ΚΟΣΜΟΣ

Αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών

ayxisi-ton-germanikon-amyntikon-dapanon-2329762

ΒΕΡΟΛΙΝΟ. Η νέα υπουργός Αμυνας της Γερμανίας Ανεγκρετ Κραμπ-Κάρενμπαουερ (ΑΚΚ) υποστήριξε χθες ότι η ανάγκη για αύξηση των αμυντικών δαπανών της χώρας είναι αδήριτη, υπογραμμίζοντας την προσήλωσή της στην ευόδωση μακροπρόθεσμων αμυντικών στόχων. Η άρτι ορκισθείσα υπουργός διαδέχεται τη νεοεκλεγείσα πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία είχε εξαγγείλει τη δραστική αύξηση της δαπάνης κατά 5 δισ. ευρώ για τον προϋπολογισμό του 2019.

Στον απόηχο της επανειλημμένης, δριμείας κριτικής που έχει ασκήσει ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ για την ανεπαρκή οικονομική συμβολή των μελών του ΝΑΤΟ στη συμμαχία, η Κραμπ-Κάρενμπαουερ διευκρίνισε ότι η μεταστροφή της γερμανικής πολιτικής αποτελεί συνειδητή επιλογή, ανταποκρινόμενη στις αυτοτελείς ανάγκες ασφαλείας του κράτους, και όχι υποχώρηση σε εξωγενείς πιέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, το Βερολίνο δεσμεύεται να προσεγγίσει τον στόχο του 1,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2024, παρά την αρχική συμφωνία που επήλθε το 2014 μεταξύ των μελών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, για δημοσιονομική προσαρμογή της τάξεως του 2%.

Η επικεφαλής του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και προσωπική επιλογή της Αγκελα Μέρκελ τόνισε μάλιστα ότι η Γερμανία παραμένει ένας «αξιόπιστος σύμμαχος», που δεν αποσκοπεί στον επανεξοπλισμό, παρά μόνο στην αναβάθμιση του αμυντικού οπλοστασίου της και στην περαιτέρω εξειδικευμένη εκπαίδευση του στρατιωτικού προσωπικού. Ο εταίρος του εύθραυστου κυβερνητικού συνασπισμού Ρολφ Μίτσενιχ εναντιώθηκε σε μια ενδεχόμενη επίτευξη του στόχου του 2%, ισχυριζόμενος ότι η εκπλήρωση των αμυντικών αναγκών της Γερμανίας δεν προϋποθέτει πρωτίστως την οικονομική ενίσχυση της στρατιωτικής βιομηχανίας. Παράλληλα, κάλεσε τη νέα υπουργό να αντιμετωπίσει τις υπάρχουσες αδυναμίες του χαρτοφυλακίου που αναλαμβάνει, προτού θέσει το 2% του ΑΕΠ στόχο στρατηγικής σημασίας. Ο επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, τέλος, στηλίτευσε τις απόπειρες εξωτερικής παρέμβασης στις αποφάσεις της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι ο αποκλειστικός ρυθμιστής του κρατικού προϋπολογισμού είναι το ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο της Μπούντεσταγκ.