ΚΟΣΜΟΣ

H Ευρώπη στρέφεται προς τα δεξιά

Ρεκλάμα στις γερμανικές εφημερίδες. Ολοσέλιδη. Ολη η σελίδα λευκή, με μια λεζάντα στο κάτω μέρος: «Θα θέλαμε να σας συστήσουμε τον συντηρητικό υποψήφιο καγκελάριο, αλλά βρίσκεται τόσο μακριά στο δεξιό άκρο, ώστε δεν μπορεί να χωρέσει στην εικόνα»! Με αυτόν τον τρόπο αντέδρασε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας στην απόφαση των χριστιανοδημοκρατών να ορίσουν διεκδικητή της καγκελαρίας τον ομολογουμένως ακραία συντηρητικό πρωθυπουργό της Βαυαρίας Εντμουντ Στόιμπερ.

«Οι Γερμανοί χριστιανοδημοκράτες στρέφονται προς τα δεξιά», γράφει στους τίτλους της η ισπανική «Ελ Παΐς». «H εγκατάλειψη του κέντρου», είναι ο τίτλος άλλου άρθρου της ίδιας εφημερίδας, η οποία κάνει λόγο για τον «αυταρχικό και εύπορο εθνικιστικό επαρχιωτισμό της Βαυαρίας».

Ανάλογες είναι οι εκτιμήσεις και της γαλλικής «Μοντ». «Ενας Βαυαρός στο Βερολίνο;», αναρωτιόταν τη Δευτέρα στον τίτλο του κύριου άρθρου της, με εμφανή απέχθεια προς την πιθανότητα υλοποίησης αυτής της εκδοχής, και συνέχιζε αναλύοντας: «Με τον Εντμουντ Στόιμπερ, η Χριστιανοδημοκρατία στοιχηματίζει ότι έπειτα από τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης από τον συνασπισμό Σοσιαλδημοκρατών – Πράσινων, η χώρα είναι έτοιμη για μια πραγματική στροφή προς τα δεξιά…».

Με διακριτικό τρόπο προσυπογράφουν τις απόψεις αυτές και οι συντηρητικοί «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» του Λονδίνου. «Διχαστική πολιτική μορφή» και «πεπεισμένο συντηρητικό» αποκαλούν τον Στόιμπερ σε ενδιαφέρουσα ανάλυσή τους. Δεν παραλείπουν μάλιστα να προβάλουν δηλώσεις του καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ για τον αντίπαλο του: «O Στόιμπερ είναι σύμβολο των ριζοσπαστικών στοιχείων της δεξιάς πτέρυγας και εγκατέλειψε το κέντρο. O Στόιμπερ θα πολώσει την κοινωνία μας».

Τα ερωτήματα Μπερλουσκόνι

Εκδηλη ήταν την Πέμπτη η ικανοποίηση της αμερικανικής «Χέραλντ Τρίμπιουν» στο πρώτο θέμα της: «Τα ερωτήματα του Μπερλουσκόνι για την Ευρώπη» ήταν ο τίτλος. «O Ιταλός υπενθυμίζει στους ηγέτες ότι ακόμη δεν έχουν ληφθεί οι απάφασεις – κλειδιά», ήταν ο υπότιτλος και ανάλογο το κείμενο:

«Κάνοντας ερωτήσεις γύρω από το προς τα πού κατευθύνεται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όταν οι υπόλοιποι πολιτικοί της E.E. είχαν την πρόθεση να πανηγυρίσουν την ομαλή εισαγωγή του ευρώ, ο Μπερλουσκόνι τάραξε τις άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις», υποστηρίζει η αμερικανική εφημερίδα και συνεχίζει:

«Ενίσχυσε το μήνυμα απολύοντας ταυτόχρονα τον υπουργό Εξωτερικών Ρενάτο Ρουτζέρο, για τον οποίο ο κ. Μπερλουσκόνι πίστευε ότι εκπροσωπούσε περισσότερο τη μόνιμη ντόπια ομάδα κλακαδόρων της E.E. παρά ένα κριτικό όραμα της ανάπτυξης αυτού του οργανισμού… Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια Ιταλία που προχωρεί σε καινοτομίες, παίζει τον αντιφρονούντα και ακόμη πιο εκπληκτικά, διαρρηγνύει τους δεσμούς και απομακρύνεται από τον συνήθη παθητικό ρόλο πειθήνιας πορείας πίσω από τη Γερμανία και τη Γαλλία στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Δεδομένου όμως ότι αυτή είναι μια χρονιά εκλογών, η γαλλική και η γερμανική σοσιαλιστική κυβέρνηση με δυσκολία μπορούσαν να κρύψουν την ικανοποίησή τους για το ότι έτσι ο Μπερλουσκόνι τους προσέφερε έναν στόχο, ο οποίος ταιριάζει με την καρικατούρα του ως δεξιού μπουνταλά» τονίζει η «Χέραλντ Τρίμπιουν», υπερασπίζοντας με θέρμη τον Ιταλό πρωθυπουργό.

Η αλήθεια είναι ότι ο Μπερλουσκόνι δεν δείχνει να πτοείται από την πίεση των Γερμανογάλλων σοσιαλδημοκρατών.

«Κανείς, επαναλαμβάνω κανείς, δεν μπορεί να υπολογίζει ότι θα μας θέσει υπό τον έλεγχό του ή, ακόμη χειρότερα, ότι θα μας αντιμετωπίσει ως χώρα περιορισμένης κυριαρχίας» δήλωσε χωρίς περιστροφές τη Δευτέρα στην ιταλική Βουλή. «Μια Ευρώπη που θα καθοδηγείται από ένα Διευθυντήριο, αποκλείοντας όλους τους υπόλοιπους, θα ήταν μια σκιώδης οντότητα, ένα στρατηγικό σφάλμα για όσους ακολουθούν αυτή τη γραμμή» προειδοποίησε από του βήματος ο Μπερλουσκόνι το Βερολίνο, το Παρίσι και το Λονδίνο, τονίζοντας παράλληλα πως θα αντιταχθεί κατηγορηματικά σε ένα «επεμβατικό, συγκεντρωτικό και γραφειοκρατικό μοντέλο ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», φωτογραφίζοντας το ομοσπονδιακό μοντέλο που προτείνουν οι Γερμανοί.

«Η Ιταλία πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην Ευρώπη ή στον απομονωτισμό, με συνέπεια την αυτοπεριθωριοποίησή της» δήλωσε ωμά ο Γάλλος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο συνάδελφός του επί της Οικονομίας Λοράν Φαμπιούς, ο οποίος ζήτησε από την Ιταλία να επαναβεβαιώσει την προσήλωσή της στην Ευρώπη, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι «υπάρχει ανάγκη κάποιου ξεκαθαρίσματος στο επίπεδο των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων».

«Στην ουσία, ο Μπερλουσκόνι θέλει να υπογραμμίσει τη νομιμοφροσύνη της κυβέρνησής του στις ΗΠΑ του Μπους ως θεμέλιο λίθο της εξωτερικής του πολιτικής, βάζοντας τις ευρωπαϊκές του υποχρεώσεις σε δεύτερο πλάνο» έγραψε ο Ιταλός φιλόσοφος Πάολο Φλόρες ντ’ Αρκάις στην ισπανική «Ελ Παΐς».

Οσο για τη γαλλική «Μοντ», αυτή έφθασε μέχρι του όντως εντυπωσιακού σημείου εχθρότητας, να δημοσιεύσει πρωτοσέλιδο άρθρο του Ιταλού νομπελίστα Ντάριο Φο με τον οξύτατο τίτλο «Ιταλία: έφθασε ο νέος φασισμός» στο ίδιο φύλλο, στις εσωτερικές σελίδες του οποίου φιλοξενούσε άρθρο του Ιταλού πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι, με το οποίο αυτός απαντούσε σε επικριτικά δημοσιεύματα της εφημερίδας για την ευρωπαϊκή πολιτική του!

Η πανευρωπαϊκή πολιτική και δημοσιογραφική ενασχόληση με τον Στόιμπερ ή τον Μπερλουσκόνι δεν αντανακλά μόνο την αυτοτελή σημασία και βαρύτητα της καθεμιάς από τις δύο περιπτώσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως είναι σημαντικές για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Σηματοδοτεί ταυτόχρονα το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την πολιτική των κομμάτων της ευρωδεξιάς, καθώς οι πάντες αντιλαμβάνονται πως έχουμε πλέον εισέλθει σε φάση σταδιακής απομάκρυνσης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων από την εξουσία σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και αντικατάστασής τους από τα συντηρητικά.

Στις εκλογικές αναμετρήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια του 2001, η Δεξιά νίκησε στην Ιταλία, τη Νορβηγία, τη Δανία, εκτοπίζοντας από την κυβέρνηση τους κεντροαριστερούς σοσιαλδημοκράτες, ενώ ενισχύθηκε και στο Βέλγιο. Στην Πορτογαλία, στα μέσα Δεκεμβρίου, παραιτήθηκε η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση έπειτα από συντριπτική ήττα της στις δημοτικές εκλογές και η Δεξιά θεωρείται ως πιθανότερος νικητής στην πρόωρη εκλογική αναμέτρηση. Μόνη εξαίρεση, η νίκη του Μπλερ στη Βρετανία.

Σε περίοδο αβεβαιότητας, με φόβους ήττας στις εκλογές της άνοιξης, έχει περιπέσει και η ολλανδική σοσιαλδημοκρατία. Εξαιρετικά αμφίρροπη υπήρξε εξ αρχής η αναμέτρηση μετά τρίμηνο για την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας μεταξύ του δεξιού Ζακ Σιράκ και του κεντροδεξιού Λιονέλ Ζοσπέν, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν τον πρώτο να συνεχίζει να προηγείται. Αν ηττηθεί ο Ζοσπέν στις προεδρικές εκλογές, τότε πρέπει να θεωρηθεί πιθανότατη η ανατροπή και της σοσιαλιστικής κυβέρνησης.

Ακόμη και στη Γερμανία, όπου οι βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου θεωρούνταν απλός περίπατος για τον καγκελάριο Σρέντερ και το κόμμα του, τώρα μεταβάλλονται σε πραγματική μάχη, καθώς εμφανίστηκαν οι πρώτες δημοσκοπήσεις που δίνουν προβάδισμα έως και πέντε εκατοστιαίων μονάδων στη δεξιά χριστιανοδημοκρατική αντιπολίτευση. Κάθε άλλο παρά σίγουρη θεωρείται η νίκη της σοσιαλδημοκρατίας και στη Σουηδία.

Από το 1999

«H Αριστερά συνεχίζει να βλέπει να κονιορτοποιούνται οι θέσεις της στην Ευρώπη» ήταν ο εύστοχος τίτλος μιας ολοσέλιδης ανάλυσης της «Μοντ».

Τις πρώτες ενδείξεις αυτής της τάσης είχαμε επισημάνει ήδη πριν από δυόμισι χρόνια, τον Ιούνιο του 1999, με αφορμή την καθολική επικράτηση των συντηρητικών κομμάτων στις περιορισμένης σημασίας ευρωεκλογές, τονίζοντας τότε ότι η ευρωδεξιά ήταν ιδεολογικά και πολιτικά ανέτοιμη για την αναρρίχηση στην εξουσία.

Τώρα όμως η περίοδος αυτή ολοκληρώθηκε. Οσο και αν είναι γεγονός αναντίρρητο, πως αν οι σοσιαλδημοκράτες νικήσουν στη Γερμανία και στη Γαλλία, το συνολικό ευρωπαϊκό πολιτικό κλίμα θα παραμείνει κεντροαριστερό λόγω της ηγεμονίας αυτών των χωρών, το βέβαιο είναι πως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί ο καιρός που 12 στις 15 κυβερνήσεις της E.E. θεωρούνταν «ροζ». Σήμερα πια είναι μοιρασμένες.