ΚΟΣΜΟΣ

Ο επίμαχος διάλογος Τραμπ – Ζελένσκι

o-epimachos-dialogos-tramp-amp-8211-zelenski-2339255

Μία μέρα μετά την απόφαση των Δημοκρατικών να χρησιμοποιήσουν το «πυρηνικό τους όπλο» εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ, κινώντας τη διαδικασία της παραπομπής του με το ερώτημα της καθαίρεσης, ο Αμερικανός πρόεδρος αναγκάστηκε να δώσει στη δημοσιότητα το κείμενο της επίμαχης συνομιλίας του με τον Ουκρανό ομόλογό του Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Οπως προκύπτει από την απομαγνητοφώνηση της τηλεφωνικής συνδιάλεξης, που έλαβε χώρα την 25η Ιουλίου, ο Τραμπ όντως ζήτησε από τον άρτι εκλεγέντα Ζελένσκι να ερευνήσει εάν ο Δημοκρατικός πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν είχε προσπαθήσει να σταματήσει δικαστική έρευνα για ουκρανική εταιρεία φυσικού αερίου, στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας χρημάτισε μέλος ο γιος του, Χάντερ.

«Γίνεται πολύς λόγος για τον γιο του Μπάιντεν, λένε ότι ο (πατέρας) Μπάιντεν σταμάτησε μια δικαστική έρευνα και πολλοί άνθρωποι θέλουν να βρουν τι συνέβη, επομένως οτιδήποτε κάνετε σε συνεργασία με τον υπουργό Δικαιοσύνης (των ΗΠΑ) θα ήταν σπουδαίο», είπε ο Τραμπ στον Ζελένσκι στη διάρκεια της ημίωρης συνομιλίας τους. Ο Τζο Μπάιντεν είναι από τους επικρατέστερους υποψηφίους των Δημοκρατικών για το προεδρικό χρίσμα ενόψει των εκλογών του 2020 και ο Τραμπ κατηγορείται ότι χρησιμοποίησε το αξίωμά του για να αντλήσει πλεονέκτημα έναντι πολιτικών του αντιπάλων, στο εσωτερικό της χώρας.

«Ξεδιάντροπη προδοσία»

Το βράδυ της Τρίτης, η Δημοκρατική πρόεδρος της Βουλής Νάνσι Πελόσι, ύστερα από μήνες δισταγμών, διέβη τον Ρουβίκωνα, ανακοινώνοντας έρευνα για την παραπομπή του Τραμπ. «Οι ενέργειες της προεδρίας του αποκάλυψαν την ξεδιάντροπη προδοσία του προεδρικού όρκου, την προδοσία της εθνικής μας ασφάλειας, αλλά και την προδοσία της ακεραιότητας των εκλογών μας», δήλωσε η Πελόσι.

Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγορήθηκε επίσης ότι ανέστειλε την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, ύψους 391 εκατομμυρίων δολαρίων, προς την Ουκρανία για να πιέσει τον Ζελένσκι γύρω από την υπόθεση των Μπάιντεν. Στο κείμενο της απομαγνητοφώνησης δεν γίνεται ρητή αναφορά στο «πάγωμα» της βοήθειας, αλλά το γεγονός ότι η απόφαση είχε ληφθεί λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την επίμαχη συνομιλία προκαλεί εύλογους συνειρμούς.

«Κυνήγι μαγισσών»

Σε μια προσπάθεια να περάσει στην αντεπίθεση, ο Τραμπ δήλωσε χθες ότι η έναρξη έρευνας για την παραπομπή του συνιστά «επονείδιστη πράξη» από την πλευρά των Δημοκρατικών και αρνήθηκε ότι άσκησε την παραμικρή πίεση στον Ζελένσκι. «Είναι το μεγαλύτερο κυνήγι μαγισσών στην αμερικανική ιστορία», σχολίασε ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος εμφανίστηκε αισιόδοξος πως το στρατήγημα των Δημοκρατικών θα λειτουργήσει ως μπούμερανγκ. Οι περισσότεροι σύμβουλοι στο επιτελείο του, συμπεριλαμβανομένου του δικηγόρου του Ρούντολφ Τζουλιάνι, σχεδόν καλωσόρισαν την ανακοίνωση της Πελόσι, εκτιμώντας ότι η παραπομπή θα στραφεί εις βάρος των Δημοκρατικών. Οπως η παραπομπή του Μπιλ Κλίντον είχε αποβεί εις βάρος των Ρεπουμπλικανών, καθώς η αμερικανική κοινή γνώμη την εξέλαβε ως υπερβολή, υπαγορευμένη από άμετρο κομματικό πάθος. Η διαφορά είναι ότι ο Κλίντον αφενός δεν είχε μπροστά του αγώνα για την επανεκλογή του, αφετέρου δεχόταν ανηλεή επίθεση από τους Ρεπουμπλικανούς για περιστατικό της προσωπικής του ζωής και δεν κατηγορούνταν ότι υποτάσσει την εθνική ασφάλεια στη σπίλωση πολιτικών αντιπάλων.

Σε δηλώσεις του ο Τζο Μπάιντεν τόνισε ότι, αν ο Τραμπ δεν βοηθήσει τις έρευνες του Κογκρέσου για την πολύκροτη υπόθεση, τότε «δεν θα αφήσει στο Κογκρέσο άλλη επιλογή από την παραπομπή». Από την πλευρά του, ο Ζελένσκι δήλωσε χθες, χαριτολογώντας, ότι ουδείς μπορεί να του ασκήσει πιέσεις, πέραν του εξάχρονου γιου του. Αργότερα, ύστερα από συνάντηση που είχε με τον Τραμπ στη Νέα Υόρκη, ανέφερε ότι «κανείς δεν με πίεσε» και ότι δεν επιθυμεί να εμπλακεί στις εκλογές των ΗΠΑ. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η έρευνα θα ηλεκτρίσει την πολιτική ατμόσφαιρα στις ΗΠΑ, στην πορεία για τις εκλογές του 2020. Πάντως, η Νάνσι Πελόσι έδειξε από χθες ότι θα προσπαθήσει να κρατήσει την αντιπαράθεση μέσα σε θεσμικά όρια, καθώς είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ, όπου συζήτησαν θέματα της νομοθετικής ατζέντας.

Η διαδικασία της παραπομπής

H πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ, Νάνσι Πελόσι, ανακοίνωσε το βράδυ της Τρίτης την έναρξη της επίσημης έρευνας για την παραπομπή του Αμερικανού προέδρου Τραμπ, η οποία πιθανώς να οδηγήσει στην καθαίρεσή του. Πολλοί διαπρεπείς νομικοί υποστηρίζουν ότι δεν είναι δυνατόν να ασκηθούν διώξεις εναντίον Αμερικανού προέδρου κατά τη διάρκεια της θητείας του και έτσι ο μοναδικός τρόπος να καθαιρεθεί από το ύπατο αξίωμά του είναι να ακολουθηθεί διαδικασία παραπομπής. Πώς, όμως, μπορεί να γίνει αυτό; Και ποιοι πρόεδροι παραπέμφθηκαν στο παρελθόν;

Η διαδικασία που ακολουθείται είναι ομολογουμένως αρκετά πολύπλοκη και ουσιαστικά σημαίνει ότι παρουσιάζονται οι κατηγορίες εναντίον του στο Κογκρέσου προκειμένου να δημιουργηθεί η βάση για μια πιθανή δίκη.

Οποιοδήποτε μέλος της Βουλής μπορεί να προτείνει την παραπομπή του πρόεδρου για κατηγορίες όπως η προδοσία, η δωροληψία ή άλλα σοβαρά αδικήματα και πλημμελήματα. Η Βουλή των Αντιπροσώπων αξιολογεί τις κατηγορίες και με απλή πλειοψηφία (51%) αποφασίζει εάν η παραπομπή θα γίνει αποδεκτή, οπότε η διαδικασία συνεχίζεται. Στη Γερουσία ξεκινά η δίκη, υπό την προεδρία του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μέλη του Βουλής των Αντιπροσώπων είναι οι κατήγοροι της υπόθεσης, ενώ τα μέλη της Γερουσίας οι «ένορκοι». Ο πρόεδρος έχει τη δυνατότητα να διορίσει δικηγόρους υπεράσπισης. Στο τέλος της διαδικασίας, μία ψηφοφορία στη Γερουσία κρίνει το αποτέλεσμα. Αν, τουλάχιστον, τα δύο τρίτα των γερουσιαστών (67%) κρίνουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είναι ένοχος για τις κατηγορίες που τον βαρύνουν, καθαιρείται από τα καθήκοντά του, τα οποία αναλαμβάνει ο αντιπρόεδρος, μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας του και τη διεξαγωγή εκλογών.

Ετσι η διαδικασία παραπομπής ξεκινά πάντα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και χρειάζεται απλή πλειοψηφία για να περάσει και να ολοκληρωθεί στη Γερουσία. Ωστόσο, ποτέ στην αμερικανική ιστορία δεν έχουν συγκεντρωθεί τα δύο τρίτα των ψήφων των γερουσιαστών που απαιτούνται προκειμένου να καθαιρεθεί ο πρόεδρος.

Αλλες περιπτώσεις

Μέχρι σήμερα, δύο Αμερικανοί πρόεδροι παραπέμφθηκαν. Ο ένας ήταν ο Μπιλ Κλίντον, 42ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο οποίος κατηγορήθηκε για ψευδορκία και παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης όταν είπε ψέματα για τη φύση της σχέσης του με τη Μόνικα Λεβίνσκι και στη συνέχεια της ζήτησε να πει και αυτή ψέματα. Ο πρόεδρος Κλίντον παραπέμφθηκε, αλλά όταν έφτασε η δίκη στη Γερουσία, το 1999, δεν συγκεντρώθηκαν τα δύο τρίτα των ψήφων των γερουσιαστών που ήταν απαραίτητα για την καθαίρεσή του.

Ο δεύτερος, όχι δεν ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον, όπως εύκολα θα πίστευαν πολλοί, αλλά ο Αντριου Τζόνσον, ο οποίος υπήρξε ο 17ος Αμερικανός πρόεδρος, κατά την περίοδο 1865-1869. Ο Τζόνσον παραπέμφθηκε το 1868, έντεκα μόλις ημέρες αφότου είχε απομακρύνει τον υπουργό Πολέμου Εντουιν Στάντον, που διαφωνούσε με τις πολιτικές του. Ωστόσο, λίγο έλειψε να μην τα καταφέρει στη Γερουσία, καθώς η πλειοψηφία των δύο τρίτων δεν συγκεντρώθηκε χάρη σε μία μόνο ψήφο.