ΚΟΣΜΟΣ

Διχασμός στον Λευκό Οίκο για το Ιράν

dichasmos-ston-leyko-oiko-gia-to-iran-2316544

Εντονα δυσαρεστημένος με τα «γεράκια» της κυβέρνησής του, που δημιουργούν πολεμική ατμόσφαιρα με το Ιράν, εμφανίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post.

Οπως αναφέρει το ρεπορτάζ, η οργή του Αμερικανού προέδρου στρέφεται κυρίως εναντίον του συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Τζον Μπόλτον και του υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, οι οποίοι έκαναν λόγο τις τελευταίες ημέρες περί άμεσης απειλής εναντίον αμερικανικών στρατευμάτων από την πλευρά της Τεχεράνης, χωρίς να πείσουν ούτε τον Λευκό Οίκο ούτε τους Δυτικούς συμμάχους των ΗΠΑ.

Ο ίδιος ο Τραμπ διέψευσε τα περί «εσωτερικής σύγκρουσης» στην κυβέρνησή του, όχι όμως και τη διάσταση απόψεων με κορυφαίους συνεργάτες του. «Δεν υπάρχει κανενός είδους εσωτερική σύγκρουση. Εκφράζονται διαφορετικές απόψεις και εγώ παίρνω την τελική και οριστική απόφαση», σχολίασε σχετικά μέσω Twitter. Το ρεπορτάζ της Washington Post, εφημερίδας που έχει παραδοσιακά πολύ καλές πηγές στο Πεντάγωνο, αναφέρει ότι το σύνολο της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας, όπως και ο υπηρεσιακός υπουργός Αμυνας Πάτρικ Σάναχαν, συντάσσεται με τον Τραμπ εναντίον των «γερακιών» και προειδοποιεί για το μεγάλο κόστος μιας ενδεχόμενης στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν.

Από την πλευρά τους, οι New York Times αποκάλυψαν ότι η εκτίμηση των Μπόλτον και Πομπέο περί ιρανικής απειλής στηριζόταν σε φωτογραφίες ιρανικών πλοιαρίων, φορτωμένων με πυραύλους, να πλέουν στον Περσικό Κόλπο, κάτι που θεωρήθηκε ως προοίμιο επίθεσης των Φρουρών της Επανάστασης κατά αμερικανικών πλοίων. Ωστόσο, η εφημερίδα σημειώνει ότι άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ, όπως και στελέχη και των δύο κομμάτων στο Κογκρέσο, διαφώνησαν έντονα με αυτή την εκτίμηση, θεωρώντας ότι επρόκειτο για αμυντική προετοιμασία του Ιράν και όχι για επιθετική κίνηση. Στο μεταξύ, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Τζαβάντ Ζαρίφ, στη διάρκεια επίσκεψής του στην Ιαπωνία δήλωσε ότι παρά την «απαράδεκτη» κλιμάκωση των αμερικανικών κυρώσεων, η κυβέρνησή του θα συνεχίσει να επιδεικνύει «μέγιστη αυτοσυγκράτηση» και να τηρεί τους όρους της διεθνούς συμφωνίας του 2015 για το πυρηνικό της πρόγραμμα.