ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το διαχρονικό πνεύμα του «αντι–»

thema--2

Τ​​ο αφήγημα συγκροτήθηκε κάπου στον Μεσοπόλεμο και απέκτησε διάφορες εκδοχές στην πορεία του μέχρι σήμερα. Είναι αρκούντως πειστικό και μελό, γι’ αυτό και μπορεί να συγκινήσει κάθε ψυχή που τάσσεται με την πλευρά των αδικημένων. Πάει περίπου ως εξής: το ελληνικό κράτος είναι ένα μικρό και αδύναμο κρατίδιο, ρηγμένο όμως σε μια κομβική γωνιά της Μεσογείου. Γι’ αυτό και διαχρονικά το έχουν επιβουλευτεί και δεν θα πάψουν να το επιβουλεύονται όλοι οι ισχυροί του κόσμου τούτου. Τι μένει λοιπόν στον αδύναμο να κάνει, αν δεν θέλει να ζει μονίμως ταπεινωμένος; Να αντισταθεί και, αν χρειαστεί, να πέσει ηρωικά. Το υποτιθέμενο αντιστασιακό έθος του Ελληνα έγινε έτσι το βασικό χαρακτηριστικό ενός ανυπότακτου μα περήφανου λαού που διεκδικούσε την αυτονόητη ανεξαρτησία του.

Βεβαίως, όπως κάθε ιδεολόγημα, πατούσε πάνω σε μισές αλήθειες. Το ελληνικό κράτος σε όλο τον 19ο αιώνα ήταν όντως ένα μικρό κι εν πολλοίς εξαρτημένο από τις προστάτιδες δυνάμεις κράτος. Και συχνά έπρεπε να ανέχεται στωικά τις παρεμβάσεις ή και τις στρατιωτικές επεμβάσεις των ξένων, στις περιπτώσεις που ξεστράτιζε από την προκαθορισμένη ρότα του. Ωστόσο η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αποικία, με την κυριολεκτική έννοια, εξ ου και όταν απέκτησε τις αντικειμενικές δυνατότητες για την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας, μετά το 1909, κατάφερε με τις δικές της δυνάμεις και μόνο να διπλασιάσει την επικράτεια και τον πληθυσμό της, έχοντας τις ευλογίες των συμμάχων της. Ετσι, εκκινούμενο τόσο από τον χώρο του αντιβενιζελισμού, που μισούσε τους Αγγλογάλλους, όσο και από την τότε νεόκοπη κομμουνιστική Αριστερά, που λάτρευε τον αντιιμπεριαλισμό του Λένιν, γεννήθηκε στη χώρα αυτό το παράδοξο: μια αντι-αποικιοκρατική ρητορική χωρίς αποικιοκρατία.

Αλλά ο «εχθρός» δεν ήταν μόνο εξωτερικός. Η αντίσταση έπρεπε να στρέφεται και κατά των ντόπιων ολιγαρχών/ραντιέρηδων της αστικής τάξης που δήθεν πρακτόρευαν τα ξένα συμφέροντα, πάντοτε με το αζημίωτο, φυσικά. Αυτή η εξωνημένη αστική τάξη έγινε βασικός στόχος της Αριστεράς στη μετεμφυλιακή περίοδο, θεωρώντας τη «δουλάκι» των Αμερικανών. Στη σκιά του Εμφυλίου και του Ψυχρού Πολέμου, και με την Ελλάδα να αποτελεί όντως το προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης σε αυτήν τη σύγκρουση, ο αντιαμερικανισμός της Αριστεράς θα καταστεί σταδιακά κυρίαρχος. Η καθεστωτική Δεξιά θα έχει κάνει νωρίτερα κάτι αντίστοιχο. Θα έχει αποβάλει από τον εθνικό κορμό τούς«σλαβοκομμουνιστάς» που ήθελαν να κάνουν τη χώρα «Σοβιετία». Κι εδώ ήταν το δεύτερο παράδοξο. Αν όλοι δρούσαν «αντεθνικά», ποιος απέμενε εντέλει να υπηρετήσει το έθνος;

Στη μεταπολίτευση, καθώς ξημέρωνε ένας κόσμος όλο και μεγαλύτερων οικονομικών αλληλεξαρτήσεων, η ελληνική αντίσταση θα άλλαζε και πάλι στόχο. Τώρα, το θέμα θα ετίθετο με όρους προάσπισης της «εθνικής κυριαρχίας». Η Ελλάδα έπρεπε να ανήκει μόνο στους Ελληνες, κι αυτό είχε διαπαραταξιακή αποδοχή. Τι υπονοούνταν πίσω από αυτό, δεν θα αργούσε να καταστεί σαφές. Η χώρα θα εντασσόταν μεν στο κλαμπ των πλουσίων, με όλα τα οφέλη που συνεπαγόταν αυτό, ωστόσο η ίδια θα διεκδικούσε να παραμένει στην ασφάλεια της εθνικής της περιχαράκωσης. Τρίτο παράδοξο, λοιπόν. Οι Ελληνες πολεμούσαν λυσσασμένα τον «νεοφιλελευθερισμό», την ίδια στιγμή που ήθελαν να καρπώνονται όλα τα οφέλη του.

Σε τι αντιστέκεται άραγε σήμερα η Ελλάδα, τη στιγμή που ανήκει –ύστερα από δικό της αγώνα– στον στενό πυρήνα των πιο ανεπτυγμένων κρατών του κόσμου; Το ερώτημα είναι εύλογο καθώς η σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήρθε στην εξουσία εκφράζοντας ακριβώς αυτό το αίτημα: της αντίστασης. Ποιος θέλει όμως να καθυποτάξει τη χώρα; Η παρούσα κυβέρνηση κατάφερε να αναβιώσει όλα τα παράδοξα που είδαμε παραπάνω, αναπαράγοντας και τους τρεις λόγους της αντίστασης, χωρίς καν να υπάρχουν πλέον οι συνθήκες που τους γέννησαν. Ο,τι δεν είναι τραγωδία, καταντάει βεβαίως φάρσα. Με το να δει την Ελλάδα ως «αποικία χρέους», αναπαρήγαγε έναν άτοπο και παρωχημένο αντι-αποικιοκρατικό λόγο. Με το να δει την ντόπια «αστική» τάξη ως «τρόικα εσωτερικού» και «κουίσλινγκς», αναπαρήγαγε έναν εμφυλιοπολεμικό λόγο περί εθνικής προδοσίας. Με το να επιζητήσει, τέλος, την «αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας» έναντι των Βρυξελλών ή των Γερμανών, αναπαρήγαγε έναν εθνικολαϊκιστικό λόγο που αναφέρεται σε έναν κόσμο με αυτάρκεις οικονομίες που δεν υφίσταται πλέον.

Ολη αυτή η ρητορεία έχει λάβει τώρα διαστάσεις κωμικοτραγικές μέσω του κυβερνητικού αφηγήματος περί αέναης διαπραγμάτευσης. Η αποτυχία είναι φυσικά παταγώδης, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει το αφήγημα. Δεν ενδιέφερε άλλωστε ούτε και τον Δον Κιχώτη όταν ξιφουλκούσε με τους ανεμόμυλους.

*Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».