PODCASTS

Ρούμι, σάλσα, φιλιά και τώρα «ελευθερία»!

Ρούμι, σάλσα, φιλιά και τώρα «ελευθερία»!

Η απόφασή μου να διασχίσω όλη την Κούβα, από τη μια άκρη στην άλλη, ήταν φανερό ότι δεν άρεσε στον αξιωματούχο που έλεγχε τα χαρτιά μου στην Αβάνα. Ευτυχώς όμως, δύο μέρες πριν φύγω από την Αθήνα, είχε εγκριθεί η δημοσιογραφική μου βίζα – με παρέμβαση του Μίκη, που οι κουβανικές αρχές τον σέβονται σαν Θεό. Και έτσι το «όργανο» έμεινε μόνο στην γκρίνια.

«Προσέξτε! Απαγορεύεται να πάρετε κάποιον που κάνει ωτοστόπ». Δεν το έλεγε για τη δική μου ασφάλεια –άλλωστε η εγκληματικότητα ήταν σχεδόν μηδενική στο νησί– αλλά γιατί οι Κουβανοί δεν πρέπει να ενθαρρύνονται να μετακινούνται. Ακόμη και η Αβάνα είναι κλειστή για τους κατοίκους των άλλων επαρχιών, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή στην πρωτεύουσα, δεν είναι σοβαρός λόγος.

«Και τότε γιατί όλοι είναι χαμογελαστοί στην Κούβα;». Θα σας απαντήσω για την Κούβα που γνώρισα το 2009. Δύο χιλιάδες χιλιόμετρα, σε δύο εβδομάδες. Ο μηνιαίος μισθός ήταν τότε λιγότερο από 300 πέσο. Σαν να λέμε 10 ευρώ. Τον μήνα όχι την ημέρα. «Ο μόνος τρόπος για να αντέξουμε είναι το γέλιο, η μουσική, το ρούμι, ο έρωτας και η βεβαιότητα ότι όλα κάποια στιγμή θα πάνε καλύτερα», μου είπαν, με διαφορετικούς τρόπους, όσοι συνάντησα.

Και αυτή η «κάποια στιγμή», πολλοί πίστεψαν ότι ήταν η τριήμερη επίσκεψη του Ομπάμα το 2016 – με Μισέλ, παιδιά και πεθερά. Η νίκη όμως του Τραμπ ένα χρόνο μετά τα διέλυσε όλα.

Οι εικόνες όταν φτάνεις στη Μαλεκόν, έναν από τους πιο κινηματογραφημένους δρόμους του κόσμου, είναι συγκλονιστικές. Καλογυαλισμένες αντίκες του ’50, τρίκυκλα ταξί –τα λένε κόκο, σαν τις  καρύδες δηλαδή– αιωνόβια αρχοντικά και ωραίοι άνθρωποι. Πρόθυμοι να σου δώσουν το χέρι τους, το μόνο που μπορούν.

Στις ουρές όμως των μποτέγας, των κρατικών παντοπωλείων, οι ίδιοι άνθρωποι είναι σκυθρωποί. Στριμώχνονται για να πάρουν με το δελτίο, ρύζι, ψωμί, φασόλια, σαπούνι, ξυραφάκια, οδοντόπαστες. Δύο πακέτα τσιγάρα τον μήνα ο συνταξιούχος, ένα λίτρο γάλα για τα παιδιά μέχρι 6 ετών και μοσχάρι κάθε 6 μήνες.

Αν πλησίαζες τις ουρές κάποιοι σου ζητούσαν φάρμακα. Οι «μυστικοί», και αυτοί στην ουρά για να καταγράφουν προφανώς ποιοι μουρμουράνε, θα σπεύσουν να σου πουν φωναχτά ότι «για όλα φταίει το εμπάργκο των Αμερικανών».

Τα ίδια είπε αυτές τις μέρες και ο Κανέλ, ο διάδοχος των Κάστρο, καλώντας τους «αληθινά κομμουνιστές» να βγουν στους δρόμους να αναμετρηθούν με τους «αντεπαναστάτες». Εγώ «αληθινούς κομμουνιστές – φανατικούς υπερασπιστές της Επανάστασης» δεν γνώρισα στην Κούβα πέρα από κάποιους κρατικούς υπαλλήλους. Κανείς δεν μιλούσε βέβαια εναντίον του Κάστρο ή του Τσε αλλά όλοι σου έλεγαν «δεν πάει άλλο».

Η εξέγερση λοιπόν αυτόν τον Ιούλιο δεν έπεσε από τον ουρανό. Οι Κουβανοί πεινάνε. Αλλωστε το μαρτυρά και η τελευταία εσπευσμένη απόφαση του Κανέλ. Επιτρέπει στους επισκέπτες που φτάνουν στη Κούβα να φέρνουν μαζί τους φαγητό, φάρμακα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης χωρίς να πληρώσουν δασμούς. Εξάλλου από τις βόρειες παραλίες της Κούβας, η μικρή Αβάνα στο Μαϊάμι απέχει όσο ο Πειραιάς από την Πάρο. Οι «μούλας», τα μουλάρια δηλαδή, αυτοί που έρχονται «φορτωμένοι» με «καλούδια» από το εξωτερικό είναι μια κάποια λύση. Ακόμη κι αν κάποια από τα προϊόντα τους τα διαθέτουν στη «μαύρη αγορά» ή τα ανταλλάσσουν με «υπηρεσίες». Η κατάργηση των δασμών είναι ένα από τα αιτήματα των διαδηλωτών που συγκρούονται με την αστυνομία φωνάζοντας ρυθμικά τη λέξη «ελευθερία».  Ο τουρισμός που κόπηκε λόγω COVID, έκοψε και τα πόδια της κουβανικής οικονομίας.

Στο πάρκο «Αβάνα λίμπρε», για να γυρίσουμε στο ταξίδι μου, οι ουρές τα απογεύματα ήταν τεράστιες. Κάθε 10 με 15 λεπτά ο φύλακας επέτρεπε την είσοδο 30 ανθρώπων. Και αυτοί έτρεχαν να πάρουν με πενταροδεκάρες, παγωτό από το κρατικό κιόσκι. Στην άλλη μεριά του πάρκου σε ένα αντίστοιχο κιόσκι, το ίδιο παγωτό μπορούν να φάνε και οι τουρίστες χωρίς βέβαια να περιμένουν στην ουρά. Μόνο που αυτοί θα πληρώσουν στην κρατική επιχείρηση 3 ευρώ το μπολ. Οσα παίρνει, θυμίζω, ένας Κουβανός για 10 μέρες δουλειάς.

«Και πού ξέρεις ότι όλα αυτά ισχύουν και σήμερα; Εχουν περάσει 12 χρόνια από το ταξίδι σου». Ισχύουν και οι μαρτυρίες των εξεγερμένων το επιβεβαιώνουν. «Μόνο στα δικαιώματα υπάρχουν κάποιες παραχωρήσεις», θα μου πει ένας φίλος που κρατήσαμε επαφή. Παλιότερα το μόνο που μπορούσες να κάνεις με το ίντερνετ ήταν να στείλεις μέιλ σε κάποιον άλλο Κουβανό. Τώρα η επικοινωνία άνοιξε, όπως και τα social media. Και δεν κυνηγούν πια αυτούς που φτιάχνουν το δικό τους ρούμι. Κάποιοι έχουν πάρει και άδειες να παράγουν και να πωλούν προϊόντα. Και οι ομοφυλόφιλοι δεν καταδιώκονται. Μέχρι και η κόρη του Ραούλ Κάστρο είπε ότι ήταν λάθος η θεωρία του κόμματος ότι «η εργασία θα μετατρέψει τους ομοφυλόφιλους σε άντρες».

Στο Σαντιάγο ντε Κούβα, λίγα χιλιόμετρα από το Γκουαντάναμο, οι μουσικοί στους δρόμους παίζουν για Ευρωπαίους που χορεύουν με κουβανές και κουβανούς που χορεύουν με Ευρωπαίες.

Ανοίγω μια παρένθεση εδώ για να πω ότι το σεξ, για πολλούς κουβανούς είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να πουν «υπάρχω». Ενα όπλο ενάντια στο καθημερινό τίποτα. Το λέει και το Λόνλι Πλάνετ: «Στην Κούβα δεν πουλάνε σεξ, πουλάνε έρωτα». «Το σεξ για μας είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, δεν είμαστε Αγγλοσάξονες» θα μου πουν γυναίκες και άντρες «συνοδοί». Μυρίζουν αφρόλουτρο ενώ μένουν σε φτωχικά δωμάτια χωρισμένα με κουρτίνες και τουαλέτες κοινόχρηστες, χωρίς ζεστό νερό.

Στο Σαντιάγο λοιπόν το λίκνο της κουβανικής μουσικής αλλά και της επανάστασης, το Hasta Siempre το τραγούδι του Τσε δεν το ακούς ποτέ στους δρόμους. Οχι τουλάχιστον τις ώρες που κυκλοφορούν οι ντόπιοι. Μπορεί οι τουρίστες να βλέπουν παντού την εικόνα του όμως ο Τσε είναι τουριστικό προϊόν, δεν είναι ο ήρωας των σύγχρονων Κουβανών.

«Μια ακόμα επανάσταση είναι απαραίτητο να γίνει, αυτή που δε θα τελειώσει όταν ο ηγέτης της αναλάβει την Εξουσία», λένε οι καρτ-ποστάλ και τα t-shirt στα μαγαζιά με τα αναμνηστικά.

Ωπ! Πώς παρεισέφρησε τώρα αυτό; Υποκρύπτει αμφισβήτηση του καθεστώτος; Οχι! Είναι μια φράση του ποιητή Χοσέ Μαρτί, εθνικού ήρωα της Κούβας. Το έχει γράψει 60 – 70 χρόνια πριν την νίκη του Κάστρο. Σε μια άλλη επανάσταση λοιπόν αναφερόταν. Αυτήν που συνεχώς αποτυγχάνει.

Ακούστε εδώ ολόκληρο το podcast: