ΚΟΣΜΟΣ

H μητέρα της ζωής απειλείται με θάνατο

H ζωή στον πλανήτη γεννήθηκε χιλιάδες μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, στον πυθμένα των αχανών ωκεανών που καλύπτουν το 70% της επιφάνειας της Γης. Σε αυτό καταλήγουν επιστήμονες απ’ όλο τον κόσμο μετά και την ανακάλυψη μικροοργανισμών που ζουν σε πρωτόγονα ηφαιστειακά ρήγματα, σε θερμοκρασίες μάλιστα μεγαλύτερες των 200 βαθμών Κελσίου. Οι ερευνητές στρέφουν σήμερα, με σχετική καθυστέρηση, το ενδιαφέρον τους στη θάλασσα και ανακαλύπτουν τα μυστικά των ωκεανών, το μεγαλύτερο τμήμα των οποίων παραμένει ανεξερεύνητο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη βιοποικιλότητά του. Ενδεικτικό της προσπάθειας είναι το διεθνές πρόγραμμα απογραφής της θαλάσσιας ζωής που βρίσκεται σε εξέλιξη και πρόκειται να διαρκέσει έως το 2010. Με την ολοκλήρωσή του, θα αποκαλυφεί πώς και πόσο η ανθρώπινη δραστηριότητα επηρεάζει τους ευαίσθητους θαλάσσιους οργανισμούς.

Στο μεταξύ, η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη απειλεί να ανατρέψει έναν θεμελιώδη ρόλο των ωκεανών. Την ικανότητά τους να απορροφούν το ανθρωπογενές διοξείδιο του άνθρακα. Αν αυτό συμβεί, ο ρόλος της θάλασσας θα αποδυναμωθεί σημαντικά, προκαλώντας ανεπανόρθωτη βλάβη στο οικοσύστημα του πλανήτη. «Είναι σίγουρα ένα πολύ σκοτεινό σενάριο, το οποίο όμως με τα σημερινά δεδομένα κινδυνεύει να βγει αληθινό», αναφέρει στην «K» ο πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών κ. Γιώργος Χρόνης.

Μπορεί οι ερευνητές να γνωρίζουν το μέγεθος, τα βαθύτερα σημεία και τις ροές των υδάτων, ωστόσο οι υποθαλάσσιες σπηλιές, οι ζωντανοί οργανισμοί στα βάθη της αβύσσου και η αλληλεπίδραση με το κλίμα αποτελούσαν μέχρι πρότινος ένα μεγάλο ερώτημα. H φύση άλλωστε του αντικειμένου καθιστούσε δύσκολο και δαπανηρό το έργο της -έτσι κι αλλιώς- «φρέσκιας» επιστήμης της ωκεανογραφίας. H καταπόνηση όμως των θαλασσών από τη ρύπανση και την υπεραλιεία και κυρίως η μεταβολή των κλιματολογικών συνθηκών αναγκάζουν τους επιστήμονες να στρέψουν την προσοχή τους στις ανεξερεύνητες θάλασσες, προκειμένου να ρίξουν φως στις θεμελιώδεις διαδικασίες στη Γη.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, η προσπάθεια απογραφής της θαλάσσιας ζωής του πλανήτη, στην οποία συμμετέχουν 300 επιστήμονες από 53 χώρες. Στόχος της, η δημιουργία τράπεζας δεδομένων που θα «αποκαλύψει» το πώς η ανθρώπινη δραστηριότητα επηρεάζει την εξέλιξή της στο μεγαλύτερο τμήμα του πλανήτη. «O κόσμος πιστεύει ότι το Διάστημα είναι το τελευταίο σύνορο, ελάχιστα ωστόσο γνωρίζουμε για τους ωκεανούς. Και αν δεν γνωρίζεις κάτι, σίγουρα δεν μπορείς να το προστατέψεις», αναφέρει ο Μάικ Βεκιόνε, βιολόγος που συμμετέχει στο φιλόδοξο σχέδιο. «H αύξηση των τοξικών αποβλήτων που καταλήγουν στη θάλασσα και η ταυτόχρονη άνοδος της θερμοκρασίας των υδάτων έχουν συνέπειες που είναι δύσκολο να προβλέψουμε. Είναι απολύτως απαραίτητο να λάβουμε μέτρα που θα αντιμετωπίζουν τις επικείμενες αλλαγές στη λειτουργία των ωκεανών», προσθέτει από τη μεριά του ο δρ Ρον O’ Ντορ, επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος.

Ενα δισ. δολάρια

Η απογραφή θα κοστίσει σύμφωνα με τους αρχικούς υπολογισμούς ένα δισεκατομμύριο δολάρια (τη χρηματοδότηση έχουν αναλάβει κυβερνήσεις περισσοτέρων από 50 χωρών) και χωρίζεται σε επτά ενότητες, μεταξύ των οποίων η ακτογραμμή του Ειρηνικού, ο βυθός του Βόρειου Ατλαντικού, ο κόλπος του Μέιν, οι διαδρομές των σολομών και υποθαλάσσιοι υδροθερμικοί αγωγοί. «H εντυπωσιακότερη έως τώρα στιγμή του εγχειρήματος είναι η εξερεύνηση του υποθαλάσσιου ρήγματος «Τσάρλι Γκιμπς», ανάμεσα στις Αζόρες και την Ισλανδία, με ένα ρωσικό βαθυσκάφος. Είναι η πρώτη φορά που πραγματοποιήθηκαν έρευνες στο συγκεκριμένο σημείο», συμπληρώνει ο δρ Ρον O’ Ντορ. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ο αριθμός των ζωικών ειδών της θάλασσας θα ανέλθει στις 210.000.

Είναι γεγονός ότι το 95% των ωκεανών παραμένει ανεξερεύνητο σε σχέση με τη βιοποικιλότητά του. Οι πρόσφατες ανακαλύψεις μιας ομάδας ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης ήρθαν να επιβεβαιώσουν τις παραπάνω εκτιμήσεις. Ερευνώντας τα ηφαιστειακά ανοίγματα που υπάρχουν στον πυθμένα των θαλασσών εντόπισαν μικρόβια που ευδοκιμούν σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 200 βαθμών Κελσίου, αναπνέουν σίδηρο και παράγουν μαγνιτίτη!

Στα σκοτεινά βάθη

Η ύπαρξή τους παρέμενε εντελώς άγνωστη. Θεωρήθηκαν από τις πιο πρωτόγονες μορφές ζωής, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι η ζωή στη Γη προήλθε από μικρόβια που ζούσαν στα υποθαλάσσια υδροθερμικά γεωλογικά συστήματα. Βέβαια, τα ηφαιστειακά ανοίγματα στον πυθμένα της θάλασσας δεν είναι καινούργια ανακάλυψη, ο εντοπισμός ωστόσο οργανισμών που δεν εξαρτώνται από την ενέργεια του ήλιου για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τα σκοτεινά οικοσυστήματα στα βάθη των ωκεανών γέννησαν τη ζωή στον πλανήτη.

Προάγγελος των θεωριών ήταν η ανακάλυψη -τρία χρόνια πριν- από Αυστραλό γεωλόγο απολιθωμένων βακτηρίων σε υποθαλάσσιες σχισμές του γήινου φλοιού, οι οποίες είχαν σχηματιστεί πριν από 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια! Μιλώντας στην «K» ο πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών κ. Γιώργος Χρόνης σχολίασε ότι «η επαφή του μάγματος από τα ηφαιστειακά ανοίγματα με τη στήλη του νερού απελευθέρωσε και συχνά συνεχίζει να απελευθερώνει αέρια που σε συνδυασμό με υψηλές θερμοκρασίες προκαλούν χημικές ενώσεις που βοήθησαν την αναπαραγωγή μικροοργανισμών. Εκεί εξάλλου οφείλεται ότι κοντά στις σημερινές θερμοπηγές υπάρχουν πολλά βακτήρια. Δίχως αμφιβολία, μητέρα της ζωής είναι η θάλασσα», λέει χαρακτηριστικά.