ΚΟΣΜΟΣ

H Αμερική πρέπει να ακούσει τι λέει ο τυφώνας «Κατρίνα»

Καθώς τα νερά της πλημμύρας ανέβαιναν στη Νέα Ορλεάνη την περασμένη εβδομάδα, μια ομάδα που αυτοαποκαλείται Columbia Christians for Life («Χριστιανοί για τη ζωή») ανακοίνωσε ότι είχε καταφέρει να διακρίνει τον θεϊκό σκοπό του τυφώνα: να καταστραφούν οι πέντε κλινικές για αμβλώσεις στην πόλη. H απόδειξη ήταν μια εικόνα από ραντάρ που έδειχνε ότι ο τυφώνας «μοιάζει με έμβρυο μέσα στη μήτρα, τις πρώτες εβδομάδες της κύησης». H φωτογραφία ενός εμβρύου 6 εβδομάδων προσφερόταν στους πιστούς για σύγκριση. Στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, ο οικολόγος ακτιβιστής Ρόμπερτ Φ. Κένεντι κατηγόρησε ως υπεύθυνο για τον τυφώνα… τον Χέιλεϊ Μπάρμπουρ, τον Κυβερνήτη της πολιτείας του Μισισιπή, ο οποίος «έπαιξε καθοριστικό ρόλο… στον εκτροχιασμό του Πρωτοκόλλου του Κιότο» για την αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου και της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Το ευρύτερο επιχείρημα του Κένεντι δεν είναι αβάσιμο -η υπερθέρμανση του πλανήτη μπορεί πράγματι να προκαλέσει ακραία καιρικά φαινόμενα- αλλά η άποψη ότι ένας άνθρωπος και μία συνθήκη θα μπορούσαν να αποτρέψουν αυτήν την καταστροφή φαίνεται παρατραβηγμένη.

Οι ανόητες αντιδράσεις είναι αναπόφευκτες σε στιγμές μεγάλης συμφοράς. Ωστόσο, μπροστά στις τρομακτικές διαστάσεις της τραγωδίας στη Νέα Ορλεάνη, οι δύο αυτές γελοίες αντιδράσεις φαίνονται σχεδόν σαν να κρύβουν μια σκοπιμότητα. Μας υπενθυμίζουν τον στοιχειώδη εαυτό μας, το γεγονός ότι η ανθρωπότητα προσπαθεί να εκλογικεύσει την καταστροφή σ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της ιστορίας της. Τα καπρίτσια της Φύσης οφείλονται είτε στη θέληση του Θεού είτε σε δικά μας λάθη. Ευτυχώς, οι δύο θεσμοί που αναδύθηκαν από αυτές της εξηγήσεις -η θρησκεία και η οργανωμένη κυβέρνηση- αποδείχθηκαν εκπολιτιστικοί παράγοντες. H θρησκεία έδωσε την ηθική βάση για τις ανθρώπινες σχέσεις· η κυβέρνηση πρόσφερε το βήμα για την από κοινού δράση εναντίον εξωτερικών απειλών.

Κοινωνία και κυβέρνηση

Οι συνέπειες του τυφώνα φέρνουν στο νου αυτά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ηρθαν να μας υπενθυμίσουν γιατί υπάρχουν οι κοινωνίες – πράγμα που ίσως είναι το μόνο καλό που βγήκε μέσα από αυτή την καταστροφή. Οι Αμερικανοί έχουν συνηθίσει να περιμένουν όλα να εξελίσσονται ευνοϊκά γι’ αυτούς: έχουν καταλήξει να θεωρούν δεδομένο ότι πάντα θα έχουν ηλεκτρικό ρεύμα και τρεχούμενο νερό και μιαν ατέρμονη πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες. Υποθέτουν ότι μπορούν πάντα να ελέγχουν το πεπρωμένο τους, ότι ποτέ δεν θα αναγκαστούν να βιώσουν το χάος, και ότι η κυβέρνηση είναι μάλλον ένα αναγκαίο κακό παρά ένα βασικό αγαθό, η έσχατη πολιτισμένη άμυνα απέναντι στη σκληρότητα της Φύσης.

Οι Κινέζοι πιστεύουν ότι οι φυσικές καταστροφές σηματοδοτούν το τέλος των αυτοκρατοριών, κάτι ανάλογο με το «Μήνυμα εξ Ουρανού». Για παράδειγμα, ο σεισμός του Τανγκσάν το 1976, που σκότωσε πάνω από 200.000 ανθρώπους, θεωρήθηκε οιωνός για το τέλος της ηγεμονίας του Μάο. Αυτό μπορεί να φαίνεται ότι ισοδυναμεί με το να βλέπει κανείς την εικόνα ενός εμβρύου στο σχήμα ενός τυφώνα, οι Κινέζοι όμως έχουν κάποιο δίκιο: Οι ΗΠΑ έζησαν δύο καταστροφές τα τελευταία τέσσερα χρόνια -την 11η Σεπτεμβρίου και τον τυφώνα «Κατρίνα»- και αν τις δούμε σε συνδυασμό, στέλνουν το μήνυμα ότι τα ανέμελα χρόνια που πέρασε η Αμερική στα τέλη του 20ού αιώνα δεν πρόκειται να συνεχιστούν. Οι αλλαγές στον τρόπο που ζουν οι πολίτες είναι ενδεχομένως απαραίτητες. Σίγουρα, οι τρομοκρατικές επιθέσεις άλλαξαν διάφορα πράγματα, από τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί τα αεροπορικά ταξίδια μέχρι βασικές όψεις της εξωτεικής πολιτικής. Και τώρα έχουμε τη Νέα Ορλεάνη, η οποία, τουλάχιστον, πρέπει να πυροδοτήσει μια αναθεώρηση της νοοτροπίας που περιφρονεί αστόχαστα τις βασικές αρχές της διακυβέρνησης και της δημόσιας ζωής γενικά.

Ανομολόγητος ρατσισμός

Ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα, αμέσως μόλις έγινε γνωστή η έκταση της καταστροφής, μια πολύ έντονη συζήτηση για τις ρατσιστικές συνιστώσες της τραγωδίας, καθώς τα περισσότερα θύματα που είδαμε στις τηλεοράσεις ήταν φτωχοί και μαύροι. Υπήρξαν αλληλοκατηγορίες για την έλλειψη προετοιμασίας εν όψει της καταστροφής, για τις διαβρωμένες υποδομές, για την αποκαρδιωτικά γοργή μετάβαση μιας πόλης από την κατάρρευση στην αναρχία. Ολα αυτά τα επιχειρήματα, όμως, μπορούν να συμπεριληφθούν σε μιαν ευρύτερη συζήτηση για την αποφασιστικής σημασίας στροφή που έκανε η αμερικανική πολιτική στα τέλη του 20ού αιώνα προς αυτό που αποκαλείται, λαθεμένα, «συντηρητισμός». Υπήρχαν κάποιες καλές δικαιολογίες για τη στροφή αυτή: μια νέα κατανόηση των ανεπαρκειών του σοσιαλισμού και των κρατικών γραφειοκρατιών που πνίγουν την πρωτοβουλία. Υπήρξαν όμως και κάποιοι άλλοι λόγοι, πολύ ζοφεροί. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’60, οι Ρεπουμπλικανοί εκμεταλλεύτηκαν τις αντιδράσεις των νότιων πολιτειών στην ενσωμάτωση του μαύρου πληθυσμού, όπως παραδέχτηκε πρόσφατα ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Κεν Μέλμαν, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής του Κογκρέσου. Αυτός ο ανομολόγητος ρατσισμός εξελίχθηκε σε σιωπηρή απροθυμία να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα της φτώχειας και των φυλετικών διακρίσεων -μια απροθυμία που συμμερίστηκαν και οι Δημοκρατικοί, οι οποίοι αρκέστηκαν σε παλιές γραφειοκρατικές λύσεις και διακοσμητικά μέτρα-όπως η «affirmative action», η θετική «μοριοδότηση» των έγχρωμων όσον αφορά τις σπουδές και τις κοινωνικές παροχές. Και το χειρότερο ήταν ότι τόσο οι Ρεπουμπλικανοί όσο και οι Δημοκρατικοί παραιτήθηκαν από ένα θεμελιώδη κυβερνητικό ρόλο: τον σχεδιασμό για το μέλλον, την πρόβλεψη και την πρόνοια για τις ενδεχόμενες κρίσεις. H νέα φιλοσοφία όσον αφορά τη διακυβέρνηση εκφράστηκε με αρκετά ωμό τρόπο το 1987 από την Μάργκαρετ Θάτσερ: «Κοινωνία; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα… Υπάρχουν μόνο άτομα, άντρες και γυναίκες, και υπάρχουν επίσης οικογένειες».

Καινωνία; Δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα στη Νέα Ορλεάνη την περασμένη εβδομάδα. H κυβέρνηση δεν μπορεί, βεβαίως, να εμποδίσει τους τυφώνες, όμως η τρομακτική παθητικότητα που επικράτησε αντανακλά 25 χρόνια στρεβλών προτεραιοτήτων. Σε μια πολιτισμένη κοινότητα, υπάρχει ανάγκη για συλλογική σκέψη και προετοιμασία – όχι μόνο για να αντιμετωπίζονται άμεσοι κίνδυνοι όπως μια φυσική καταστροφή αλλά και ανησυχίες που αφορούν γενικότερα ζητήματα, όπως οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι που απασχολούν τον Ρόμπερτ Φ. Κένενι, καθώς και τα αιώνια προβλήματα, όπως η φτώχεια. Εχοντας γιορτάσει την ατομικότητά μας έως υπερβολής επί μισό αιώνα, οφείλουμε τώρα να στρέψουμε περισσότερο την προσοχή μας στο κοινό καλό. Οπως είχε πει ο θείος του Ρόμπερτ Φ. Κένεντι στην ομιλία του όταν ανέλαβε την προεδρία των ΗΠΑ το 1961, «Εδώ στη γη, η δουλειά του Θεού πρέπει πραγματικά να είναι δική μας δουλειά».