ΚΟΣΜΟΣ

Αφγανιστάν: νέο Κοσσυφοπέδιο ή νέο Βιετνάμ;

Οι πολιτικοί βρίσκονται συχνά στη δυσάρεστη θέση να υλοποιούν, από τη στιγμή που θα βρεθούν στην εξουσία, μια πολιτική διαμετρικά αντίθετη από εκείνη που οραματίζονταν στα χρόνια της αντιπολιτευτικής τους αθωότητας. Ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ υποσχέθηκε στους συμπολίτες τους ότι θα μείνει μακριά από την πυρκαγιά του πολέμου που καταβρόχθιζε τις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες, για να ανακρούσει πρύμναν μετά την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Ο στρατηγός Κόλιν Πάουελ, που ερωτοτροπούσε μέχρι την τελική ευθεία της προεκλογικής περιόδου με την ιδέα να διεκδικήσει το προεδρικό χρίσμα, συντάχθηκε τελικά με τον Τζορτζ Μπους, σκοπεύοντας να προωθήσει, ως υπουργός Εξωτερικών, το δικό του στρατιωτικό δόγμα.

Εχοντας ζήσει από πρώτο χέρι το φιάσκο του Βιετνάμ, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας πίστευε ακράδαντα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να εμπλέκονται σε πολεμικές επιχειρήσεις εκτός συνόρων παρά μόνο αν εκπληρούνται δύο βασικές προϋποθέσεις: Συντριπτική υπεροχή πυρός που θα εγγυάται γρήγορη νίκη με τις ελάχιστες ή μηδενικές απώλειες και ξεκάθαρος πολιτικός στόχος των όποιων επιχειρήσεων. Οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί στο Κοσσυφοπέδιο, που κατέληξαν στην ανατροπή του Μιλόσεβιτς, ήταν πολύ κοντά σ’ αυτήν τη λογική, παρά τις επιφυλάξεις που ο ίδιος ο Πάουελ είχε εκφράσει στην αρχική φάση των επιχειρήσεων.

Το φάντασμα

του Βιετνάμ

Οπως αναγνώριζε όμως χθες ο αρθρογράφος των «New York Times» R.W. Apple, ο συνεχιζόμενος πόλεμος στο Αφγανιστάν, μακράν του να αποτελεί ένα ασιατικό ανάλογο του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο, «φέρνει στο προσκήνιο το φάντασμα ενός νέου Βιετνάμ». Κανένας από τους δύο πυλώνες του δόγματος Πάουελ δεν άντεξε στη δοκιμασία των πρώτων τεσσάρων εβδομάδων των αμερικανικών επιχειρήσεων. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί από μεγάλο ύψος και οι εντελώς περιορισμένες επιχειρήσεις ολιγομελών μονάδων των ειδικών δυνάμεων, που υπακούουν στη λογική των μηδενικών απωλειών, αποδείχθηκαν αποκαρδιωτικά αναποτελεσματικές, με αποτέλεσμα οι υπουργοί Αμυνας των ΗΠΑ και της Βρετανίας να δηλώνουν τώρα ότι αντιμετωπίζουν σοβαρά το ενδεχόμενο μαζικής εισβολής χερσαίων δυνάμεων, κατά τα πρότυπα των πολέμων στην Κορέα και στον Κόλπο -κάτι που συνεπάγεται αναπόφευκτα σημαντικές απώλειες για τους επιτιθέμενους.

Εξίσου απογοητευτική είναι η αδυναμία των Αμερικανών να εξασφαλίσουν βιώσιμη πολιτική λύση για την μετα-Ταλιμπάν εποχή. Εδώ και τρεις εβδομάδες, βρίσκονται σε εξέλιξη τουλάχιστον έξι απόπειρες συγκρότησης βιώσιμης κυβέρνησης σε διάφορα σημεία του κόσμου, από τη Ρώμη και τη Λευκωσία μέχρι την Αγκυρα και την Πεσαβάρ. Αυτό που εμποδίζει την αίσια κατάληξη αυτών των προσπαθειών δεν είναι τόσο οι αλληλογρονθοκοπούμενες επιδιώξεις των ποικίλων φυλάρχων, ιερέων, στρατιωτικών ηγετών και πολιτικών που συνθέτουν το σχιζοφρενικό τοπίο της αφγανικής αντιπολίτευσης, όσο οι αγεφύρωτες αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ των ευκαιριακών συμμάχων των ΗΠΑ, και κυρίως μεταξύ Ρωσίας και Πακιστάν. Οπως είναι γνωστό, η Μόσχα προσβλέπει σε έναν προωθημένο ρόλο της προστατευόμενης από αυτήν Βόρειας Συμμαχίας, ενώ το ευάλωττο καθεστώς Μουσάραφ πασχίζει να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των φιλικών προς το Πακιστάν «μετριοπαθών Ταλιμπάν», αγνώστων λοιπόν στοιχείων.

Το άλογο πίσω από το κάρο

Από την εποχή του Κλαούζεβιτς και μετά, όλες οι στρατιωτικές και πολιτικές ελίτ του δυτικού κόσμου έχουν εκπαιδευτεί στη λογική του ότι «ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Αλλά τα ολέθρια πλήγματα της 11ης Σεπτεμβρίου έφεραν την αμερικανική υπερδύναμη στη δυσάρεστη θέση να έχει το άλογο πίσω από το κάρο: Να ξεκινήσει μια πολεμική προσπάθεια αναζητώντας στον δρόμο τους πολιτικούς στόχους και τις συμμαχίες της. Πενήντα ημέρες μετά την κατάρρευση των δίδυμων πύργων, τίποτα δεν δείχνει ότι οι επιτελείς της κυβέρνησης Μπους έχουν βρει τις απαντήσεις που χρειάζονται…