ΚΟΣΜΟΣ

Συνεχίζει να παλεύει για τη δημοκρατία

gkat_10_3110_page_1_image_0001

Φανταστείτε έναν άνθρωπο που έζησε την απελευθέρωση της Δυτικής Ευρώπης το 1945, να επιστρέφει το 1975, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι οι δικτάτορες επανήλθαν. Κάπως έτσι αισθάνεται όποιος βλέπει την Κεντρική Ευρώπη 30 χρόνια μετά τις Βελούδινες Επαναστάσεις του 1989.

Πριν από λίγους μήνες βρέθηκα στο μπαρ ενός ξενοδοχείου της Βουδαπέστης μαζί με τον παλιό αντικομμουνιστή αντιφρονούντα φίλο μου Ζάνος Κις, ο οποίος μου περιέγραψε με ηρεμία το καθεστώς του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν ως απολυταρχία. Και όμως, ο ίδιος ο Ζάνος, το 1988 μου είχε συστήσει τον τότε 25χρονο φοιτητή Ορμπαν, παρουσιάζοντάς τον ως λαμπρό παράδειγμα μιας νέας γενιάς φιλελεύθερων δημοκρατών. Τον Ιούνιο, σε μια διαδήλωση στο Γκντανσκ, άκουσα τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, να καλεί τους συμπατριώτες του να διδαχθούν από το παράδειγμα του κινήματος της Αλληλεγγύης της δεκαετίας του 1980 και να αντισταθούν στην εθνικιστική κυβέρνηση του κόμματος του Νόμου και της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, το κόμμα αυτό θριάμβευσε εκ νέου στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές.

Στην Τσεχία, η εξουσία μοιράζεται ανάμεσα στον πρωθυπουργό Αντρέι Μπάμπις, έναν ολιγάρχη που κάποτε βρισκόταν στον κατάλογο των πληροφοριοδοτών της μυστικής αστυνομίας της κομμουνιστικής Σλοβακίας, και στον οινόφλυγα πρόεδρο Μίλος Ζέμαν, ο οποίος δεν κρύβει τις συμπάθειές του για τη Ρωσία του Πούτιν και την Κίνα του Σι Τζινπίνγκ. Στην παλιά ανατολικογερμανική επικράτεια της Στάζι, ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους έχει δώσει την ψήφο του σε ένα ακροδεξιό, βαθύτατα ξενοφοβικό κόμμα, που ονομάζεται Εναλλακτική για τη Γερμανία. Αυτό συνέβη στις περιφερειακές εκλογές της Σαξονίας, του Βραδεμβούργου και, μόλις την Κυριακή που μας πέρασε, της Θουριγγίας. Ολα αυτά, παρότι τα κρατίδια αυτά αποτελούν εδώ και τρεις δεκαετίες τμήμα μιας από τις πλουσιότερες και πιο σταθερές δημοκρατίες στον κόσμο, η οποία έχει μεταβιβάσει τεράστια ποσά ακριβώς σε αυτές τις φτωχές μετακομμουνιστικές περιοχές.

Δεν είναι καθόλου περίεργο το γεγονός ότι οι σχολιαστές σπεύδουν να μιλήσουν για πέρασμα από το ένδοξο φως του χθες στο σκοτάδι του σήμερα. Η υπερβολή συχνά θεωρείται απαραίτητος όρος για να ξεχωρίσει κανείς μέσα στον συνωστισμό των ιδεών. Ετσι, διαβάζουμε για τον θάνατο της δημοκρατίας, τη νέα εποχή δικτατόρων κ.τ.λ. Είναι μια θεώρηση απλοποιητική και κοντόφθαλμη.

Το σφάλμα μας το 1989 δεν ήταν ότι γιορτάσαμε όσα συνέβησαν στην Κεντρική Ευρώπη, στη Βαλτική και στην πρώην Σοβιετική Ενωση, ως μεγάλο θρίαμβο για την ελευθερία, τη δημοκρατία, την Ευρώπη και τη Δύση. Ηταν όλα αυτά. Το λάθος μας ήταν να πιστέψουμε ότι αυτή ήταν η νέα κανονικότητα, η νομοτέλεια της Ιστορίας. Τώρα, κινδυνεύουμε να κάνουμε το ίδιο λάθος, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο μελλοντικός θρίαμβος του απολυταρχισμού δεν είναι περισσότερο αναπόφευκτος από όσο ήταν ο θρίαμβος της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η συγκρατημένη αισιοδοξία είναι σίγουρα δικαιολογημένη σε ώριμες δημοκρατίες όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, όπου η φιλελεύθερη δημοκρατία αμύνεται σθεναρά απέναντι στον εθνολαϊκισμό.  Δικαιολογείται όμως και στην Κεντρική Ευρώπη. Η «ανελεύθερη δημοκρατία» είναι αντίφαση, σαν να λέμε τηγανητές χιονόμπαλες. Ο όρος, όμως, είναι χρήσιμος για να περιγραφεί μια δημοκρατία που έχει διαβρωθεί χωρίς να καταστραφεί εντελώς. Η παρακμή μπορεί να αντιστραφεί με δημοκρατικά, νόμιμα μέσα, περιλαμβανομένης και της ειρηνικής μαζικής διαμαρτυρίας.

Η χώρα που σήμερα ηγείται της δημοκρατικής αντεπίθεσης είναι η Σλοβακία. Μετά τη φρικτή δολοφονία του Γιαν Κούτσιακ, του δημοσιογράφου που προσπαθούσε να φέρει στο φως τη διαφθορά, καθώς και της φίλης του, ξέσπασαν μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις που βοήθησαν στην ανατροπή του μετακομμουνιστή λαϊκιστή πρωθυπουργού Ρόμπερτ Φίτσο. Οι διαδηλώσεις έφεραν στην εξουσία μια φιλελεύθερη φιλοευρωπαία πρόεδρο, τη Ζουζάνα Καπουτοβά. Η Καπουτοβά, που ήταν μόλις 16 ετών την εποχή της Βελούδινης Επανάστασης στην Τσεχοσλοβακία, τον Νοέμβριο του 1989, είναι ένα καλό παράδειγμα της γενιάς της Ευρώπης μετά το Τείχος. Οταν πάω τον ερχόμενο μήνα στην Μπρατισλάβα, θα έχουμε πολλά να γιορτάσουμε.

Μετά, θα πάρω το τρένο από την Μπρατισλάβα και θα μεταβώ στην Πράγα εγκαίρως, ώστε να προλάβω τη μεγάλη διαδήλωση κατά του τρομακτικού διδύμου Μπάμπις και Ζέμαν, που διοργανώνεται από μια φοιτητική οργάνωση, για την 30ή επέτειο της Βελούδινης Επανάστασης. Υπάρχουν, λοιπόν, και στην Τσεχία λόγοι αισιοδοξίας. Φυσικά, θα πάω και στο Βερολίνο, για την 30ή επέτειο από την πτώση του Τείχους, και θα μείνω στο πρώην διάσημο Grand Hotel του κομμουνιστικού καθεστώτος, που τώρα ανήκει στην αλυσίδα Westin. Οσο και αν τα ποσοστά της AfD προξενούν σοκ, δεν συνιστούν θεμελιώδη απειλή για τη γερμανική δημοκρατία. Δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο για το κόμμα του Νόμου και της Τάξης στην Πολωνία, γιατί είναι σαφές ότι θέλει να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ουγγαρίας. Εχει, όμως, απέναντί του ισχυρά ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης που έχουν υπό τον έλεγχό τους μεγάλες πόλεις και μια κοινωνία σε εγρήγορση.

Μακράν η χειρότερη περίπτωση είναι η Ουγγαρία. Πέρυσι, το ινστιτούτο Freedom House χαρακτήρισε την Ουγγαρία «μερικώς ελεύθερη». Είναι η μοναδική χώρα της Ε.Ε. που κατατάσσεται σε αυτή την κατηγορία, ενώ η δική μου προσεκτική ανάλυση δεν την κατατάσσει καν στις «ανελεύθερες δημοκρατίες», αλλά στα καθεστώτα που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν «ανταγωνιστικώς αυταρχικά». Και όμως, ακόμη και εκεί, η αντιπολίτευση κατόρθωσε τον περασμένο μήνα να ενωθεί και να κατακτήσει τη δημαρχία της Βουδαπέστης. Αυτό, φυσικά, δεν κάνει την Ουγγαρία ξανά δημοκρατία, γιατί και η τουρκική αντιπολίτευση κατάφερε να ενωθεί και να αποσπάσει τη δημαρχία της Κωνσταντινούπολης, αλλά κανείς έχων σώας τας φρένας δεν θα ισχυριζόταν ότι η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν είναι δημοκρατία.

Αναπόφευκτα, όσοι γράφουμε για την 30ή επέτειο, εμού συμπεριλαμβανομένου, εστιάζουμε στο ερώτημα «τι πήγε στραβά;». Αν όμως η γενιά που μεγάλωσε μετά το Τείχος στην Κεντρική Ευρώπη πολεμήσει για τις ελευθερίες και αν η Ε.Ε. αρχίσει να υπερασπίζεται τη δημοκρατία στα κράτη-μέλη της, υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύουμε ότι η 40ή επέτειος, το 2029, θα μας δώσει ξανά αφορμές για εορτασμούς.