ΚΟΣΜΟΣ

Γερμανικό «όχι» στον νεοφιλελευθερισμό

Βαρύ πλήγμα κατά του νεοφιλελευθερισμού που προωθούν η E.E. και οι κυβερνήσεις των «25» αποτελεί η έκβαση των γερμανικών εκλογών. Ομόφωνη είναι η εκτίμηση αυτή σε όλες τις σοβαρές εφημερίδες της Ευρώπης, ανεξάρτητα από την εθνική τους προέλευση ή την ιδεολογική τους τοποθέτηση. «Πάνω απ’ όλα ήταν ψήφος εναντίον του νεοφιλελευθερισμού», έγραφε στους τίτλους του ο φιλελεύθερος βρετανικός «Γκάρντιαν». Οι συντηρητικοί «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» του Λονδίνου υπογράμμιζαν ότι το αποτέλεσμα των εκλογών «έριξε στην απελπισία τους υποστηρικτές της οικονομικής μεταρρύθμισης στην Ε.Ε.».

Στο ίδιο πνεύμα, και η γαλλική «Μοντ» υποστήριζε στους τίτλους της ότι «Οι νεοφιλελεύθερες ιδέες της Δεξιάς τής κόστισαν τη νίκη», επισημαίνοντας πως το αποτέλεσμα «υπογραμμίζει τη δυσκολία επιβολής μιας νεοφιλελεύθερης στροφής σε μια χώρα που θέλει μάλλον να σώσει το μοντέλο της παρά να το αλλάξει».

Εμφανώς απογοητευμένη η συντηρητική «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε» βάζει ταφόπλακα στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, με πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο της, γράφοντας μεταξύ άλλων: «Μέχρι εδώ λοιπόν με το θέμα μεταρρυθμίσεις. Ή μήπως πιστεύει ακόμη κανείς ότι στο ορατό μέλλον θα ποντάρει σε αυτές κάποιος Χριστιανοδημοκράτης ή Σοσιαλδημοκράτης πολιτικός; H Αγκελα Μέρκελ και ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, κάπως περισσότερο η μία, κάπως λιγότερο ο άλλος, ταυτίστηκαν με τις μεταρρυθμίσεις – και τους ήρθε ο λογαριασμός. Το αποτέλεσμα των εκλογών σημαίνει και για τα δύο μεγάλα κόμματα ήττα και συρρίκνωση της επιρροής τους».

Η απογοήτευση των νεοφιλελεύθερων κύκλων είναι καθολική. «Το πολιτικό μάθημα από αυτές τις εκλογές είναι ότι όποιος πολιτικός παρουσιάσει πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, είναι ανόητος με τάσεις αυτοκτονίας(!)», έγραψε αποκαρδιωμένος αρθρογράφος των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς».

Το Αριστερό Κόμμα

Η αντίσταση της γερμανικής κοινωνίας στην προσπάθεια κατάλυσης του κοινωνικού κράτους διαπέρασε όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς. Αναμφισβήτητα όμως το πιο σημαντικό πολιτικό γεγονός αυτών των εκλογών ήταν η εμφάνιση του Αριστερού Κόμματος, το οποίο αμέσως αναδείχθηκε σε τέταρτο κόμμα του Κοινοβουλίου, λαμβάνοντας τέσσερα εκατομμύρια ψήφους – το 8,7% του συνόλου και 54 βουλευτές επί συνόλου 613.

Προϊόν της εκλογικής συνεργασίας των αριστερών σοσιαλδημοκρατών της Δυτικής Γερμανίας υπό τον Οσκαρ Λαφοντέν και των μεταλλαγμένων πρώην κομμουνιστών της Ανατολικής Γερμανίας υπό τον Γκρέγκορ Γκίζι, το Αριστερό Κόμμα καλύπτει με την εμφάνισή του και την κοινοβουλευτική εκπροσώπησή του το κενό που εδώ και μισό αιώνα υπάρχει στα αριστερά του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.

Η επιρροή του στην πολιτική ζωή της Γερμανίας θα υπερβαίνει σαφώς την άμεση εκλογική του απήχηση, καθώς η ηγεσία του SPD θα έχει πλέον πλήρη επίγνωση του ότι θα υπάρχει δυνατότητα και εκλογικής έκφρασης της αριστερής διαμαρτυρίας στους κόλπους των Σοσιαλδημοκρατών, αν η ηγεσία κινείται πολύ προς τα δεξιά, όπως έκανε π.χ. ο Σρέντερ με τις μεταρρυθμίσεις του.

Μέχρι τώρα αυτή η δυνατότητα υπήρχε μόνο στα πέντε κρατίδια της τέως Ανατολικής Γερμανίας και στο ενιαίο Βερολίνο, όπου το κόμμα των μεταλλαγμένων κομμουνιστών συγκέντρωνε από το 14,4% ώς το 17,2% των ψήφων ανά κρατίδιο και 11,4% στην πρωτεύουσα. H συνεργασία, όμως, με τον Λαφοντέν πρωτίστως σηματοδότησε την πολιτική του ύπαρξη και στα κρατίδια της πρώην Δυτικής Γερμανίας, όπου στα έξι από τα δέκα ξεπέρασαν το όριο του 5% με προπύργιο το Σάαρ, πατρίδα του Λαφοντέν, όπου πήρε 18,5%! Το «γκέτο» της πολιτικής απομόνωσης στην Ανατολή έσπασε.

Ταυτόχρονα, το Αριστερό Κόμμα «απογειώθηκε» και στα κρατίδια της Ανατολικής Γερμανίας, καθώς κέρδισε παντού σχεδόν δέκα(!) εκατοστιαίες μονάδες και τα ποσοστά του εκεί κυμάνθηκαν από 23% μέχρι 26,6%, ενώ και στο Βερολίνο το ποσοστό του ανέβηκε στο 16,4%. Μάλιστα, σε μία από τις 12 εκλογικές περιφέρειες της γερμανικής πρωτεύουσας το Αριστερό Κόμμα πήρε 35,6% και σε άλλη 34,4%!

Είναι προφανές πως καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική στην περιοχή της τέως Ανατολικής Γερμανίας αγνοώντας ένα κόμμα της τάξης του 25%, με ισχυρότατες τοπικές ρίζες. Από την άλλη πλευρά, αυτό το τμήμα των Ανατολικογερμανών που αισθανόταν πολιτικά περιθωριοποιημένο, τώρα για πρώτη φορά αισθάνεται ότι συμμετέχει στο συνολικό, κεντρικό πολιτικό παιχνίδι της Γερμανίας μέσω του Λαφοντέν.

Η εμφάνιση του Αριστερού Κόμματος προσλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αν παρατηρήσει κανείς ότι τα δύο αντιπαρατιθέμενα πολιτικά μπλοκ της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς παρουσιάζουν εντυπωσιακή αντοχή και ακινησία ως σύνολα, υφιστάμενα μόνο εσωτερικές ανακατατάξεις.

Το 2002 οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) πήραν 38,5% και οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) 7,4% – δηλαδή σύνολο 45,9%. Το 2005 το σύνολό τους παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο, 45% (35,2% η CDU και 9,8% το FDP). Μια ασήμαντη διαφορά μόλις 0,9%, η οποία μάλιστα συρρικνώνεται στο 0,3%, αν συνυπολογισθεί και το ποσοστό του ακροδεξιού κόμματος NPD, το οποίο από 0,4% το 2002 ανέβηκε φέτος στο 1,6%.

Ακριβώς ίδια κατάσταση και στην αντίπερα όχθη. Το 2002 οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD είχαν 38,5%, οι Πράσινοι 8,6% και οι πρώην Κομμουνιστές 4% – σύνολο 51,1%. Στις εκλογές της περασμένης Κυριακής το SPD πήρε 34,3%, οι Πράσινοι 8,1% και το Αριστερό Κόμμα 8,7% – άθροισμα ακριβώς 51,1%!

Πορεία Σρέντερ προς τα πού;

Τα συνολικά αποτελέσματα ανά συνασπισμό είναι δηλαδή ταυτόσημα το 2002 και το 2005, άλλαξε μόνο ο εσωτερικός συσχετισμός των συγγενών δυνάμεων, υποδηλώνοντας την ευκολία μετακίνησης ψηφοφόρων από τη δεξιά CDU στο κεντρώο FDP και από τους Σοσιαλδημοκράτες στους Αριστερούς.

Το εκλογικό αποτέλεσμα θέτει τον Σρέντερ ενώπιον ενός σοβαρότατου διλήμματος, καθώς έχει δύο διαμετρικά αντίθετες επιλογές, ανεξάρτητα από τις μέχρι τώρα δηλώσεις των διαφόρων Γερμανών πολιτικών ηγετών.

Ο καγκελάριος μπορεί να διαλέξει είτε να συγκροτήσει κεντροαριστερή κυβέρνηση με τους Πράσινους και τους Αριστερούς (θα έχει πλειοψηφία 20 εδρών στη Μπούντεσταγκ) είτε να συνεργαστεί με την κεντροδεξιά (με Πράσινους και FDP θα έχει πλειοψηφία 27 εδρών, με τους Χριστιανοδημοκράτες θα έχει πλειοψηφία 140 εδρών).

Αναλόγως με το τι θα διαλέξει, θα στρέψει τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία είτε προς τα αριστερά, σηματοδοτώντας τη ριζοσπαστικοποίησή της, είτε προς τα δεξιά, σηματοδοτώντας την οριστική μετατροπή της σε νεοφιλελεύθερο κόμμα.

Οποιαδήποτε απόφασή του θα επηρεάσει καθοριστικά τη φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, δεδομένου του τεράστιου ειδικού βάρους της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Πολύ περισσότερο που βρίσκεται σε εξέλιξη αποφασιστική αναμέτρηση αυτών των διαμετρικά αντίθετων τάσεων και στους κόλπους του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως έδειξαν και τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων για το Ευρωσύνταγμα στη Γαλλία και στην Ολλανδία, ότι βρισκόμαστε σε φάση που η βάση των σοσιαλδημοκρατών απορρίπτει μετά βδελυγμίας τον νεοφιλελευθερισμό και απαιτεί αριστερή στροφή για τη διατήρηση του κοινωνικού κράτους.

Μαθήματα

Αν ο Σρέντερ επιχειρήσει συνεργασία με την κεντροδεξιά για να συνεχίσει τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του, πολλοί σοσιαλδημοκράτες ψηφοφόροι θα τη θεωρήσουν ως πραξικοπηματική απόπειρα περιφρόνησης της βούλησής τους – κάτι που ενδέχεται να έχει μοιραίες συνέπειες στις επόμενες εκλογές, τώρα που υπάρχει το Αριστερό Κόμμα.

Ο Σρέντερ έχει άλλωστε και προσωπική εμπειρία. Οταν ψήφισε τις μεταρρυθμίσεις και άρχισε να τις εφαρμόζει, καταβαραθρώθηκε στις δημοσκοπήσεις και έριξε το SPD στο 25%. Πάνω εκεί αποσχίσθηκε και η αριστερή του πτέρυγα και συγκροτήθηκε το Αριστερό Κόμμα. Οταν όμως τους τελευταίους μήνες έκανε στροφή, έπαψε να προωθεί τις μεταρρυθμίσεις του και άρχισε να παρουσιάζεται ως υπερασπιστής του κοινωνικού κράτους, αμέσως έδειξε σημεία ανάκαμψης και σταδιακά έφθασε στο εκλογικό αποτέλεσμα της αξιοπρεπούς ήττας, με απώλεια 4,2%, και όχι πανωλεθρίας.

Ανάλογο το πάθημα και της Μέρκελ. Οσο δεν μιλούσε, έφθασε μέχρι και 50% μόνη της. Μόλις όμως άρχισε να μιλάει και οι Γερμανοί κατάλαβαν ότι ήθελε να κάνει όσα και ο Σρέντερ και μάλιστα σε σκληρότερη εκδοχή, όλη η πρόσθετη επιρροή της εξανεμίστηκε εν ριπή οφθαλμού και καταποντίστηκε στο 35%.

Θα αγνοήσει άραγε ο Σρέντερ αυτά τα διδάγματα; Ιδωμεν…