχικό και σωματικό και να μπορεί να δείχνει τη σωματική συνιστώσα της ψυχοσωματικής ενότητας στους «ψυ» και αντιστρόφως την ψυχική στους «οργανιστές». Αυτό μέσα από πλήθος σεμιναρίων και εποπτειών σε χώρους ψυχικής και σωματικής υγείας, ακαδημαϊκών μαθημάτων και κειμένων που σκοπό είχαν να γεφυρώσουν δύο περιοχές αμφοτερόπλευρης άγνοιας και απαξίωσης.

• Είχε κλινική σκέψη από τη μεγάλη θητεία του στη νευρολογία και στην ψυχιατρική, γεγονός που τον προφύλαξε από κάθε μεταφυσική ή αμυντική χρήση της θεωρίας. Νομίζω πως είχε κάνει απόλυτα δική του τη στάση του Σαρκό, που επηρέασε καταλυτικά και τον Φρόιντ, ότι «η θεωρία δεν εμποδίζει κάτι από το να υπάρχει», ακόμη και αν αυτό δεν το προβλέπει η θεωρία.

• Αυτή τη δυσπιστία ως προς την «αλήθεια» της θεωρίας και την αγάπη ως προς την επιστήμη, με τον όρο μάλιστα της «πειθαρχίας» (discipline), τις ακόνισε μέσα από την απαιτητική ως προς τη μεθοδολογία ενασχόλησή του με τη νευροψυχολογία δίπλα σε μεγάλους δασκάλους στο Παρίσι. Την εξέλιξε σφαιρικότερα ασχολούμενος με τη Μεθοδολογία και την Ιστορία των Θετικών (και όχι μόνο) Επιστημών  και  τη  διατύπωσε  με κείμενα  και  μέσα  από  τη  διδασκαλία στο αντίστοιχο πανεπιστημιακό ίδρυμα.

• Ηταν συγγραφέας μικρών κειμένων. Αυτό από αισθητική επιλογή (δες την αγάπη του για τον Περέκ) αλλά και από, νομίζω, θεωρητική θέση. Το κείμενο έπρεπε να είναι σαφές ως προς την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας αλλά και στικτό ώστε να βγάζει τον αναγνώστη από την παθητική θέση και να τον ερεθίζει στο να συμπληρώσει τα μη λεχθέντα. Μοντέλο της γραφής του ήταν η ψυχαναλυτική, φροϊδικής καταγωγής και λακανικής μορφής, ερμηνεία.

• Πάνω απ’ όλα ή πριν απ’ όλα, ήταν ψυχαναλυτής. Πατροφονικός και μητροφωνικός! Ο Θανάσης Τζαβάρας ήταν αναλυτής εκτός ψυχαναλυτικής εταιρείας, όχι μόνο γιατί διάβαζε κριτικά, ίσως και επικριτικά, την ιστορία και τη λειτουργία των ψυχαναλυτικών θεσμών, όχι μόνο γιατί βίωνε την τραγωδία των συγκρούσεων για την ιδιοποίηση του λακανικού λόγου μεταξύ των «κληρονόμων», αλλά κυρίως γιατί ήταν πατροφονικός: ενστερνιζόμενος απόλυτα τη φροϊδική θεωρία για τον «φόνο του πατέρα και την καταγωγή της ορδής» τοποθετούσε τον εαυτό του στη φροϊδική γενεαλογία και στον φαντασιακό παγκόσμιο ψυχαναλυτικό θεσμό. Ηταν «μητροφωνικός» με την έννοια ότι πίστευε ότι μόνο η «μητρική λαλιά» θεραπεύει, δηλαδή τα λόγια που βαθιά γραμμένα στο ασυνείδητο κατά την αρχή της ζωής μάς συγκροτούν και μάς παρηγορούν.

• Ηταν πιστός στη γλώσσα.

• Ηταν πλησίον στο πάσχον υποκείμενο.

• Ηταν γενναιόδωρος προς μαθητές και συνοδοιπόρους.

• Ηταν ζωντανός γιατί είχε από μικρός τη γνώση του θανάτου.

Γι’ αυτό, η γνώση που πρέσβευε και που μας πρόσφερε ήταν η εύχαρη γνώση.

* Ο κ. Αθανάσιος Αλεξανδρίδης είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής.