ΚΟΣΜΟΣ

Το δήθεν πραξικόπημα της Τουρκίας

ap_20197422817114-1

Οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας είναι γνωστές για την αποτελεσματικότητά τους. Ωστόσο, οι αξιωματικοί πραγματοποίησαν το «πραξικόπημα» τόσο άτεχνα που πολλοί αναρωτιούνται μήπως ήταν σκηνοθετημένο. Οι επικριτές του Ταγίπ Ερντογάν περιγράφουν τα γεγονότα της 15ης Ιουλίου 2016 ως ένα «αυτο-πραξικόπημα» που οργάνωσε ο πρόεδρος της Τουρκίας για να δικαιολογήσει την ενίσχυση της θέσης του στην εξουσία. Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Τζον Κέρι, «δεν φαίνεται να ήταν ένα εκπληκτικά οργανωμένο γεγονός».

Εχουμε μάθει από την εμπειρία ποιες είναι οι βέλτιστες πρακτικές για την πραγματοποίηση ενός πραξικοπήματος:

• Σκοτώστε ή συλλάβετε τον αρχηγό της κυβέρνησης.
• Αναλάβετε τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης.
• Κινητοποιήστε τους πολίτες υπέρ σας.
• Παρουσιάστε κάποιον μέσα από τις τάξεις των διοργανωτών για να καθησυχάσει την κοινή γνώμη.

Τα μέλη του στρατού που στασίασαν δεν ακολούθησαν αυτό το σενάριο στις 15 Ιουλίου.

Οταν οι πραξικοπηματίες μπήκαν στο ξενοδοχείο του Ερντογάν στη Μαρμαρίδα, αυτός είχε φύγει. Φαίνεται ότι έφτασαν μετά το check-out.

Επετράπη στο προεδρικό αεροπλάνο να απογειωθεί από το αεροδρόμιο Νταλαμάν. Τα F-16 απέτυχαν να το καταρρίψουν.

Το CNN Turk και το TRT, δύο από τα κανάλια ειδήσεων με τη χαμηλότερη θεαματικότητα, έπαψαν να εκπέμπουν. Ωστόσο, σε άλλα κανάλια επετράπη να συνεχίσουν να μεταδίδουν. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –Twitter, Facebook και YouTube – συνέχισαν να λειτουργούν.

Ο στρατός δεν παρουσίασε κάποιον ως το πρόσωπο της εξέγερσης για να διαβεβαιώσει την κοινή γνώμη για την τήρηση της τάξης.

Και ενώ οι ιμάμηδες που ήταν υπέρμαχοι του Ερντογάν επιστράτευσαν τους μουεζίνηδες για να ξεσηκώσουν τους υποστηρικτές του Ερντογάν, οι πραξικοπηματίες έδωσαν οδηγίες στους πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους.

Ο Ερντογάν ισχυρίστηκε ότι η τουρκική Εθνοσυνέλευση βομβαρδίστηκε από πολεμικά αεροπλάνα. Ωστόσο, η ανάλυση των κρατήρων έδειξε ότι οι εκρήξεις έγιναν στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου. Οταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη στις 16 Ιουλίου, στις 3 το πρωί, ο Ερντογάν ανέβηκε επάνω σε ένα λεωφορείο περιτριγυρισμένο από φανατικούς υποστηρικτές του που κυμάτιζαν τουρκικές σημαίες και φώναζαν ρυθμικά το όνομά του. Ηταν μια εικόνα φτιαγμένη για την τηλεόραση. Και τότε είπε: «Η απόπειρα πραξικοπήματος είναι δώρο από τον ουρανό».

Μέσα σε λίγες ώρες, η αστυνομία άρχισε να συλλαμβάνει πολιτικούς αντιπάλους. Ο Ερντογάν κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης επ’ αόριστον, κάτι που του έδωσε τη δυνατότητα να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα. Περισσότεροι από 40.000 άνθρωποι τέθηκαν υπό κράτηση ή συνελήφθησαν αμέσως μετά το λεγόμενο πραξικόπημα. Περισσότερα από 100.000 μέλη του στρατού, της αστυνομίας και του δικαστικού σώματος απολύθηκαν. Ο τομέας της εκπαίδευσης, προμαχώνας του κοσμικού κεμαλισμού, έγινε στόχος. Περισσότεροι από 1.500 καθηγητές πανεπιστημίου αναγκάστηκαν να παραιτηθούν και περίπου 21.000 δάσκαλοι τέθηκαν σε αργία ή απολύθηκαν.

Ο Ερντογάν στόχευσε επίσης το δικαστικό σώμα, απολύοντας 2.754 δικαστές, συμπεριλαμβανομένων μελών του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων και κατηγορώντας ένα μέλος του συνταγματικού δικαστηρίου για συμμετοχή στο πραξικόπημα. Στους κρατουμένους δεν δόθηκε το δικαίωμα νομικής εκπροσώπησης για έως και 90 ημέρες.

Οι αριστεροί βουλευτές του φιλοκουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος του Λαού (HDP) και οι ηγέτες της κουρδικής κοινότητας κρατήθηκαν με ψευδείς κατηγορίες για τρομοκρατία. Απολύθηκαν τουλάχιστον 30 κυβερνήτες. Το άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο καθιστά κακούργημα την «δυσφήμηση της τουρκικότητας» χρησιμοποιήθηκε για να σιωπήσουν οι διαφωνούντες.

Ο Ερντογάν μετέτρεψε την Τουρκία σε ένα γκουλάγκ στο εσωτερικό και σε παρία διεθνώς. Στον Παγκόσμιο Δείκτη Δικαιοσύνης η Τουρκία κατατάσσεται στην 99η θέση από τις συνολικά 113 χώρες πίσω από το Ιράν και τη Μιανμάρ.

Ο Ερντογάν έλαβε επίσης μέτρα για να επαναπροσδιορίσει ολοκληρωτικά τις διεθνείς σχέσεις της Τουρκίας – απομακρύνοντας τη χώρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι σχεδίασαν το πραξικόπημα και ότι συνέβαλαν στην πραγματοποίησή του. Ο Ερντογάν είπε ότι ο στρατηγός Joseph Votel, επικεφαλής της Κεντρικής Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ, «συντάχθηκε με τους πραξικοπηματίες». Τα εμπρηστικά του λόγια πυροδότησαν τον αντι-αμερικανισμό θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των Αμερικανών πολιτών στην Τουρκία.

Ο Ερντογάν εξοργίστηκε με τις ΗΠΑ για δίωξη της κρατικής HalkBank, η οποία κατηγορήθηκε για παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν. Σύμφωνα με τον Ερντογάν: «Εκείνοι που απέτυχαν στην απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Τουρκία στις 15 Ιουλίου, τώρα κάνουν μια διαφορετική απόπειρα εναντίον της χώρας μας».

Μετά το «πραξικόπημα», ο Ερντογάν ενέτεινε μια επεκτατική εξωτερική πολιτική, στέλνοντας στρατεύματα στη Συρία, το Ιράκ και τη Λιβύη. Αμφισβήτησε επανειλημμένως τη Συνθήκη της Λωζάννης για την οριοθέτηση των συνόρων της Τουρκίας. Οι αντιπαραθέσεις με την Ελλάδα στον αέρα και στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν γίνει ρουτίνα.

Μήπως ο Ερντογάν σκηνοθέτησε το «πραξικόπημα» για την προώθηση πολιτικών στόχων; Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια απάτη τέτοιου μεγέθους, ειδικά όταν το συμβάν είχε ως αποτέλεσμα 300 θανάτους και περισσότερους από 2.000 τραυματίες.

Είναι πιο πιθανό το πραξικόπημα να αποκαλύφθηκε. Ο Ερντογάν το άφησε να προχωρήσει, έτσι ώστε να φαίνεται αξιόπιστο και μετά το ακύρωσε.

Ο Ερντογάν διακήρυξε ότι η ήττα τού πραξικοπήματος ήταν νίκη για τη δημοκρατία. Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για την εδραίωση δικτατορίας και την αποκάθαρση της κοινωνίας των πολιτών από τους μεταρρυθμιστές.

Το 2018, ο Ερντογάν προκάλεσε πρόωρες προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές, που οδήγησαν σε συνταγματική μεταρρύθμιση η οποία θεσμοθέτησε εκτεταμένες εκτελεστικές εξουσίες. Υπό τη δικτατορία του Ερντογάν, η Τουρκία παρακμάζει διαρκώς. Η δημοκρατία της τρεκλίζει. H οικονομία της υποχωρεί. Η Τουρκία έχει γίνει μια χώρα ακραία στην Ευρώπη και ένα κράτος παρίας στο ΝΑΤΟ.

Ενα στρατιωτικό πραξικόπημα ή μια εξωτερική παρέμβαση δεν μπορεί να φέρει μεταρρύθμιση. Για να ελέγξει ή να απομακρύνει τον Ερντογάν, η διεθνής κοινότητα πρέπει να υποστηρίξει τους Τούρκους που φιλοδοξούν σε μια ειρηνική πολιτική μετάβαση.

* Ο κ. Ντέιβιντ Φίλιπς είναι διευθυντής του προγράμματος για την οικοδόμηση της ειρήνης και τα δικαιώματα στο Πανεπιστήμιο  Κολούμπια. Υπηρέτησε ως ανώτατος σύμβουλος και εμπειρογνώμων Εξωτερικών Υποθέσεων και εργάστηκε στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας κατά τη διάρκεια της προεδρίας Κλίντον και Ομπάμα. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων για την Τουρκία, συμπεριλαμβανομένου του: «An Uncertain Ally: Turkey Under Erdogan’s Dictatorship».