ΚΟΣΜΟΣ

Το Λούβρο είχε λόγους ν’ αγαπήσει τον «Κώδικα»

ΠΑΡΙΣΙ. Το Λούβρο είναι σιωπηλό. Τα φώτα είναι σβησμένα και ενεργοποιούνται οι κάμερες ασφαλείας. Στην αίθουσα της Grande Galerie, τα έργα τέχνης της ιταλικής Αναγέννησης είναι απλές σκιές. Στη διπλανή Salle des Etats, η Μόνα Λίζα χαμογελάει στον εαυτό της. Αργότερα, λίγο μετά τις 11 το πρωί, ακούγονται βήματα κι εμφανίζεται ανώτερος αξιωματούχος του μουσείου.

Οχι, ο Ανρί Λουαρέτ, ο πρόεδρος και διευθυντής του Λούβρου, δεν πέφτει κάτω από τη σφαίρα ενός μοναχού της Opus Dei. Ολα τα υπόλοιπα, όμως, θυμίζουν την πρώτη σκηνή του «Κώδικα Ντα Βίντσι». Στην πραγματικότητα, μόνο τον περασμένο Ιούλιο, ένα γυμνό πτώμα κείτονταν στο πάτωμα, καθώς ο Ρον Χάουαρντ άρχισε να «γυρίζει» την κινηματογραφική εκδοχή του μυθιστορήματος του Νταν Μπράουν, στο εσωτερικό του μεγαλύτερου μουσείου της Ευρώπης.

Ρεκόρ επισκεπτών

Η πολυαναμενόμενη ταινία προβάλλεται για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Καννών, στις 17 Μαΐου. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που το Λούβρο βρίσκεται στο προσκήνιο. Η φήμη του βιβλίου συνέβαλε ώστε ο αριθμός των επισκεπτών του μουσείου να ανέβει στο επίπεδο ρεκόρ των 7,5 εκατομμυρίων πέρυσι. Τώρα, ο Λουαρέτ περιμένει ακόμη περισσότερους. Οπως συμβαίνει συνήθως, δεν θεώρησαν όλοι σωστό το γεγονός ότι το Λούβρο παραχώρησε τους χώρους του για τις ανάγκες μιας ταινίας του Χόλιγουντ, ιδιαίτερα απ’ τη στιγμή που το βιβλίο ήταν γεμάτο με λάθη, όσον αφορά στα έργα του μουσείου, ακόμη και τη γεωγραφία του Παρισιού. Ωστόσο, ο Λουαρέτ, ο οποίος κατοικεί με την οικογένεια του σ’ ένα διαμέρισμα του Λούβρου παρέμεινε ψύχραιμος.

«Δεν είναι η πρώτη φορά, που γυρίζεται ταινία, εδώ. Ο «Belphegor, Phantom of the Louvre», με τη Σοφί Μαρσό γυρίστηκε εδώ. Κι άλλες επίσης. Αλλά ποτέ μια ταινία τόσο μεγάλη. Ηταν περίπλοκο. Χρειάστηκε τεράστια προετοιμασία. Αλλά τα πράγματα εξελίχθηκαν μια χαρά».

Φυσικά, το Λούβρο όρισε τίμημα, που όμως το μουσείο και η παραγωγή αρνούνται μέχρι σήμερα να αποκαλύψουν. Εθεσε επίσης αυστηρούς όρους και κινητοποίησε μια πλειάδα συντηρητών και φρουρών, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα τηρηθούν. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας του μουσείου δεν επιτρεπόταν η χρήση του κινηματογραφικού εξοπλισμού, πράγμα που σημαίνει ότι η κινηματογράφηση γινόταν τη νύχτα, με τα εξωτερικά φώτα να δημιουργούν μια αίσθηση «σεληνόφωτος», μέσα από τα παράθυρα. Ακόμη πιο σημαντικό, οι κινηματογραφιστές δεν επιτρεπόταν να αγγίξουν ή να φωτίσουν απευθείας ένα έργο τέχνης, τα μηχανήματα έπρεπε να βρίσκονται σε απόσταση ασφαλείας από τους πίνακες, ακόμη και η κατανάλωση φαγητού και προσωπικού από τα μέλη της παραγωγής απαγορευόταν.

Κατανοητές απαγορεύσεις

Α, ναι, και δεν επιτρεπόταν η κινηματογράφηση της «Μόνα Λίζα» στη Salle des Etats, όπου η μικρή ελαιογραφία του Ντα Βίντσι κοιτάζει προς τον τεράστιο «Γάμο στην Κανά» του Βερονέζε. Αλλά ο Χάουαρντ δεν είχε παράπονο. «Οι απαγορεύσεις μπορεί να ήταν αποθαρρυντικές κινηματογραφικά, αλλά ήταν απολύτως κατανοητές», είπε σε συνέντευξή του από τη Νέα Υόρκη. «Και μπορούσαμε να δουλέψουμε μ’ αυτούς. Στην αρχή, οι συντηρητές ήταν κάπως νευρικοί, αλλά αργότερα συνειδητοποίησαν ότι κρατούσαμε τον λόγο μας. Δεν είχαμε την παραμικρή διαφωνία».

Στο τέλος, είπε, ακόμη και η απαγόρευση φωτισμού των πινάκων είχε αναπάντεχα αποτελέσματα. «Ο πολύ χαμηλός φωτισμός μάς βοήθησε να δημιουργήσουμε αυτό το μυστηριώδες περιβάλλον, εξαιρετικά απόκοσμο και απολύτως κατάλληλο», όπως εξήγησε. Οταν στρέψαμε την κάμερα προς την τέχνη ήταν ένα είδος αποκάλυψης. Ηταν μια δημιουργική ευλογία».

Στη μεταφορά ενός μυθιστορήματος, που συγχέει τη φαντασία με την πραγματικότητα, χρειαζόταν ένα τέχνασμα για να μεταφέρεις τις εκατό πρώτες σελίδες του βιβλίου, στο αυθεντικό τους περιβάλλον, αρχίζοντας με τον συντηρητή της ταινίας Jacques Sauniere, τον οποίο υποδύεται ο Jean-Pierre Marielle να τρέχει στους διαδρόμους του Λούβρου, πριν πυροβοληθεί από τον μοναχό Σίλα, τον οποίο υποδύεται ο Paul Βettany.

Πράγματι, δεν επετράπη στον Marielle να καταστρέψει τον «Θάνατο της Παρθένου» του Καραβάτζιο για να εμφανιστεί ξαφνικά πίσω του μια σιδερένια πύλη. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει σιδερένια πύλη.

Δεν έχει σημασία. Το σημαντικό είναι να έχει τρεις από τους αστέρες της ταινίας στη Grande Galerie -τον Τομ Χανκς, ως τον καθηγητή σημειολογίας Ρόμπερτ Λάνγκτον· την Οντρεϊ Τατού ως Σοφί Νεβό εγγονή του κρυπτογράφου Sauniere, και τον Ζαν Ρενό ως τον αστυνομικό επιθεωρητή Μπεζου Φας- όλοι τους συντροφιά με τον Λεονάρντο, τον Ραφαήλ, τον Τιτιάνο, τον Τιντορέτο, τον Καραβάτζιο και άλλους μεγάλους.

Χρησιμοποιήθηκαν και άλλα τμήματα του Λούβρου: εξωτερικές λήψεις της επιβλητικής αυλής Cour Napoleon, της διάσημης γυάλινης πυραμίδας του I.M. Pei, που λειτουργεί εν είδει κύριας εισόδου του μουσείου και της εσωτερικής γυάλινης πυραμίδας Carrousel du Louvre, που περικλείει το τεράστιο εμπορικό κέντρο.

Ο Αγιος Σουλπίκιος

Φαντασία χρειάστηκε και για την απεικόνιση μιας ακόμη κρίσιμης τοποθεσίας στο Παρίσι, της εκκλησίας του Αγίου Σουλπικίου. Στο βιβλίο, σ’ αυτή την εκκλησία ο μοναχός Σίλας ψάχνει για ίχνη του Ιερού Δισκοπότηρου. Πριν από δύο χρόνια, όμως κι ενώ το μυθιστόρημα ήταν ήδη ευπώλητο, στη Γαλλία, η εκκλησία εξέφρασε τη δυσφορία της για την κακή της φήμη μ’ ένα σημείωμα στα γαλλικά και τα αγγλικά, το οποίο παραμένει εκεί. «Σε αντίθεση με τις φανταστικούς ισχυρισμούς σ’ ένα πρόσφατο δημοφιλές μυθιστόρημα, αυτό δεν είναι απομεινάρι ενός παγανιστικού ναού», αρχίζει. «Ποτέ δεν υπήρξε εδώ τέτοιος ναός».

Οπότε η κινηματογραφική παραγωγή δεν έκανε τον κόπο να ζητήσει άδεια, για να κινηματογραφήσει στο εσωτερικό της εκκλησίας, επιλέγοντας κάποιες εξωτερικές λήψεις. Πιο συνεργάσιμη ήταν η Olivia Hsu Decker, μεσίτρια από την Καλιφόρνια, στην ιδιοκτησία της οποίας βρίσκεται το Chateau de Villette του 17ου αιώνα, που στο μυθιστόρημα είναι η κατοικία του εκκεντρικού Αγγλου ιστορικού τέχνης Sir Leigh Teabing, τον οποίο υποδύεται ο Ιαν ΜακΚέλεν.

Και στη Βρετανία

Στη Βρετανία, όπου μεταφέρεται αργότερα η συνωμοσία, οι σκηνές έπρεπε να είναι εξίσου πειστικές. Κι εκεί, η παραγωγή έλαβε άδεια να κινηματογραφήσει στην Temple Church του 12ου αιώνα, στο Λονδίνο και στο παρεκκλήσι Rosslyn του 15ου αιώνα, σε χωριό της Σκωτίας. «Ωστόσο το αββαείο του Ουέστμινστερ δεν μας επέτρεψε να κινηματογραφήσουμε στο εσωτερικό του», παρατήρησε ο Χάουαρντ, αναφερόμενος σε μια σημαντική σκηνή που αφορά στον τάφο του σερ Ισαάκ Νιούτον.

Για ορισμένους ιεράρχες, η υπόθεση του βιβλίου -ότι ο Ιησούς παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή κι απέκτησε παιδί μαζί της- είναι απαράδεκτη. Αξιωματούχος του Βατικανού, ο αρχιεπίσκοπος Αντζελο Αμάτο κάλεσε τους πιστούς να μην δουν την ταινία, χαρακτηρίζοντάς τη «αντιχριαστιανική». Για το Λούβρο, ωστόσο, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. «Είναι ένα θρίλερ», είπε γι’ αυτήν ο Λουαρέτ, ο οποίος αν και δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, σκοπεύει να δει την ταινία.