ΚΟΣΜΟΣ

Αιχμηρός εκ των έσω κριτής της «κοινωνίας της αφθονίας»

Ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, ο οποίος πέθανε το Σάββατο σε νοσοκομείο του Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης σε ηλικία 97 ετών, υπήρξε οικονομολόγος, δάσκαλος και αμετανόητο μέλος του προοδευτικού ακαδημαϊκού χώρου των ΗΠΑ. Τα βιβλία του Τζ. Κ. Γκαλμπρέιθ διαβάστηκαν όσο κανενός άλλου οικονομολόγου πριν από αυτόν. Μεταξύ τους, η «Κοινωνία της Αφθονίας», του 1958, ήταν ένα από τα σπάνια εκείνα έργα που υποχρέωσαν το έθνος να επανεξετάσει τις αξίες του. Τα γραπτά του ήταν ευρέως κατανοητά, ακόμη και εκείνα που πραγματεύονταν περίπλοκα οικονομικά θέματα, ενώ πολλές από τις φράσεις-κλειδιά που χρησιμοποίησε, όπως «κοινωνία της αφθονίας», «κοινή λογική» και «δύναμη εξισορρόπησης», εισήλθαν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.

Η παρουσία του Γκαλμπρέιθ ήταν επιβλητική, με ύψος που ξεπερνούσε τα δύο μέτρα, ενώ τα φώτα του αναζητούσαν συχνά πολιτικοί ηγέτες. Προσέφερε τις συμβουλές του αφειδώς, αν και αυτές αγνοήθηκαν περισσότερο από όσο εισακούσθηκαν.

Εποχή αλληλοσπαραγμού

Προσπάθησε να μεταβάλει την ίδια τη φύση του εθνικού διαλόγου για την ισχύ στον σύγχρονο κόσμο, εξηγώντας πώς ο σχεδιασμός των γιγάντιων επιχειρήσεων αγνοεί ακόμη και τους ίδιους τους μηχανισμούς της αγοράς. Η κοσμοθεωρία του, που θα ασκούσε μεγαλύτερη επιρροή εάν ο Γκαλμπρέιθ είχε αποκτήσει μαθητές πρόθυμους και ικανούς να αποδείξουν τις θεωρίες του με μαθηματικά πρότυπα, έφθασε να αντιμετωπίζεται ως «χαριτωμένη» στον σημερινό σκληρό και δικτυωμένο κόσμο, όπου πολυεθνικές επιχειρήσεις κατασπαράζουν η μία την άλλη για πρωινό. «Η ιδιαιτερότητα της προσφοράς του μοιάζει να εξαφανίζεται», έγραψε ο Στίβεν Νταν, στην οικονομική επιθεώρηση Journal of Post-Keynesian Economics, το 2002. Ο Γκαλμπρέιθ, που υπήρξε από τους πιο αγαπητούς καθηγητές του Χάρβαρντ, συνέχισε να αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης, παρά την προχωρημένη του ηλικία.

Ο Ρόμπερτ Λεκάτσμαν, προοδευτικός οικονομολόγος, που μοιραζόταν πολλές από τις απόψεις του Γκαλμπρέιθ για τις ευθύνες της κοινωνίας της αφθονίας και την αποτυχία της να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των φτωχότερων μελών της, περιέγραψε κάποτε τα λόγια του καθηγητή του ως «ευφυή, εύπλαστα και όσο χρειάζεται αιχμηρά, για να αρέσουν στους ακροατές του».

Ο Γκαλμπρέιθ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1930 έως και εκείνη του 1990, ασκώντας καθοριστική επιρροή στην πορεία του Δημοκρατικού κόμματος και στη σκέψη των ηγετών του. Συμβούλευσε τον υποψήφιο των Δημοκρατικών για την προεδρία το 1952 και το 1956, Αντλάι Στίβενσον, σε θέματα κεϊνσιανών οικονομικών. Συμβούλευσε τον πρόεδρο Τζον Κένεντι (συχνά στο εστιατόριο Λοκ- Ομπερ της αγαπημένης τους Βοστώνης) και υπηρέτησε ως πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ινδία, υπό την προεδρία Κένεντι.

Αν και τελικά διαφώνησε με τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον πάνω στον πόλεμο στο Βιετνάμ, βοήθησε στην εκπόνηση του προγράμματος κοινωνικής αλληλεγγύης «Μεγάλη Κοινωνία» του Τζόνσον, συνθέτοντας κρίσιμη προεδρική ομιλία, που περιέγραφε τους στόχους του προγράμματος. Το 1968, πιστός στην αντίδρασή του στον πόλεμο του Βιετνάμ, βοήθησε την προεκλογική εκστρατεία του Γιουτζίν Μακάρθι, για την εξασφάλιση του χρίσματος των Δημοκρατικών.

Κατά τη διάρκεια της μακράς επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, ο Γκαλμπρέιθ ανέλαβε πολλές κρατικές αποστολές, συμπεριλαμβανομένου και του προγράμματος ελέγχου τιμών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και τη συγγραφή ομιλιών για τους προέδρους Φράνκλιν Ρούζβελτ, Κένεντι και Τζόνσον. Αντλησε εμπειρίες από την κυβερνητική του υπηρεσία για να γράψει τρία σατιρικά μυθιστορήματα. Ενα από αυτά, «Ο Θρίαμβος» του 1968, έγινε μπεστ σέλερ και αφορούσε τις φαιδρές απόπειρες του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ να βοηθήσει τη μυθική «μπανανία» του Πουέρτο Σάντος. Το 1990 επιτέθηκε κατά της έδρας Οικονομικών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ με το μυθιστόρημα «Ενας Καθηγητής», στο οποίο ειρωνευόταν φανταστικό ακαδημαϊκό δάσκαλο, ο οποίος έμοιαζε πολύ με τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Γκαλμπρέιθ έχαιρε του θαυμασμού, αλλά και του φθόνου, όπως και της περιφρόνησης, χάρη στην ευφράδεια, το πνεύμα και την ικανότητά του να καθιστά προσιτά σε κάθε εγγράμματο αναγνώστη περίπλοκα και πληκτικά θέματα. Η διεθνής φήμη του βασίσθηκε στις καινοτόμες και συχνά αιρετικές απόψεις του.

Οι επικριτές

Αλλοι οικονομολόγοι, όμως, ακόμη και ορισμένοι προοδευτικοί, δεν μοιράζονταν τις απόψεις του Γκαλμπρέιθ σε ό,τι αφορά την παραγωγή και την κατανάλωση, ενώ ουδέποτε αντιμετωπίσθηκε από τους συναδέλφους του ως κορυφαίος θεωρητικός και ακαδημαϊκός. Τέτοιες επικρίσεις ενοχλούσαν τον Γκαλμπρέιθ, τον οποίο ουδείς θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηρίσει μετριόφρων. Σχεδόν 40 χρόνια μετά την έκδοση του «Κοινωνία της Αφθονίας», ο Γκαλμπρέιθ το επανεξέδωσε το 1996, με τον τίτλο «Κοινωνία του Καλού». Στο βιβλίο του τόνισε ότι οι ανησυχίες του πρώτου βιβλίου έχουν ενταθεί, καθώς η Αμερική είχε γίνει ακόμη περισσότερο «δημοκρατία των κατεχόντων».

Ο Γκαλμπρέιθ ασχολήθηκε επισταμένα με τη μετάβαση των ΗΠΑ από έθνος μικρών αγροκτημάτων και βιοτεχνιών, σε κράτος μεγάλων βιομηχανιών και υπερκαταστημάτων. Με το βιβλίο του «Αμερικανικός καπιταλισμός» του 1952, ο Γκαλμπρέιθ παρουσίασε κριτική της ολιγοπωλιακής οικονομίας της χώρας του. Το έργο αυτό, μαζί με εκείνα άλλων οικονομολόγων, όπως οι Ντέιβιντ Ράισμαν, Βανς Πάκαρντ και Ουίλιαμ Ουάιτ, άλλαξε οριστικά τη θεώρηση του μεταπολεμικού κόσμου.

Κατά της διαφήμισης

Ο Γκαλμπρέιθ υποστήριξε ότι οι εταιρείες χρησιμοποιούν τη διαφήμιση για να πείσουν τους καταναλωτές να αγοράσουν εντελώς άχρηστα προϊόντα. Αλλοι οικονομολόγοι, όμως, όπως οι νομπελίστες Γκάρι Μπέκερ και Τζορτζ Στίγκλερ, απάντησαν με στοιχεία που έδειχναν ότι η διαφήμιση είναι κατά κύριο λόγο πληροφοριακή και όχι μέσον εκμετάλλευσης. Ορισμένοι πάλι υποστήριξαν ότι οι προοδευτικές πολιτικές πεποιθήσεις του Γκαλμπρέιθ επηρέασαν αρνητικά την ακαδημαϊκή του απόδοση. «Ο όρκος ζωής, που έδωσε ο Γκαλμπρέιθ στη σοσιαλδημοκρατία, κινδυνεύει να εξοκείλει στους βράχους του σκληρού ατομικισμού», έγραψε ο Τζ. Μπράντφορντ Ντελόνγκ, που συνέκρινε τον Γκαλμπρέιθ με τον Σίσυφο και τον βράχο του. Ο έτερος νομπελίστας των Οικονομικών, Αμάρτια Σεν, διαφωνεί και υποστηρίζει ότι ο Γκαλμπρέιθ καθόρισε την επιστήμη των Οικονομικών και την εξέλιξή της στον 20ό αιώνα.