ΚΟΣΜΟΣ

Γυναίκες χωρίς ελεύθερο χρόνο

Οι γυναίκες είτε δεν έχουν χρόνο για διασκέδαση, είτε έχουν χρόνο μόνο για φθηνή διασκέδαση, είτε δεν κατορθώνουν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ εργασίας και διασκέδασης. Αν ρωτήσετε μια γυναίκα με ποιον τρόπο διασκεδάζει, ενδέχεται να σας απαντήσει: «Πηγαίνοντας για ψώνια». Ομως τα ψώνια είναι μια κοπιαστική εργασία, μια αγγαρεία, που οι γυναίκες εκλαμβάνουν κατά λάθος ως παιχνίδι. Οι άνδρες παρακολουθούν κατάπληκτοι τις γυναίκες να τρέχουν από κατάστημα σε κατάστημα ψάχνοντας για κάτι καλύτερο ή φθηνότερο, από κάτι άλλο, το οποίο είναι θεωρητικά πανομοιότυπο, και αναρωτιούνται γιατί δεν αγόρασαν αυτό που ήθελαν από το πρώτο κατάστημα στο οποίο το βρήκαν. Οι άνδρες δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί δεν μπορείς να σταματήσεις παρά μόνο αν φτάσεις στα όρια της κατάρρευσης. Οι άνδρες αγοράζουν, οι γυναίκες ψωνίζουν.

Εργασία… διατήρησης

Οι περισσότερες γυναίκες θα έλεγαν ότι διαθέτουν ελάχιστο χρόνο για τον εαυτό τους. Τον χρόνο που δεν ξοδεύουν εργαζόμενες για τον εργοδότη ή την εφορία, τον ξοδεύουν κάνοντας κάτι που αποκαλείται «οικιακά», στο οποίο πρέπει να προστεθεί για τις γυναίκες μεταξύ 25 και 50, το «μεγάλωμα των παιδιών». Υπάρχει επίσης η κοπιαστική εργασία της διατήρησης του κατά τα άλλα ειδεχθούς γυναικείου σώματος, καθαρού, περιποιημένου, παρφουμαρισμένου, μακιγιαρισμένου, χωρίς να αναφέρει κανείς τη διατήρηση της φυσικής κατάστασης και την προμήθεια του ανάλογου ρουχισμού που θα το αναδεικνύει. Καθώς επίσης και το εξαντλητικό και ορισμένες φορές επίπονο και πολυδάπανο έργο της περιποίησης των μαλλιών. Ολο αυτό είναι δουλειά και τίποτε άλλο. Υπάρχουν ισχυροί ιστορικοί λόγοι για το γεγονός ότι το αίτημα των γυναικών για διασκέδαση παραμένει αναπάντητο. Ο μέσος πολίτης, ο οποίος είναι γυναίκα, αγράμματη και απλήρωτη νοικοκυρά, γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τη δουν να κάθεται χωρίς να της αναθέσουν κάποια δουλειά.

Κοπιαστικές αργίες

Στις παραδοσιακές κοινωνίες, οι αργίες και οι διακοπές, κατά τη διάρκεια των οποίων οι άνδρες μπορούν να χαλαρώσουν και να βάλουν τα καλά τους, είναι οι μέρες της πιο σκληρής εργασίας για τις γυναίκες, οι οποίες έχουν να τακτοποιήσουν το σπίτι και να προετοιμάσουν λουκούλεια γεύματα. Δεν πάνε πολλά χρόνια από την εποχή που τις Κυριακές, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια διασκέδαζε, η γυναίκα του σπιτιού έπρεπε να μαγειρέψει τρία κυριακάτικα γεύματα και να καθαρίσει την κουζίνα ύστερα από αυτά.

Πολλές γυναίκες σήμερα δεν θα επιθυμούσαν τίποτε περισσότερο από το να έχουν την ευκαιρία να σερβίρουν σούπα, κρέας και πουτίγκα στη συγκεντρωμένη οικογένεια, μια φορά την εβδομάδα. Εάν έχουν πάψει να το κάνουν, αυτό οφείλεται λιγότερο στο γεγονός ότι επαναστάτησαν κατά αυτής της σκληρής εργασίας σε μια μέρα αργίας για όλους και περισσότερο στο ότι σήμερα δεν έχουν κανέναν να σερβίρουν το φαΐ που μαγείρεψαν. Ολοι οι άλλοι έχουν βγει έξω για διασκέδαση. Ακολουθεί όμως η νοικοκυρά το παράδειγμα αυτό; Απ’ ό,τι φαίνεται όχι. Οι γυναίκες δεν πάνε για ψάρεμα. Οι γυναίκες δεν αγοράζουν αθλητικό εξοπλισμό ή εισιτήρια διαρκείας. Οι γυναίκες δεν αγοράζουν σπορ αυτοκίνητα, σκάφη, τζετ σκι, μάουντενμπαϊκ, όπλα… Οι γυναίκες δεν συλλέγουν γραμματόσημα, ούτε αγοράζουν ηχοσυστήματα. Οι γυναίκες πάνε στο γυμναστήριο, αλλά όχι για ευχαρίστηση.

Εάν ψυχαγωγία είναι αυτό που κάνεις όταν δεν δουλεύεις για να βγάλεις το ψωμί σου, τότε οι γυναίκες που αποκλείονται από την πληρωμένη εργασία δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να διασκεδάζουν.

Ωστόσο, η διασκέδασή τους, όπως εξηγεί ο Θόρστεϊν Βέμπλεν, είναι υποκατάστατο διασκέδασης, καθώς ο στόχος της είναι να δείξει σε όλους το στάτους του άνδρα στον οποίον ανήκουν και ο οποίος έχει την οικονομική δυνατότητα να τις αφήνει να κάθονται κάθε μέρα. Οι γυναίκες της διασκέδασης δεν επιτρέπεται να απολαμβάνουν τη διασκέδασή τους. Δεν μπορούν να τριγυρίζουν εδώ και κει, να πηγαίνουν για ψάρεμα ή να αγοράζουν βιβλία. Αντίθετα, πρέπει να γεμίζουν τις ώρες τους με άχρηστη, άσκοπη, στείρα, επαναλαμβανόμενη εργασία: χειροτεχνία και χαρτοκοπτική κάθε είδους. Γιατί τις ατελείωτες οικιακές εργασίες τις φέρνει σε πέρας το υπηρετικό προσωπικό. Το πλύσιμο και άπλωμα των ρούχων, το σιδέρωμα, το σφουγγάρισμα και το ξεσκόνισμα των επίπλων, το γυάλισμα ασημικών θεωρούνταν επίπονη εργασία. Η γυναίκα του μεσοαστικού σπιτιού δεν έπρεπε να ιδρώνει. Μόνον όταν οι μηχανές αντικατέστησαν τους υπηρέτες, το υποκατάστατο της διασκέδασης μετετράπη σε οικιακή εργασία.

Περιστασιακά, ορισμένοι απερίσκεπτοι ακαδημαϊκοί προσπαθούν να υπαινιχθούν ότι οι οικιακές εργασίες αποτελούν διασκέδαση, ένα παρακλάδι της «βιομηχανίας της διασκέδασης», έναν τρόπο «να είναι κανείς απασχολημένος χωρίς να κάνει τίποτα».

Οι γυναίκες δεν πρόκειται να αποδεχθούν αυτή την εκδοχή της πραγματικότητάς τους. Θέλουν να πιστέψουμε ότι μισούν τις οικιακές εργασίες, αλλά ότι «κάποιος πρέπει να τις κάνει». Οι άνθρωποι που βγάζουν χρήματα από αυτού του είδους τη βιομηχανία της διασκέδασης είναι οι πολυεθνικές, όπως η Procter & Gamble, οι οποίες εκμεταλλεύονται και χειρίζονται τις ανασφάλειες των γυναικών, βγάζοντας αμύθητα ποσά.

Πόλεμος στα βακτήρια

Εν τω μεταξύ, οι γυναίκες έχουν κηρύξει πόλεμο στα βακτήρια, αυτά τα ειδεχθή παραμορφωμένα τέρατα που κρύβονται κάτω από το κάθισμα της τουαλέτας και τις επιφάνειες εργασίας. Οταν τα αργόσχολα αγόρια παίζουν δολοφονικά βιντεοπαιχνίδια, οι αεικίνητες νοικοκυρές παλεύουν με τον θάνατο και την καταστροφή ενός αντίστοιχα εικονικού αντιπάλου. Τα αγόρια γνωρίζουν ότι πρόκειται για παιχνίδι, οι γυναίκες θεωρούν ότι εργάζονται.

Η ανδρική βιομηχανία της διασκέδασης εποφθαλμιά τα κέρδη ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων της Procter & Gamble. Ωστόσο, κανένα σημάδι δεν επιτρέπει να εικάσει κανείς ότι προσπάθησε σοβαρά να αποσπάσει τις γυναίκες από τις οικιακές εργασίες, κερδίζοντας τα χρήματα που ξοδεύουν για την περιποίηση του σπιτιού. Ο μισός πληθυσμός παραμένει αποκλεισμένος από τη βιομηχανία της διασκέδασης, εξ αιτίας του φανταστικού πολέμου κατά της βρωμιάς, ο οποίος απαιτεί τον καθαρισμό ενός ήδη καθαρού σπιτικού. Περιμένω να δω τη μέρα που θα κυκλοφορήσει μια διαφήμιση σε γυναικείο περιοδικό που θα λέει: «Το σπίτι σου είναι αρκετά καθαρό. Βγες έξω να διασκεδάσεις!».