ΚΟΣΜΟΣ

Θα επανακτήσουν τις ψυχικές τους δυνάμεις οι ΗΠΑ;

Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 αποτελεί κοσμοϊστορικό γεγονός, συγκρινόμενο με τη δολοφονία στο Σεράγεβο το 1914. Η ιστορική σημασία τους έγκειται στο ότι και τα δύο συμβολίζουν το τέλος μιας εποχής. Το Σεράγεβο συμβολίζει την απαρχή της κατάρρευσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, αυτού του υπερήφανου πύργου που δέσποζε για 3 αιώνες. Με την ίδια έννοια, το πλήγμα που δέχθηκαν οι ΗΠΑ στις 11 Σεπτεμβρίου δεν αφορά μόνο τα σύμβολα της οικονομικής και στρατιωτικής κυριαρχίας τους, αλλά και τη δεσπόζουσα θέση τους ως της αδιαμφισβήτητης υπερδύναμης. Συνεπώς, η κατάρρευση των πύργων του Διεθνούς Κέντρου Εμπορίου, ενδεχομένως να συμβολίζει και την κατάρρευση του παγκόσμιου οικοδομήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 1945 από τις ΗΠΑ.

Το αγωνιώδες ερώτημα, που πλανάται από τις 11 Σεπτεμβρίου, είναι εάν οι ΗΠΑ θα επανακτήσουν τις ψυχικές τους δυνάμεις, ώστε να διατηρήσουν τον ρόλο τους, ή εάν το ηθικό τους θα καταρρακωθεί σε τέτοιο βαθμό που θα τους οδηγήσει σε μία αναδίπλωση. Αν συμβεί το τελευταίο, τότε τι μέλει γενέσθαι για την ανθρωπότητα; Θα μπορέσει να διαμορφωθεί ένα νέο συλλογικό σύστημα ασφαλείας, ή μήπως η έλλειψη ενός Λεβιάθαν μας οδηγήσει στον όλεθρο;

Πριν ακόμη το 1914, ο 20ός αιώνας είχε χαρακτηρισθεί ως ο «αμερικανικός αιώνας». Αυτό επαληθεύθηκε μετά το 1945. Π.χ. ελάχιστοι στη Δύση θα διαφωνούσαν με την άποψη του Αρθουρ Κέσλερ ότι το δίλημμα για την ανθρωπότητα ήταν Pax-Americana ή χάος. Την εποχή του ψυχρού πολέμου, παρά τις κατά καιρός εξάρσεις αντι-αμερικανισμού ή τις ενδο-συμμαχικές μεμψιμοιρίες, η δεσπόζουσα θέση των ΗΠΑ ήταν αδιαμφισβήτητη. Οταν όμως κατέρρευσε το οικοδόμημα του ψυχρού πολέμου, αρκετοί ήταν εκείνοι που θεώρησαν ότι το τέλος του διπολισμού θα σηματοδοτούσε και το τέλος του «αμερικανικού αιώνα». Τα σημεία «κόπωσης» της αμερικανικής οικονομίας ήταν έκδηλα, κυρίως τη δεκαετία του 1980. Τα διευρυνόμενα ελλείμματα καλλιεργούσαν έντονες ανησυχίες εάν οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν την Ιαπωνία και την αναζωογονημένη Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αυτός ο προβληματισμός πρόσφερε το έδαφος για αναλύσεις, όπως εκείνη του Paul Kennedy που θεωρούσε ότι η συρρίκνωση της οικονομικής βάσης των ΗΠΑ θα υπέσκαπτε τη στρατιωτική της ισχύ.

Πόσο ισχυρές, όμως, ήταν στρατιωτικά οι ΗΠΑ, κυρίως μετά την τραυματική εμπειρία στο Βιετνάμ; Την περίοδο του ψυχρού πολέμου η απάντηση ήταν προφανής. Η κατοχή ενός τεράστιου πυρηνικού οπλοστασίου, η βιομηχανική της υποδομή και πρωτίστως το τεχνολογικό της προβάδισμα, σε σύγκριση με τη Σοβιετική Ενωση, την καθιστούσαν την αδιαμφισβήτητη υπερδύναμη. Ωστόσο, αυτή η εικόνα ήταν μάλλον πλασματική, καθώς εκθείαζε την τεχνολογία και τα υλικά μέσα, ενώ παραγνώριζε τον ψυχολογικό παράγοντα. Η πραγματικότητα ήταν ότι όσες φορές αμερικανικές δυνάμεις ενεπλάκησαν σε χερσαίες επιχειρήσεις, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Π.χ., η επιχείρηση ειδικών μονάδων στον Ιράν, το 1980, για την απελευθέρωση των Αμερικανών ομήρων, είχε τραγική κατάληξη. Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι αμερικανικές δυνάμεις στον Λίβανο αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν βιαστικά ύστερα από τη βομβιστική επίθεση σε μονάδα πεζοναυτών, στις 23 Οκτωβρίου 1983, που στοίχισε τη ζωή σε 241 άνδρες. Κάτι παρόμοιο συνέβη 10 χρόνια αργότερα στη Σομαλία. Μια από τις λιγοστές επιτυχίες των Αμερικανών ήταν η κατάληψη της πρωτεύουσας της Γρενάδας (με πληθυσμό 4.000 κατοίκους), για να ανατρέψουν τη φιλο-καστρική κυβέρνηση, μια πράξη που απαθανατίστηκε και από το Χόλιγουντ. Αυτό συνέβη 2 ημέρες μετά την τραγωδία στη Βυρηττό. Την ίδια εποχή εγκαινιάζονταν επίσημα το SDI (Strategic Defence Ιnitiαtive), γνωστό και ως «πόλεμος των άστρων». Με άλλα λόγια, τη δεκαετία του ’80 οι ΗΠΑ αναδεικνύονταν ως η κατ’ εξοχήν «high tech» υπερδύναμη. Αυτό σε μια εποχή που οι Σοβιετικοί αιμορραγούσαν στο Αφγανιστάν.

Ο «πόλεμος των άστρων» αφορούσε την αντιπαράθεση με τους Σοβιετικούς. Οσον αφορά τις προκλήσεις στον Τρίτο Κόσμο, οι Αμερικανοί προσέφευγαν στην τακτική των αεροπορικών βομβαρδισμών, αρχής γενομένης από τη Λιβύη, το 1986. Ισως αποτελεί ιστορική ειρωνεία το ότι ο πρώτος αεροπορικός βομβαρδισμός έγινε στη Λιβύη από τους Ιταλούς, στη διάρκεια του ιταλοτουρκικού πολέμου (1911-12). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η μετέπειτα συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των αεροπορικών βομβαρδισμών, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που αφορά τη χρήση πυρηνικών όπλων, έχει ως σημείο αναφοράς την εμπειρία του 1911-12. Οι πρώτοι θεωρητικοί στη στρατηγική των αεροπορικών βομβαρδισμών ήταν Ιταλοί. Η άποψη που επικράτησε ήταν ότι η αποτελεσματικότητά τους βασιζόταν στον ψυχολογικό παράγοντα. Ο στόχος ήταν η δημιουργία ενός κλίματος μαζικής υστερίας και πανικού, το οποίο θα λύγιζε την αντίσταση της ηγεσίας και θα γονάτιζε το έθνος.

Αυτό αφορούσε όλες τις χώρες που ήταν ευάλωτες σε επίθεση. Οπως προφητικά προειδοποιούσε το 1923 ένας Βρετανός στρατηγός, ο J.F.K. Fuller, το ίδιο το Λονδίνο θα μπορούσε να μετατραπεί σε μία βιβλική κόλαση, όπου ακόμη και το Westminster θα κατέρρεε σε περίπτωση ενός τρομοκρατικού κτυπήματος.

Ορισμένες από αυτές τις δοξασίες επιβεβαιώθηκαν στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πρωτίστως στην περίπτωση της Ιαπωνίας. Ωστόσο, από νωρίς διατυπώθηκαν σοβαρές ενστάσεις, κυρίως φιλοσοφικού χαρακτήρα, για τη νέα μορφή πολέμου. Π.χ. ο Liddel Hart επισήμανε τον κίνδυνο της αλαζονείας που εμπεριείχε η αντίληψη περί κάμψης του ηθικού της «μάζας». Αν αυτός πράγματι ήταν ο σκοπός, τότε η εξουδετέρωση στρατιωτικών στόχων θα αποκτούσε δευτερεύουσα σημασία. Περισσότερο ανησυχητική ήταν η διαπίστωση ότι στη νέα εποχή νικητής δεν θα ήταν απαραίτητα ο ισχυρότερος. Και αυτό διότι η νέα μορφή πολέμου ήταν από τη φύση της απάνθρωπη, καθώς δημιουργούσε την αίσθηση ότι ο πόλεμος δεν είχε να κάνει πλέον με συγκρούσεις στα πεδία των μαχών.

Αυτή η νοοτροπία επικράτησε στις ΗΠΑ, κυρίως μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Η προσφυγή σε αδιάκριτους αεροπορικούς βομβαρδισμούς και η επίδειξη των «high tech» ικανοτήτων της υπερδύναμης έτειναν να γίνουν αυτοσκοπός, με όλες τις παρενέργειες που αυτό συνεπαγόταν. Πέρα από την ηθική πλευρά του ζητήματος που έθεταν οι αδιάκριτοι βομβαρδισμοί, από τη Λιβύη έως τη Γιουγκοσλαβία, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι αυτή η συμπεριφορά καλλιεργούσε στους ίδιους ένα αίσθημα υπέρμετρης αυτοπεποίθησης και υπεροχής. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι ΗΠΑ, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, δεν είχαν την συντριπτική υπεροπλία που διέθεταν αμέσως μετά το 1945. Και αυτό, όχι μόνο διότι είχαν ανακάμψει οι δύο μεγάλοι βιομηχανικοί ανταγωνιστές τους -η Ιαπωνία και η Δυτική Ευρώπη- αλλά και επειδή είχαν επέλθει ασύλληπτες αλλαγές σε παγκόσμια κλίμακα τα τελευταία 50 χρόνια – τεχνολογικές, κοινωνικές, πολιτικές και πρωτίστως δημογραφικές. Το 1945, ο πλανήτης εξακολουθούσε να παραμένει δυτικο-κεντρικός. Η Ινδία και η Κίνα δεν είχαν ακόμη εμφανιστεί ως δυνάμεις στο διεθνές στερέωμα και ο υπόλοιπος «Τρίτος Κόσμος» εξακολουθούσε να είναι υπό ευρωπαϊκή κηδεμονία. Πιο εντυπωσιακές ήταν οι δημογραφικές ανακατατάξεις. Το 1940, ο πληθυσμός του πλανήτη ήταν περίπου δύο δισεκατομμύρια, από τον οποίο σχεδόν ο μισός αντιπροσώπευε τις αναπτυγμένες χώρες. Το 1999, ο πληθυσμός είχε ανέλθει στα 6 δισ. Τα τέσσερα δισ. αφορούσαν τις μη αναπτυγμένες χώρες. Εξίσου εντυπωσιακές ήταν και οι δημογραφικές μετακινήσεις από την ύπαιθρο στις μεγαλουπόλεις, καθώς και οι μεταναστεύσεις, συνήθως προς τις πιο εύπορες χώρες. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές, επικοινωνιακές και συγκοινωνιακές αλλαγές, επέφεραν πρωτόγνωρες αλλαγές στον πλανήτη.

Μετά το 1945 έγινε μια μόνο σοβαρή προσπάθεια από αμερικανικής πλευράς για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων. Το Μάιο του 1977, ο πρόεδρος Κάρτερ ανέθεσε σε μία ομάδα επιφανών επιστημόνων την εκπόνηση μιας Εκθεσης για τα προβλήματα της ανθρωπότητας το 2000. Η «Παγκόσμια Εκθεση 2000 για τον Πρόεδρο» (The Global 2000 Report to the President) χαρακτηρίστηκε σαν ένα από τα πιο σημαντικά και εκρηκτικά ντοκουμέντα του 20ού αιώνα. Η Επιτροπή χαρακτήριζε τα συμπεράσματά της ανησυχητικά, καθώς, αν τα παγκόσμια προβλήματα δεν αντιμετωπίζονταν εγκαίρως, θα έπαιρναν τρομακτικές διαστάσεις. Συνεπώς απαιτούνταν άμεση και συντονισμένη δράση, καθώς τα χρονικά περιθώρια στένευαν. Προφανώς, καμιά χώρα από μόνη της δεν διέθετε τα μέσα για την αντιμετώπισή τους. Θα έπρεπε, λοιπόν, να ανοίξει μία νέα εποχή «πρωτόγνωρης παγκόσμιας συνεργασίας και αφοσίωσης στον κοινό σκοπό». Αυτό ίσχυε πρωτίστως για τις ΗΠΑ, οι οποίες καλούνταν να επιδείξουν πνεύμα «γενναιοδωρίας και δικαιοσύνης».

Η Εκθεση 2000 θα αποτελούσε «τη βάση για μακροπρόθεσμο προγραμματισμό».

Στην ουσία αγνοήθηκε παντελώς από τους διαδόχους του Κάρτερ. Ο διάδοχός του, πρόεδρος Ρέιγκαν, προσέφυγε σε μια νέα κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Σοβιετική Ενωση. Ωστόσο, η κατάρρευση της τελευταίας προσέφερε μοναδική ευκαιρία για να επανέλθουν οι ΗΠΑ στην Εκθεση 2000. Δυστυχώς όμως οι Αμερικανοί ιθύνοντες προτίμησαν την εύκολη οδό της επίδειξης δυνάμεως, κυρίως προς αυτούς τους λαούς που χρειάζονταν τη μεγαλύτερη βοήθεια. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι ΗΠΑ, αντί να συμβάλουν στην επίλυση των κολοσσιαίων προκλήσεων που έθετε η Εκθεση 2000, με τις πράξεις τους ενίοτε όξυναν τα προβλήματα.

Τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου ίσως οδηγήσουν σε περισυλλογή και σε ριζική αλλαγή συμπεριφοράς τους ιθύνοντες του πλανήτη, πρωτίστως τους Αμερικανούς. Ισως συνειδητοποιήσουν ότι τα προβλήματα της ανθρωπότητας δεν αντιμετωπίζονται με δαιμονολογίες, ούτε απλώς με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Αρκεί μια πρόχειρη ματιά στην Εκθεση 2000, για να διαπιστωθεί ότι τα κολοσσιαία προβλήματα της ανθρωπότητας μόνο συλλογικά μπορούν να αντιμετωπισθούν. Αυτό προϋποθέτει πάνω από όλα αλλαγή νοοτροπίας. Στην αντίθετη περίπτωση, το μέλλον της ανθρωπότητας θα είναι αβέβαιο.

Οπως μας υπενθυμίζει ο Κέινς, στην κλασική μελέτη του για τα αίτια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κοσμοϊστορικές αλλαγές δεν οφείλονται τόσο στις πράξεις ή παραλείψεις των πολιτικών, ούτε σε φανατισμούς, αλλά πρωτίστως σε πλανητικής κλίμακας ανακατατάξεις, οι οποίες, λόγω του χαρακτήρα τους, δεν γίνονται πλήρως αντιληπτές στην εποχή τους.

* Ο κ. Π. Τσακαλογιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.