ΚΟΣΜΟΣ

Οδυνηρό το αγκάθι της Ουνίας

Η συμβολή του Ιωάννη Παύλου Β΄ στον διάλογο ανάμεσα στη Ρωμαιοκαθολική και την Ορθόδοξη Εκκλησία οδήγησε πολλούς Προκαθημένους και εκπροσώπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να παραστούν στην εξόδιο ακολουθία του. Ηταν η πρώτη φορά μετά το Σχίσμα του 1054, που Προκαθήμενοι Ορθοδόξων Εκκλησιών παρέστησαν σε εξόδιο ακολουθία Πάπα. Το αγκάθι της Ουνίας, ωστόσο, τραυμάτισε γι’ άλλη μια φορά τη συγκινητική ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί στον προαύλιο χώρο της βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Αμήχανοι οι ορθόδοξοι, παρακολούθησαν τους ουνίτες καρδιναλίους, επισκόπους και κληρικούς να ψάλλουν με το βυζαντινό τυπικό, γύρω από τη σορό του Πάπα, το «Χριστός Ανέστη» αλλά και αποσπάσματα του Τρισάγιου.

Εκδηλη ενόχληση

«Ηταν πρόκληση αυτό που συνέβη», σχολίασε μητροπολίτης, ο οποίος λίγα μέτρα πιο μακριά παρακολουθούσε τα διαδραματιζόμενα στο κέντρο της πλατείας. «Από την αρχή, όταν πριν από τους καρδιναλίους εισήλθαν στην πλατεία δύο ουνίτες κληρικοί, έδειξαν τις μελλοντικές τους διαθέσεις για τον διάλογο των δύο Εκκλησιών» είπε ο ίδιος ιεράρχης και πρόσθεσε: «Μπορούσαν να το αποφύγουν στο πλαίσιο μιας χειρονομίας καλής θέλησης». Η ενόχληση ήταν έκδηλη ιδιαίτερα στο πρόσωπο του μητροπολίτη Σμολένσκ κ. Κυρίλλου, ο οποίος διατηρεί άριστες σχέσεις με το Βατικανό, καθώς το πρόβλημα της Ουνίας είναι ιδιαίτερα έντονο στη Ρωσία αλλά και σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη.

Συνεργάτες του Αρχιεπισκόπου κ. Χριστόδουλου δήλωναν ότι «δεν υπάρχει λόγος να πάρει το θέμα διαστάσεις», ενώ από το περιβάλλον του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου επισημαίνονταν ότι «με την παρουσία του τίμησε τον Προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που πάντοτε ήταν υπέρμαχος του διαλόγου, κάτι που εύχεται και για τον διάδοχό του». Η Ουνία, πάντως, αποτελεί ένα από τα κορυφαία προβλήματα στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών και ήταν η αιτία για τη διακοπή του θεολογικού διαλόγου που είχαν ξεκινήσει οι δύο πλευρές στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Ρίζες στον 14ο αι.

Μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, στην οποία συνέβαλε και ο Ιωάννης Παύλος Β΄, το Βατικανό επιχείρησε τη διείσδυσή του στους χριστιανούς των νεοσύστατων δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης. Ως «όχημα» σε αυτήν την προσπάθειά του χρησιμοποίησε την «Ουνία», δηλαδή μια μέθοδο προσηλυτισμού που έχει τις ρίζες της στον 14ο αιώνα. Κληρικοί με ορθόδοξα άμφια, γενειάδα, που ακολουθούν το βυζαντινό λατρευτικό τυπικό, οι ουνίτες αναγνωρίζουν ως πνευματική κεφαλή τους τον Πάπα και όχι τον Προκαθήμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της χώρας στην οποία που ζουν.

«Στη Ρουμανία ζήσαμε εφιαλτικές στιγμές την περασμένη δεκαετία, με τους 200.000 ουνίτες να επιτίθενται στους κληρικούς και τους πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, χωρίς να διστάζουν να προχωρούν και σε καταλήψεις ναών μας», εξηγούσε επίσκοπος του Πατριαρχείου Ρουμανίας, που παρέστη στην εξόδιο ακολουθία του Πάπα. «Σήμερα διαθέτουν διακόσιους ναούς, ενώ συστηματικά προσηλυτίζουν ορθοδόξους χριστιανούς», σημείωσε ο Ρουμάνος επίσκοπος και πρόσθεσε: «Προσεγγίζουν απλοϊκούς ανθρώπους και τους παραπλανούν γιατί φορούν τα ίδια ράσα και τα ίδια άμφια με εμάς». Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ο Πατριάρχης Ρουμανίας κ. Θεόκτιστος αποδέχθηκε να επισκεφθεί ο Πάπας τη Ρουμανία, το 1999, ευελπιστώντας ότι θα συνέβαλλε στον περιορισμό του προβλήματος.

Περισσότερο εκρηκτική είναι η κατάσταση στην Ουκρανία αλλά και τη Ρωσία. Οι ουνίτες της Ουκρανίας, μάλιστα, συνέβαλαν καθοριστικά, πριν από μερικούς μήνες, στην εκλογή του προέδρου Γιούσενκο. Πάντως, ο Ιωάννης Παύλος Β΄ σε μια κίνηση καλής θέλησης προς τους ορθοδόξους δεν ικανοποίησε το αίτημά τους για ανύψωση της Εκκλησίας τους σε Πατριαρχείο. Δεν συνέβη το ίδιο στην περίπτωση του Πατριάρχη των ουνιτών της Βηρυτού, Ιγνάτιου Μούσα Νταούντ, τον οποίο ο Πάπας προήγαγε σε καρδινάλιο τον Φεβρουάριο του 2001. Ηταν η πρώτη φορά που ένας ουνίτης καταλάμβανε ένα τόσο υψηλό διοικητικό αξίωμα στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και μάλιστα σε μια περίοδο που ο διάλογος με τους ορθοδόξους καρκινοβατούσε.

«Δύσκολος ο διάλογος»

Στο πρόβλημα της Ουνίας είχαν αναφερθεί με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος και ο Ιωάννης Παύλος Β΄ στην τελευταία κοινή δήλωση που υπέγραψαν το περασμένο καλοκαίρι στη Ρώμη.

«Παρά την σταθεράν επιθυμίαν να συνεχίσωμεν την πορείαν προς την πλήρη κοινωνίαν, δεν θα ήτο ρεαλιστικόν εάν δεν ανεφέροντο ενυπάρχοντα τινά εμπόδια ποικίλης φύσεως», σημείωναν και απαρίθμησαν τα προβλήματα, μεταξύ των οποίων και η Ουνία: «Κατ’ αρχήν θεολογικά και άλλα προερχόμενα από προϋποθέσεις μιας δυσκόλου ιστορίας. Επί πλέον υπάρχουσι νέα προβλήματα, προερχόμενα από βαθείας αλλαγάς, σημειωθείσας εν τη πολιτικο-κοινωνική ευρωπαϊκή συγκυρία και τα οποία δεν απέφυγον ωρισμένας συνεπείας εν ταις μεταξύ των χριστιανικών εκκλησιών σχέσεσιν. Συν τη επιστροφή εις την ελευθερίαν των Χριστιανών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, διεγέρθησαν και τινές παλαιές πληγαί, καθιστώσαι δύσκολον τον διάλογον».

Η Ουνία σκίαζε πάντοτε τον διάλογο μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Από τη μια πλευρά οι δηλώσεις «για τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητα του διαλόγου» και από την άλλη πλευρά ο «προσηλυτισμός εις βάρος της Ορθοδοξίας».

Ευχολόγιο

Σήμερα, είκοσι έξι χρόνια μετά τη δραστηριοποίηση της Μικτής Επιτροπής Διαλόγου των δύο Εκκλησιών, ο διάλογος έχει ουσιαστικά διακοπεί και έχει εξελιχθεί σε μια ακόμα ευχή στο πλαίσιο της προσέγγισης των «δύο αδελφών Εκκλησιών». Στην κοινή δήλωση τους, ο κ. Βαρθολομαίος (το Οικουμενικό Πατριαρχείο συντονίζει τον διάλογο εκ μέρους των Ορθοδόξων Εκκλησιών) και ο Ιωάννης Παύλος Β΄ εξέφρασαν την ευχή να συνεχιστεί η πορεία που ξεκίνησαν οι προκάτοχοί τους Αθηναγόρας και Παύλος Στ΄, το 1964. Την περασμένη Παρασκευή, τόσο ο Οικουμενικός Πατριάρχης όσο και ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος αναφέρθηκαν στη σημασία του διαλόγου ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες. «Υπήρξαν δυσκολίες στην πορεία του διαλόγου, αλλά κάθε φορά που συναντιόμαστε προσπαθούσαμε να ξεπεράσουμε τα εμπόδια, γιατί πιστεύαμε ότι έτσι θέλει ο Θεός», είπε ο κ. Βαρθολομαίος, αναφερόμενος στη συνεργασία του με τον Πάπα και κατέληξε: «Δηλώνουμε την ετοιμότητά μας να συνεργαστούμε με τον νέο Πάπα στην πορεία προς τον διάλογο».