ΚΟΣΜΟΣ

Washington Post: Ο Τραμπ έχει «αποκρύψει» πληροφορίες από συναντήσεις του με τον Πούτιν

trump_putin

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προσπαθήσει να «αποκρύψει» πληροφορίες από τις συναντήσεις του με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, συμπεριλαμβανομένης και τουλάχιστον μίας περίπτωσης, κατά την οποία, πήρε τις σημειώσεις του μεταφραστή του και του ζήτησε να μην μεταφέρει τι ειπώθηκε, όπως δήλωσαν δύο Αμερικανοί αξιωματούχοι στην Washington Post.

Η πράξη αυτή του Τραμπ φέρεται να έγινε μετά από συνάντηση του με τον πρόεδρο Πούτιν το 2017 στο Αμβούργο, στην οποία ήταν παρών και ο τότε Αμερικάνος υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον.

Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι έμαθαν για τις κινήσεις του Τραμπ, όταν ένας σύμβουλος του Λευκού Οίκου και ένας αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείο Εξωτερικών αναζήτησαν περισσότερες πληροφορίες από αυτές που μετέφερε ο Τίλερσον.

Η μέθοδος του Τραμπ να «προστατεύει» τις συζητήσεις του με τον Πούτιν από τη δημόσια σφαίρα, αλλά και από αρκετά στελέχη της κυβέρνησης, έχει ως αποτέλεσμα πέντε συναντήσεις των δύο αρχηγών να μην έχουν καταγραφεί πουθενά, ακόμη και σε απόρρητα έγγραφα, όπως αναφέρει το άρθρο της Washington Post.

Το γεγονός θα ήταν ασυνήθιστο σε οποιαδήποτε προεδρία, πόσο μάλλον σε μία περίοδο που σύμφωνα με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, η Ρωσία προσπάθησε να επηρεάσει το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών.

Η έρευνα του ειδικού εισαγγελέα Ρόμπερτ Μιούλερ βρίσκεται στα τελευταία της στάδια και έχει επικεντρωθεί στην πιθανή εμπλοκή ρωσικών παραγόντων στην καμπάνια του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές του 2016.

Οι νέες λεπτομέρειες για την «μυστικοπάθεια» του προέδρου Τραμπ, σχετικά με τις συναντήσεις του με τον Βλάντιμιρ Πούτιν, τρέφουν το «κλίμα αμφισβήτησης» γύρω από την συμπεριφορά του Αμερικανού προέδρου.

Ο Τραμπ είπε σε συνέντευξη του στον τηλεοπτικό σταθμό Fox News το Σάββατο, ότι δεν πήρε συγκεκριμένα μέτρα για να αποκρύψει τις συναντήσεις του με τον Ρώσο πρόεδρο, ενώ εξαπέλυσε επίθεση στη Washington Post και στον ιδιοκτήτη της Τζεφ Μπέζος.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι στη συνάντηση του με τον Ρώσο πρόεδρο στις 7 Ιουλίου, μετά τη συζήτηση τους στο Συνέδριο G-20 στο Αμβούργο, μίλησαν για το Ισραήλ, μεταξύ άλλων θεμάτων, ενώ δήλωσε ότι «Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να ακούσει αυτή τη συζήτηση. Η συζήτηση ήταν ανοικτή για τον οποιοδήποτε», χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.

Όταν η δημοσιογράφος του σταθμού, τον ρώτησε αν έχει δουλέψει ποτέ στη Ρωσία, απάντησε πως «αυτή είναι η πιο προσβλητική ερώτηση που μου έχουν κάνει».

Αν και πολλοί Αμερικανοί αναλυτές και πρώην αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι η συμπεριφορά του Τραμπ είναι «στην καλύτερη περίπτωση περίεργη», όπως αναφέρει στο άρθρο της η Washington Post, άνθρωποι στο στενό κύκλο του ισχυρού άνδρα, υποστηρίζουν ότι ο ίδιος πιστεύει πως η παρουσία κατώτερων αξιωματούχων στις συναντήσεις του με τον Πούτιν, τον εμποδίζουν απο το να αναπτύξει καλές σχέσεις με τον πρόεδρο Πούτιν και να αποφύγει τις διαρροές, που «έπληξαν» την κυβέρνηση του στα πρώτα χρόνια της.

Η κριτική στον Τραμπ βασίζεται σε αρκετές κινήσεις του, οι οποίες θεωρούνται από πολλούς ως ευνοϊκές προς το Βερολίνο. Έχει χαρακτηρίσει την κατηγορία για ρωσική εμπλοκή στις αμερικανικές εκλογές ως «φάρσα», έχει υποστηρίξει ότι η Ρωσία δικαιούταν να προσαρτήσει την Κριμαία, έχει επανειλημμένα επιτεθεί στους νατοϊκούς του συμμάχους, ενώ έχει αντιτεθεί και στις προσπάθειες επιβολής κυρώσεων στη Μόσχα.

Η επιλογή του Τραμπ να απολύσει τον Τζέιμς Κόμεϊ από την διεύθυνση του FBI, οδήγησε την υπηρεσία να ξεκινήσει έρευνες για το αν ο Αμερικανός πρόεδρος είχε στόχο να βοηθήσει τη Ρωσία, όπως δημοσίευσαν οι New York Times.

Ο Τραμπ, ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε τέτοια σύμπραξη, επικρίνει τακτικά την έρευνα του εισαγγελέα Μιούλερ, την οποία θεωρεί «κυνήγι μαγισσών» και μηχανορραφία που έχει σκοπό να «απονομιμοποιήσει» την προεδρία του.

Η έρευνα Μιούλερ είχε ως αποτέλεσμα απαγγελίες κατηγοριών και καταδίκες στενών συνεργατών του Τραμπ.

Ο δικηγόρος του, Μάικλ Κόεν, καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων κυρίως για παραβιάσεις της νομοθεσίας που αφορά τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας.

Ο Πολ Μάναφορτ, που διετέλεσε επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ, καταδικάστηκε για κατάχρηση δημοσίων πόρων σε σχέση με δραστηριότητες στην Ουκρανία πριν από την προεκλογική εκστρατεία του 2016.

Και ο Μάικλ Φλιν, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Τραμπ, ομολόγησε την ενοχή του ότι είπε ψέματα στους ερευνητές για τις σχέσεις του με Ρώσους αξιωματούχους.

Δεν είναι ξεκάθαρο, εάν ο Τραμπ πήρε τις σημειώσεις του μεταφραστή, κάποιοι όμως αξιωματούχοι αναφέρουν ότι ποτέ δεν κατάφεραν να διαβάσουν μία αξιόπιστη αναφορά από τη δίωρη συνάντηση του με τον πρόεδρο Πούτιν στο Ελσίνκι, σύμφωνα με την Washington Post.

Αν και ο Τίλερσον έχει δηλώσει πως «ήταν παρών σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης των δύο προέδρων», έχει αποφύγει να σχολιάσει εάν ο Τραμπ πήρε τις σημειώσεις του μεταφραστή.

Ο Τίλερσον δήλωσε στη συνέντευξη Τύπου, μετά το τέλος της συνάντησης, ότι ο πρόεδρος Τραμπ «είχε πιέσει τον Ρώσο πρόεδρο, σχετικά με την εμπλοκή της χώρας του στις αμερικανικές εκλογές», με τον Πούτιν να «απαντά αρνητικά, όπως πιστεύω έχει κάνει και στο παρελθόν», πρόσθεσε.

Η δήλωση του Τίλερσον έρχεται σε σύγκρουση με τη δήλωση του ίδιου μεταφραστή, ο οποίος έχει πει ότι στη συνάντηση των δύο ανδρών, όντως ο Ρώσος πρόεδρος αρνήθηκε τη ρωσική εμπλοκή στις αμερικανικές εκλογές, αλλά ο Τραμπ του απάντησε απλά «σε πιστεύω».

Πολλοί πρόεδροι έχουν ζητήσει την παρουσία των συμβούλων τους στις συναντήσεις τους με τους Ρώσους ομόλογους τους, ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις σχετικά με το τι συζητήθηκε. Οι σημειώσεις του Τάλμποτ από τις συναντήσεις του Μπιλ Κλίντον με τον Μπόρις Γιέλτσιν ήταν ανάμεσα στα χιλιάδες απόρρητα έγγραφα που βγήκαν στη δημοσιότητα πέρσι, καταλήγει η Washington Post.