ΚΟΣΜΟΣ

O ρόλος του γκουλάγκ αποκαλύπτεται

Κάθε Ιούνιο, όταν γλυκάνει ο αρκτικός χειμώνας, τα χιόνια λιώνουν και δημιουργούν ρυάκια που γεμίζουν με ανθρώπινα οστά, καθώς διασχίζουν τον τόπο που οι ντόπιοι ονομάζουν «Γολγοθά». Το εφιαλτικό φορτίο των παγωμένων νερών είναι ότι απέμεινε από χιλιάδες αιχμαλώτους που εστάλησαν σε τούτο το «αρχιπέλαγος Γκουλάγκ». Ακόμα και σήμερα κανείς δεν γνωρίζει πόσοι εργάστηκαν εδώ σαν δούλοι και κανείς δεν ξέρει πόσοι πέθαναν. Τα οστά, όμως, αποτελούν τη δυσάρεστη ενθύμηση ενός ζοφερού παρελθόντος, που οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να ξεχάσουν για πάντα. «Εδώ, ο κόσμος πιστεύει ότι η ιστορία όλων αυτών των στρατοπέδων εργασίας είναι κάτι σαν τρομερό οικογενειακό μυστικό που δεν πρέπει να γίνει γνωστό έξω από την οικογένεια», εξηγεί ο Βλάντισλαβ Τολστόφ, δημοσιογράφος, ιστορικός και κάτοικος του Νορίλσκ.

Το Νορίλσκ, όμως, ταυτίζεται με το σκοτεινό του παρελθόν, αν και πολλοί εξακολουθούν να διατηρούν επιφυλάξεις. Δεν υπάρχει μνημείο που να τιμά όσους άφησαν την τελευταία τους πνοή εδώ, θύματα της αδιάκοπης, απάνθρωπης εργασίας, αν και όσοι επέζησαν των μαρτυρίων το έχουν επανειλημμένως προσπαθήσει.

Η ιδιωτική επιχείρηση εξόρυξης και επεξεργασίας μεταλλεύματος, η Norilsk Nickel, η οποία προέκυψε από την τεράστια κρατική επιχείρηση που πάντα υπήρχε εδώ, ανήρτησε σε όλη την πόλη αφίσες με τις οποίες εξιστορεί την ιστορία των εργοστασίων της, χωρίς βεβαίως πουθενά να αναφέρεται ότι οι οικοδόμοι που φαίνονται στις μαυρόασπρες φωτογραφίες ήταν περισσότερο δούλοι παρά ελεύθεροι άνθρωποι.

Το καινούργιο βιβλίο του Τολστόφ, που τιτλοφορείται «Χρονικά του Νορίλσκ», αναφέρεται ελάχιστα σε μια δυσάρεστη πραγματικότητα ότι, δηλαδή, η πόλη, όπως είχε επισημάνει σε συνέντευξή του παλιότερα, «οικοδομήθηκε πάνω στους σκελετούς των αθώων θυμάτων του καθεστώτος». Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι το Νορίλσκ δεν διεκδικεί κατά κανένα τρόπο μοναδικότητα σε αυτό. Παρότι πέρασαν δώδεκα χρόνια από το τέλος της ΕΣΣΔ, η Ρωσία διστάζει να ερευνήσει σε βάθος ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σοβιετικής ιστορίας. H μνήμη παραμένει επιλεκτική και η ιστορία -όπως στο παρελθόν- υποκειμενική.

«Η Ρωσία κληρονόμησε τη διπλωματική και εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ, τις πρεσβείες της, τα χρέη και, τέλος, την έδρα της στον OHE, αλλά εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να μην κληρονόμησε την ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης», εξηγεί η Αν Απλμπάουμ, συγγραφέας του «Γκουλάγκ: Μία νέα ιστορική θεώρηση των στρατοπέδων». Στο Νορίλσκ, περισσότερο από κάθε άλλο τόπο, η ιστορία παραμένει ενταφιασμένη, όχι όμως βαθιά, αλλά στο ίδιο βάθος με τα οστά των κρατουμένων στο γκουλάγκ.

Από το 1935 μέχρι το 1956, δεκάδες χιλιάδες φυλακισμένοι -πολιτικοί εχθροί ενός παρανοϊκού καθεστώτος- εργάστηκαν μέχρι θανάτου σε τούτη την πόλη. Αυτοί ήταν οι μεταλλωρύχοι της, έχτισαν με τα χέρια τους τις φυλακές τους και τελικά οικοδόμησαν την ίδια την πόλη. O Βασίλι Ρομάσκιν έφτασε εδώ το 1939, δύο χρόνια μετά τη σύλληψή του, επτά ημέρες μετά τον γάμο του, όταν κατηγορήθηκε ότι ήταν μέλος αντικαθεστωτικής οργάνωσης, η οποία ωστόσο, όσο μπορεί ο ίδιος να γνωρίζει, δεν υπήρξε ποτέ.

Ο ίδιος θυμάται ότι έπρεπε να σκάβει αναχώματα διαστάσεων 2 μέτρα επί 2 στο παγωμένο έδαφος. Σε αυτά τα ορύγματα θεμελιώθηκαν οι μεταλλουργίες της πόλης. Για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου οι φυλακισμένοι εργάζονταν σε πολικό ψύχος, ντυμένοι με βαμβακερές φόρμες, ενώ τα χέρια και τα πόδια τους ήταν τυλιγμένα σε κουρέλια. Τις πιο κρύες ημέρες τούς έδιναν μερικές γουλιές καθαρό οινόπνευμα και ένα κομμάτι χοιρομέρι. «Σου έδιναν να φας τόσο ώστε να μην πεθάνεις από ασιτία και να εξακολουθήσεις να εργάζεσαι», θυμάται ο Ρομάσκιν, ο οποίος σήμερα είναι 89 ετών. Στα χρόνια της Σοβιετικής Ενωσης κανείς δεν διανοούνταν να μιλήσει για τα στρατόπεδα εργασίας και πολλοί δεν ήθελαν να γνωρίζουν την ύπαρξή τους. Πολλοί ντόπιοι, όπως ο Τολστόφ, αν και μεγάλωσαν στην πόλη, δεν γνώριζαν το παραμικρό γι’ αυτά. Μάλιστα, οι Σοβιετικοί ανέφεραν ότι η πόλη είναι το θαυμαστό επίτευγμα «εθελοντών» που έφτασαν στην περιοχή τη δεκαετία του 1950 και κατασκεύασαν ένα βιομηχανικό κολοσσό.

Αυτή η άποψη ανατράπηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, την εποχή της γκλάσνοστ (διαφάνειας), η οποία διήρκεσε ελάχιστα. Στις αρχές του 1990, δημιουργήθηκε το πρώτο μνημείο στον λόφο όπου είχαν είχαν ταφεί σε ομαδικούς τάφους οι φυλακισμένοι. Εκεί οικοδομήθηκε ένα μικρό παρεκκλήσι, η κατασκευή του οποίου χρηματοδοτήθηκε από ιδιώτες. Αργότερα προστέθηκε ένας μικρός σταυρός πάνω σε μία λευκή μαρμάρινη πλάκα, αφιερωμένη στη μνήμη όλων όσων πέθαναν εκεί. Για πολλούς το κενοτάφιο αυτό ήταν αρκετό.

«Μπορεί οι πιο ηλικιωμένοι να συνδέουν το μικρό μνημείο με το γκουλάγκ», λέει ο Γιούρι Φιλάτοφ, διευθυντής της μονάδας χαλκού της Norilsk Nickel, όταν τον ρώτησαν για τους φυλακισμένους. «Φυσικά, οι νέοι δεν γνωρίζουν αυτά τα πράγματα».

Μεγαλύτερα μνημεία οικοδόμησαν στον λόφο, όχι οι Ρώσοι, αλλά οι κυβερνήσεις των χωρών που πρόσφατα απέκτησαν την ανεξαρτησία τους όπως η Λεττονία, η Λιθουανία, η Εσθονία και η Πολωνία, για να τιμήσουν τη μνήμη των πολιτών τους που πέθαναν εκεί.

«Αραγε, ο κόσμος ντρέπεται για όσα συνέβησαν;» αναρωτιέται ο Λίβια Λουγκάνσκαγια, αναπληρωτής διευθυντής του μουσείου της πόλης, που δίνει αγώνα για να γίνεται μνεία των γκουλάγκ στα σχολεία και να οργανωθούν εκθέσεις γι’ αυτά. «Προφανώς αδιαφορεί», καταλήγει.

Μια οργάνωση που εκπροσωπεί τους επιζήσαντες του γκουλάγκ -μόλις 36 έχουν παραμείνει εν ζωή και 40 παιδιά φυλακισμένων- εξακολουθεί να αγωνίζεται για την οικοδόμηση επίσημου μνημείου αλλά οι δημοτικές αρχές αδιαφορούν. Οι μνήμες του παρελθόντος έρχονται στο προσκήνιο με μεγάλη δυσκολία. O κόσμος δεν θέλει να θυμάται τα παλιά, ίσως γιατί γνωρίζει ότι ένα κομμάτι του είναι ζωντανό και έχει ισχύ».