ΚΟΣΜΟΣ

Τα «κουλ» κορίτσια της Μαίρης Κουάντ

gkkt_05_0501_page_1_image_0001

Πολιτισμικό είδωλο ενός ιδιότροπου φεμινισμού και πρωτοπόρος της μαζικής παραγωγής στη βιομηχανία της μόδας, η Μαίρη Κουάντ προσέφερε την πιο τολμηρή παλέτα σε ένα μεταπολεμικό γκρίζο Λονδίνο, κάνοντας ολόκληρο τον κόσμο να λικνίζεται στους ποπ ρυθμούς του Swinging London των ’60s.

Μια αναζωογονητική έκρηξη χρώματος, ενέργειας και νιότης διατρέχει την αναδρομική έκθεση για την επιδραστικότερη Βρετανίδα σχεδιάστρια, που φιλοξενείται στο λονδρέζικο μουσείο V&Α. Ενα χιλιόμετρο νοτιότερα, στη συμβολή της πλατείας Markham και του King’s Road, βρισκόταν το Bazaar: η θρυλική μπουτίκ που άνοιξε το 1955 η ίδια με τον άνδρα της, Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν. Η έκθεση εξιστορεί την πολύχρωμη εικοσαετία μεταξύ 1955 και 1975, τότε που άνθησε η διάσημη μαργαρίτα, το λογότυπο της εταιρείας της Κουάντ. Τα πατρόν της για τα κορίτσια του Τσέλσι ανέτρεψαν την ελιτίστικη «κανονικότητα» της υψηλής παρισινής ραπτικής τύπου Ντιόρ: ήταν μοντέρνα, ευκολοφόρετα, ανάλαφρα, καθημερινά, εφηβικά αλλά και σέξι. Η επιτομή του κουλ και της νεωτερικότητας.


Η Μαίρη Κουάντ και ο Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν το 1960.

Η Μαίρη Κουάντ έφτιαξε ρούχα που δεν μπορούσε να βρει στην αγορά, με υφάσματα που αγόραζε η ίδια από το Χάροντς. Σχεδίασε για γυναίκες που δεν θέλουν να γίνουν «κυρίες», αλλά παραμένουν κορίτσια. Κορίτσια που γελούν, φλερτάρουν και χορεύουν στα ριφ των Μπιτλ, των Ρόλινγκ Στόουνς και των Χου. Αιχμηρά, γεμάτα αυτοπεποίθηση, ολοζώντανα, διασκεδαστικά και με χιούμορ, τα ρούχα και τα αξεσουάρ της Κουάντ ήταν η απόλυτη έκφραση του νεανικού πνεύματος του ’60. Τα σχέδιά της κάλυψαν το μπούστο και ελευθέρωσαν τα πόδια. Οι σούπερ μίνι φούστες της και τα καυτά σορτς συντάραξαν τη συντηρητική Βρετανία και έγιναν το σήμα κατατεθέν της. Η σχεδιαστική της καινοτομία απελευθέρωσε τις γυναίκες από παραδοσιακά στερεότυπα, κανόνες και περιορισμούς, αμφισβητώντας την ιεραρχία των τάξεων και τον ρόλο των φύλων.

Προσιτή μόδα

Σχεδίασε έναν χρωματιστό «θαυμαστό καινούργιο κόσμο», όπου η τυποποίηση και η μαζική παραγωγή έγινε μέσο εκδημοκρατισμού και χειραφέτησης. «Το όλο θέμα της μόδας είναι να φτιάξουμε μοντέρνα ρούχα για όλους», υποστήριζε η ίδια κάνοντας την αρχή για μια προσβάσιμη και οικονομικά προσιτή μόδα. Δεν άργησε μάλιστα να δημοσιεύσει μερικά από τα πατρόν της, αφήνοντάς τα ελεύθερα για αντιγραφή.

Η Μαίρη Κουάντ άλλαξε την τοπιογραφία της μόδας όχι μόνο προβάλλοντας το κοριτσίστικο νεανικό σφρίγος, αλλά εκθειάζοντας την καθημερινή γυναίκα. Η γενική ιδέα της επιμέλειας της έκθεσης βασίζεται κυρίως σε αυτό: στον αντίκτυπο που είχαν τα ρούχα της Κουάντ στον κόσμο. Πέρα από τα 200 εκθέματα και αξεσουάρ από το αρχείο της Κουάντ και τη συλλογή του μουσείου, 35 από τα εκθέματα είναι ρούχα γυναικών που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα #WeWantQuant της Τζένι Λέστερ και της Στέφανι Γουντ. Οι επιμελήτριες της έκθεσης προέτρεψαν Βρετανίδες, και όχι μόνο, να ανοίξουν τις ντουλάπες τους, να δωρίσουν ή να χαρίσουν κάτι σε «Κουάντ», λέγοντας ταυτόχρονα τη μικροϊστορία τους.


Προώθηση διεθνούς καμπάνιας με δημιουργίες της Κουάντ.

Η έκθεση έχει στηθεί με τρόπο που νομίζεις ότι χαζεύεις βιτρίνες καταστημάτων. Κόκκινα καλσόν με εβαζέ φορέματα και πράσινους μπερέδες. Φούξια και πορτοκαλί συνδυασμοί. Ασπρόμαυρα κοντράστ. Δυναμικά μοτίβα, εντυπωσιακά καρό, λειτουργικά κουμπιά, πολύχρωμα συνθετικά μάλλινα, κλιμακωτές ρίγες και σφριγηλά πουά, υπαινικτικά φερμουάρ και αναιδείς τσέπες, τολμηρά κοψίματα και λαμπερά χρώματα. Εμφαση στην αναλογία, στην κλίμακα και στις μοντέρνες γεωμετρικές φόρμες. Η Κουάντ διαμόρφωσε μια εξωστρεφή νέα βρετανική ταυτότητα στη μόδα, τη γυναικεία εκδοχή της υποκουλτούρας των Mods. Εκτός από τα φορέματα από ελαστικό ζέρσεϊ σε γραμμή Α, τα παντελόνια, τα παραποιημένα κοστούμια σε μορφή φορέματος, τα σορτς και τα μίνι –που παρεμπιπτόντως πήραν το όνομά τους από το αγαπημένο της αυτοκίνητο Mini–, η Κουάντ λάνσαρε καλλυντικά, αξεσουάρ, είδη σπιτιού και κούκλες. Από την αδιάβροχη Cry Baby μάσκαρα, το κουτί με τις σκιές, το έντονο μολύβι ματιών, τα χρωματιστά οπάκ και δικτυωτά καλσόν, τα λίκρα εσώρουχα, τις σαλοπέτες με στρογγυλούς κλειστούς γιακάδες που ονόμασε Πίτερ Παν και τις ζώνες με μεγάλες αγκράφες μέχρι τα σκουλαρίκια οπ αρτ, τα εκτυφλωτικά αδιάβροχα πανωφόρια από συνθετικό πλαστικό, τα μεγάλα καπέλα και τις βινύλ τσάντες, τα παπούτσια με χαμηλό τετράγωνο τακούνι και τις λευκές λουστρινένιες μπότες.

Κόρη δασκάλων

Η Μαίρη Κουάντ γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 1934 στο Λονδίνο, κόρη Ουαλλών δασκάλων. Στις αρχές του ’50 φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Γκόλντσμιθς ενώ, 85 χρόνων σήμερα, ζει στην επαρχία του Σάρεϊ. Με πρότυπα την Κοκό Σανέλ και την Ελσα Σκιαπαρέλι, το 1955 άνοιξε το Bazaar στο Τσέλσι, ενώ το 1963 ξεκίνησε τη διάσημη ετικέτα της Ginger Group, που σύντομα πέρασε τα βρετανικά σύνορα και γέμισε τα ράφια του αμερικανικού πολυκαταστήματος JC Penney. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δούλεψε στην Ιαπωνία. Δημοσίευσε βιβλία για καλλυντικά, άνοιξε τα Colour Shops, ενώ σχεδίασε μια ειδική έκδοση του αυτοκινήτου Μini, το Austin Mini. Τα καλλυντικά της συνεχίζουν να κυκλοφορούν μέχρι και σήμερα.

Ινφλουένσερ πριν τους ινφλουένσερ, η Κουάντ έπαιξε με την εικόνα της κάνοντας και η ίδια το μοντέλο για τα δικά της ρούχα. Η πρώτη που εμπιστεύθηκε τον πρωτοπόρο κομμωτή Βιντάλ Σασούν στη γεωμετρική κοντή κουπ των 5 σημείων, έκλεισε το μάτι στις γυναίκες λέγοντας όχι: όχι μόνο στους κορσέδες και στις δαντέλες, αλλά και στη λακ και στα ρόλεϊ. Η ίδια λέει στην αυτοβιογραφία της, «Quant by Quant: The Autobiography of Mary Quant»: «Ο Βιντάλ Σασούν, το αντισυλληπτικό χάπι και η μίνι φούστα άλλαξαν τα πάντα».


Η Κέλι Ουίλσον με φόρεμα που σχεδίασε η Μαίρη Κουάντ (Mary Quant’s Ginger Group), το 1966.

Η μόδα για την Κουάντ ήταν πάντα ένα παιχνίδι και η μπουτίκ της ένας παραδεισένιος τόπος – άνοιγε και αργά το απόγευμα σερβίροντας ποτά, με μουσική στη διαπασών. Πρώτη στο μάρκετινγκ, έκανε τα ψώνια εμπειρία: το Bazaar ήταν ο τόπος για να ψωνίσεις. Λιπόσαρκα μανεκέν, όπως η Τζιν Σρίμπτον, η Τουίγκι, η Σίλια Χάμοντ, η Κέλι Γουίλσον και η Ντονιάλε Λούνα –η πρώτη Αφροαμερικανίδα που έγινε εξώφυλλο στη βρετανική έκδοση της Vogue το 1966–, γέμιζαν τις ιλουστρασιόν σελίδες του Queen, του Harper’s Bazaar και των Sunday Times, ενώ οι κούκλες στις βιτρίνες, πάντα σε ασυνήθιστες πόζες –κρατώντας ζωντανά χρυσόψαρα ή άψυχους αστακούς– ενίσχυαν τον μοναδικό χαρακτήρα της Κινγκς Ρόουντ. Τα ρούχα της φορέθηκαν κυρίως στους δρόμους και όχι στα ντεφιλέ. Η Μαίρη Κουάντ μαζί με τους Μπιτλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς, τον Βιντάλ Σασούν, τον φωτογράφο Ντέιβιντ Μπέιλι, ηθοποιούς σαν τον Μάικλ Κέιν και τον Τέρενς Σταμπ και κινηματογραφιστές σαν τον Νίκολας Ρεγκ και τον Ρίτσαρντ Λέστερ συνδιαμόρφωσαν το Λονδίνο τη δεκαετία του ’60. Αξίζει κανείς να ξεφυλλίσει το βιβλίο του Σον Λέβι «Ready, Steady, Go! Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κουκκίδα –σε έξοχη μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά– όπου αποτυπώνεται μοναδικά το πορτρέτο της πιο συναρπαστικής μητρόπολης της δεκαετίας που άλλαξε ολόκληρο τον κόσμο. Σαν βγαλμένη από το «Blow Up» του Αντονιόνι, η έκθεση «Mary Quant» έρχεται να απελευθερώσει λίγη από την ενέργεια που παρήγαγε η έκρηξη της ποπ δημιουργικότητας του Swinging London: μιας εποχής που πειραματίστηκε σε όλα τα καλλιτεχνικά πεδία, ανοίγοντας τον δρόμο για την κοινωνική, πολιτιστική και σεξουαλική επανάσταση του τέλους του ’60. Το Λονδίνο υπήρξε η μητρόπολη που έζησε όσο καμία άλλη τις αναταράξεις του πιο ξέφρενου και συναρπαστικού «νεανικού σεισμού». Και το Τσέλσι λουκ της Μαίρης Κουάντ γεννήθηκε εκεί.

Εκθεση «Mary Quant». Εως τις 16 Φεβρουαρίου 2020. V&A (Victoria and Albert Museum) Λονδίνο (https://www.vam.ac.uk/).