Επόμενος σταθμός, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης;

Επόμενος σταθμός, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης;

5' 43" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Με ασυγκράτητο ενθουσιασμό υποδέχθηκαν οι πιο έγκυρες εφημερίδες της Γηραιάς Ηπείρου την έλευση του κοινού νομίσματος. «H Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή», ανήγγειλε η γερμανική «Ζιντόιτσε Τσάιτουνγκ». Για «ακαταμάχητη άνοδο της ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας» έκανε λόγο ο βρετανικός «Ομπζέρβερ». «Πρόκληση στην παγκόσμια ηγεμονία του δολαρίου» ήταν ο σχετικός τίτλος της ισπανικής «Ελ Παΐς», ενώ από τις στήλες της «Λε Μοντ», ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Λοράν Φαμπιούς, συνόψιζε τις πιο προχωρημένες φιλοδοξίες των ευρωπαϊκών ελίτ: «H Ευρώπη -μεγάλη δύναμη, η Ευρώπη- πρότυπο αναφοράς, μια υποδειγματική Ενωση σε έναν πολυπολικό κόσμο, όλα αυτά είναι από εδώ και εμπρός στο χέρι μας»!

Από στενά οικονομική σκοπιά, η αισιοδοξία των ημερών δεν είναι αδικαιολόγητη. H Ευρωζώνη των 304 εκατομμυρίων πολιτών αποτελεί το μεγαλύτερο πληθυσμιακό και εμπορικό μπλοκ του πλανήτη, ξεπερνώντας τις ζώνες του αμερικανικού δολαρίου και του ιαπωνικού γιεν. Γύρω από τον σκληρό πυρήνα των «δώδεκα» επεκτείνονται δύο σημαντικές ζώνες που από καιρό βρίσκονται υπό την ηγεμονία ισχυρών ευρωπαϊκών νομισμάτων: H ζώνη του γερμανικού μάρκου, που ήδη αποτελεί παράλληλο νόμισμα στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Και η ζώνη του γαλλικού φράγκου, που περιλαμβάνει τις δεκατέσσερις χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής, εν μέρει δε και τις χώρες του αραβικού Μαγκρέμπ.

Ενεργειακή αυτονομία

Επιπλέον, η έλευση του ευρώ διευκολύνει την οικονομική (και κατά προέκταση πολιτική) διείσδυση της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις που μέχρι σήμερα συναλλάσσονταν σχεδόν αποκλειστικά με το δολάριο, όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν. Ηδη, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Χανς Αϊχελ, ξεκίνησε από προχθές εξαήμερη περιοδεία με σταθμούς την Κίνα, το Χονγκ Κονγκ και το Ιράν (μια σημαντική πετρελαιοπαραγωγό χώρα που διατηρεί στενές διπλωματικές σχέσεις με το Βερολίνο και μπορεί ώς ένα βαθμό να εξασφαλίσει κάποια ενεργειακή αυτονομία στην Ευρώπη έναντι των ΗΠΑ) με στόχο να διευκολύνει την εισαγωγή του ευρώ στις αγορές τους.

Το ισχυρό «μαγνητικό πεδίο» του ευρώ -που ήδη έχει κατακτήσει το 35% των παγκόσμιων συναλλαγών, έναντι 45% του δολαρίου με τάση διαρκούς ανόδου- ασκεί ακατανίκητες ελκτικές δυνάμεις στις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης που έχουν μείνει μέχρι τώρα εκτός Ευρωζώνης. Πέρα από τα τέσσερα λιλιπούτεια κρατίδια (Ανδόρα, Μονακό, Σαν Μαρίνο, Βατικανό) που υιοθέτησαν το κοινό νόμισμα, οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν στην Ευρωζώνη οι τρεις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Βρετανία, Δανία, Σουηδία) που δεν το έχουν ακόμη αποφασίσει. Αναμφίβολα, η πιο δύσκολη περίπτωση είναι αυτή της Βρετανίας. Ευρωπαϊκοί διπλωματικοί κύκλοι στην Αθήνα εκμυστηρεύονταν ότι, αν και είναι πεπεισμένοι για την ειλικρινή ευρωπαϊκή στρατηγική του Τόνι Μπλερ, κατανοούν ωστόσο ότι αν προχωρούσε αύριο σε δημοψήφισμα για την υιοθέτηση του ευρώ, πιθανότατα θα το έχανε.

Η θέση της Βρετανίας

Οπως σημειώνει, όμως, ο αναλυτής του «Ομπζέρβερ», Αντριου Ράουνσλι, «οι Βρετανοί είναι κατεξοχήν πρακτικός λαός, λιγότερο δεκτικοί σε αφηρημένα σχήματα και περισσότερο ευαίσθητοι σε πράγματα που μπορούν να πιάσουν και να μυρίσουν. Ακριβώς σε αυτό στηρίζουν την αισιοδοξία τους ο Τόνι Μπλερ και οι ευρωπαϊστές συνεργάτες του. H κυκλοφορία του ευρώ θα σημαδέψει μια ριζική αλλαγή στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης».

Η χειροπιαστή προοπτική μιας τεράστιας Ευρωζώνης, που θα εκτείνεται από τον Βόρειο Πόλο μέχρι τις μεσογειακές ακτές της Αφρικής και από τον Ατλαντικό Ωκεανό μέχρι τα Ουράλια, αναμένεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για τα επόμενα στάδια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον θεσμικό, πολιτικό και στρατιωτικό τομέα, αν κρίνουμε τουλάχιστο από τις δηλώσεις του προέδρου της Κομισιόν, Ρομάνο Πρόντι και του διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Βιμ Ντούιζενμπεργκ.

Οι υποστηρικτές αυτής της σχολής αντλούν την έμπνευσή τους από τη γερμανική ενοποίηση του 19ου αιώνα. Εκείνη την εποχή, η Πρωσία του Μπίσμαρκ κατάφερε να διαβρώσει τις αντιστάσεις των δύο άλλων γερμανικών κέντρων -της αυτοκρατορικής Αυστροουγγαρίας και της βιομηχανικής Ρηνανίας- μέσω της τελωνειακής ένωσης των γερμανικών κρατιδίων (Zollverein) που δημιούργησε, αργά αλλά αναπότρεπτα, τις προϋποθέσεις για την ενοποίηση του 1871. Γιατί να μη γίνει κάτι παρόμοιο με την πολιτική ενοποίηση της ίδιας της Ευρώπης;

Η αλήθεια είναι ότι η πραγματική ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης κάθε άλλο παρά δικαιώνει τη θεωρία του «οικονομικού αυτοματισμού». Το ευρώ, που δρομολογήθηκε το 1991 με την ιστορική συμφωνία Μιτεράν- Κολ-Ντελόρ, ήταν προϊόν κατεξοχήν πολιτικών υπολογισμών. H παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, που επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά με τον πόλεμο του Κόλπου και η ανάδειξη της ενοποιημένης Γερμανίας ως ισχυρότερης ευρωπαϊκής δύναμης, με πρώτο δείγμα γραφής το τελεσίγραφο Κολ-Γκένσερ για την αναγνώριση Κροατίας και Σλοβενίας, είχαν δημιουργήσει ένα πένθιμο κλίμα για το μέλλον της ενοποίησης. Σε αυτό το φόντο, ο Φρανσουά Μιτεράν βρήκε το θάρρος να δεχθεί μια νομισματική ολοκλήρωση υπό τον απόλυτο έλεγχο της Γερμανίας προκειμένου να αποτρέψει μια ιστορική στροφή του Βερολίνου προς τον παραδοσιακό «ζωτικό χώρο» του, στην Ανατολική Ευρώπη.

Παρά την ευφορία που δημιουργεί η έλευση του ευρώ, τα πιο δύσκολα βρίσκονται μπροστά μας. Τα περίφημα «κριτήρια διατηρησιμότητας» που καθιέρωσε η σύνοδος του Αμστερνταμ είναι ακόμη πιο δρακόντεια και από τα «κριτήρια ένταξης» του Μάαστριχτ, κάτι που προοιωνίζεται τη μετατροπή της λιτότητας σε διά βίου «οικονομικό Σύνταγμα» των Ευρωπαίων πολιτών και εγγράφει στην ημερήσια διάταξη την προοπτική σοβαρών κοινωνικών τρανταγμών. Επιπλέον, η νομισματική ενοποίηση καθόλου δεν συνεπάγεται πραγματική οικονομική ενοποίηση, κατά το πρότυπο των ΗΠΑ, δεδομένων δύο τεράστιων, ποιοτικών διαφορών: Καταρχάς, οι γλωσσικοί και πολιτιστικοί φραγμοί ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη καθιστούν πολύ δύσκολη για την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού τη μετανάστευση από τις πιο προβληματικές στις πιο πλούσιες περιοχές.

Τα στοιχεία

Επειτα, με έναν κοινοτικό προϋπολογισμό της τάξης του 1,25% έναντι του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και 25% του αντίστοιχου αμερικανικού, η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ανίκανη να παρέμβει στην περίπτωση που μια μείζων οικονομική κρίση θα πλήξει μια μεγάλη χώρα-μέλος. Αυτός ο κίνδυνος δεν είναι διόλου θεωρητικός στην προοπτική της προς Ανατολάς διεύρυνσης – ήδη, πολλοί φοβούνται ότι η Πολωνία είναι μια υποψήφια «Αργεντινή».

Ακόμη πιο δύσκολα είναι τα πράγματα στο πεδίο της πολιτικής και αμυντικής πολιτικής. H αμερικανική ενοποίηση επί Λίνκολν, η γερμανική επί Μπίσμαρκ και η σοβιετική επί Λένιν ήταν αποτέλεσμα σκληρών εμφυλίων πολέμων και της ύπαρξης μιας ισχυρής ηγεσίας που μπόρεσε, με σιδερένια αποφασιστικότητα, να καθυποτάξει τους ανταγωνιστές της. H σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση φιλοδοξεί να αποτελέσει το πρώτο παράδειγμα στην Ιστορία όπου μια σειρά κρατών με κοινά αλλά και αντικρουόμενα συμφέροντα καταφέρνουν να οικοδομήσουν μια νέα πολιτική και αμυντική οντότητα, ικανή να γίνει παγκόσμιος γεωπολιτικός «παίχτης».

Για την ώρα, κάτι τέτοιο μοιάζει να αποτελεί πολύ μακρινό και πολύ αβέβαιο ενδεχόμενο.

Πάντως, η εισαγωγή του ευρώ φέρνει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ούριο άνεμο στα πανιά των οπαδών τής πιο στενής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου ο υπουργός Εξωτερικών, Ρενάτο Ρουτζέρο βρήκε ευκαιρία να ξεσπαθώσει εναντίον του ακραιφνώς ατλαντικού Σίλβιο Μπερλουσκόνι και του ξενόφοβου, ακροδεξιού συνεταίρου του, Ουμπέρτο Μπόσι, αξιώνοντας επαναπροσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής στον παραδοσιακό της άξονα με το Βερολίνο.

Αν αυτά συνδυαστούν με την αποφασιστικότητα του πρωτοχρονιάτικου μηνύματος του Γκέρχαρντ Σρέντερ για έναν ηγεμονικό ρόλο της Γερμανίας στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, θα πρέπει να περιμένουμε την επιτάχυνση της ήδη δρομολογημένης πορείας προς τη Διακυβερνητική Διάσκεψη του 2004, που θα θέσει τις βάσεις για την πολιτική και αμυντική ενοποίηση της Ευρώπης.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT