ΚΟΣΜΟΣ

Δύσκολη η ζωή, με ή χωρίς την μπούργκα…

Στον περιτοιχισμένο κήπο του σπιτιού της, η Σοέιλα Χελάλ έκανε μια μικρή επανάσταση εναντίον των Ταλιμπάν. Στο αθέατο από τον έξω κόσμο αίθριο, το διακοσμημένο με κιλίμια που τα συγκρατούσαν δύο μικροί πίνακες, είχε οργανώσει ένα σχολείο με 120 μαθητές, στην πλειονότητά τους κορίτσια. H παράβαση ήταν διπλή: Σαν γυναίκα, η κ. Χελάλ δεν είχε το δικαίωμα να εργάζεται και οι θηλυκού γένους μαθητές δεν είχαν το δικαίωμα να μάθουν. Στα σχολικά μαθήματα επομένως, περιλαμβάνονταν και οδηγίες συμπεριφοράς προς τους Ταλιμπάν. Αν οι μαθητές τούς συναντούσαν στο δρόμο, θα έλεγαν ότι πήγαιναν να την επισκεφθούν. Και έπρεπε να φεύγουν από το σχολείο σε μικρές ομάδες για να μην προσελκύουν την προσοχή.

Η κ. Χελάλ, επαγγελματίας δασκάλα επί δεκαεπτά χρόνια, δεν είχε άλλη επιλογή από την απείθεια. O σύζυγός της πέθανε την εποχή που οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία, αφήνοντάς την με τρία παιδιά τα οποία έπρεπε να τα ζήσει. H δουλειά άλλωστε τη βοήθησε για να μην τρελαθεί: «Σκέφτηκα πολλές φορές να αυτοκτονήσω», λέει, αναφερόμενη στις συνθήκες ζωής μιας γυναίκας στο θεοκρατικό καθεστώς. Σαν γυναίκα δεν επιτρεπόταν να βγαίνει από το σπίτι μόνη της χωρίς τη συνοδεία κάποιου ανδρός συγγενή, αλλά σαν χήρα δεν μπορούσε να επιβιώσει αλλιώς. Το να πάει στο μανάβη ήταν παράπτωμα που τιμωρούνταν με ξυλοδαρμό από τη θρησκευτική αστυνομία. «Μόνο η αγάπη μου για τα παιδιά μου, τα δικά μου και τους μαθητές μου, με έσωσαν».

Πίσω στη δουλειά

Αυτή η αγάπη δεν χρειάζεται πια να κρύβεται πίσω από τους ψηλούς τοίχους της εσωτερικής αυλής. Το σχολείο στο οποίο εργαζόταν η κ. Χελάλ πριν οι Ταλιμπάν ανέλθουν στην εξουσία, άνοιξε ξανά τώρα που έφυγαν από τη Χεράτ, όπου ζει η κ. Χελάλ, όπως και από το μεγαλύτερο μέρος του Αγφανιστάν. Ενα από τα πρώτα πράγματα που ανακοίνωσε ο Ισμαΐλ Χαν, ο διοικητής σήμερα της πόλης, ήταν πως οι γυναίκες πρέπει να δουλεύουν και τα κορίτσια να πηγαίνουν στο σχολείο.

Η Χεράτ βέβαια εξακολουθεί να είναι μια πόλη όπου οι γυναίκες κυκλοφορούν φορώντας την μπούρκα, το ολόσωμο φόρεμα που καλύπτει ακόμη και το πρόσωπο, έτσι που οι γυναίκες μοιάζουν περισσότερο με κινούμενες στήλες παρά με ανθρώπινα όντα και είναι αδύνατον να αναγνωριστούν ακόμη και από φίλους και συγγενείς. Οι περισσότερες όμως από αυτές, παρ’ όλο που εξακολουθούν να φορούν τη μπούρκα, είναι μόνες τους στο δρόμο ή με άλλες γυναίκες. Πριν από δέκα μέρες κάτι τέτοιο θα ήταν αιτία μαστιγώματος. Πολλές φέρουν τα σημάδια του μαστιγίου επειδή αψήφισαν το «νόμο».

Σήμερα περιγράφουν το παράλογο αυτού του νόμου: Οι άνδρες γιατροί δεν μπορούσαν να εξετάσουν γυναίκες, αλλά οι γυναίκες γιατροί δεν επιτρεπόταν να υπάρχουν. Πολλές γυναίκες χήρες που δεν είχαν άλλο πόρο ζωής για τις ίδιες και τα παιδιά τους από την εργασία τους, δεν επιτρεπόταν να δουλεύουν. Ετσι αναγκάζονταν να πλένουν ρούχα στο σπίτι τους ή να αποφλοιώνουν καρπούς και να κερδίζουν τόσο λίγα που μετά βίας εξασφάλιζαν το φαγητό.

Προτίμησαν το μαστίγιο

Αρκετές όμως προτιμούσαν το μαστίγιο από την υποταγή, δίδασκαν στις κόρες τους γραφή και ανάγνωση στο σπίτι, οργάνωναν «κρυφά σχολειά» ή, ύστερα από πολλούς κόπους, έπαιρναν άδεια για σχολές νοσοκόμων.

Η σχολή νοσοκόμων ήταν μια μεγάλη νίκη για τις γυναίκες και σήμερα έχει 230 μαθήτριες. Βέβαια, τώρα που θα υπάρξουν κι άλλες εναλλακτικές λύσεις εργασίας ή μάθησης, η προσέλευση θα μειωθεί. Το πρόβλημα όμως της έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού ανάμεσα στις γυναίκες είναι ιδιαίτερα έντονο σε όλη τη χώρα. Οι γιατροί μάλιστα λένε πως η απουσία γυναικών γιατρών και νοσοκόμων σχεδόν διπλασίασε τη θνησιμότητα ανάμεσα στις γυναίκες.

Για τον έξω κόσμο η μπούρκα ήταν το σύμβολο της καταστολής των Ταλιμπάν, αλλά για την παράδοση της χώρας είναι κάτι σημαντικότερο, γεγονός που ερμηνεύει και το ότι οι γυναίκες δεν την πέταξαν από πάνω τους. Αρκετές γυναίκες δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να φορούν τσαντόρ, που αφήνει ακάλυπτο το πρόσωπο, αλλά πολλές άλλες, ιδιαίτερα κάποιας ηλικίας, λένε πως δεν θα τη βγάλουν ποτέ.

Πολλοί άνδρες επίσης, μολονότι υποστηρίζουν το δικαίωμα των γυναικών στη μάθηση και την εργασία, τάσσονται υπέρ της μπούργκα. «Είναι παράδοση στο Αφγανιστάν», λένε. O διοικητής Ισμαΐλ Καν τόνισε ότι ούτε θα απαιτήσει την μπούρκα, αλλά ούτε και θα την απαγορεύσει. «Οι Ταλιμπάν δημιούργησαν μια ιδιαίτερα κακή ατμόσφαιρα για τις γυναίκες, αλλά αν από το ένα άκρο πάμε στο άλλο, πολλοί θα μας κατηγορήσουν. Θα περάσει αρκετός χρόνος πριν η πρώτη γυναίκα αναλάβει κυβερνητική θέση. Οταν ανακοίνωσα πως ο τηλεοπτικός σταθμός της Χεράτ θα ξαναλειτουργήσει, κάποιοι άνδρες μου τόνισαν πως δεν πρέπει να εμφανιστούν γυναίκες στην τηλεόραση. Το Αφγανιστάν είναι μια καθυστερημένη χώρα όπου εξακολουθεί να κυριαρχεί η πατριαρχική οικογένεια -κυρίως στα χωριά- στην οποία οι άνδρες είναι αυτοί που υπαγορεύουν στις γυναίκες τι θα κάνουν και τι θα φορέσουν».

Με ή χωρίς την μπούργκα

Για τη συντριπτική πλειονότητα των γυναικών της Χεράτ, το τι θα φορέσουν είναι το λιγότερο που τις ενδιαφέρει. Σίγουρα όχι την Παριγκόλ Αμπντουλρασούλ. Είναι 50 ετών, αναλφάβητη, με οκτώ παιδιά και χήρα. Μην μπορώντας να βγει από το σπίτι της όλα αυτά τα χρόνια, αποφλοίωνε καρπούς στο σκοτεινό της σπίτι. Με την μπούρκα ή χωρίς αυτήν, είναι πλέον ελεύθερη. Ελεύθερη να ζητιανεύει.