ΚΟΣΜΟΣ

Η αφύπνιση της Λατινικής Αμερικής

Πρωταγωνιστές της συνάντησης κορυφής Ε.Ε.-Λατινικής Αμερικής ανεδείχθησαν οι ατίθασοι πρόεδροι της Βολιβίας Εβο Μοράλες και της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, την περασμένη εβδομάδα στη Βιέννη.

Ο πρώτος με τη θεαματική δήλωσή του ότι δεν προτίθεται να αποζημιώσει τις ξένες ενεργειακές εταιρείες που αποφάσισε να εθνικοποιήσει, ει μη μόνον για την αξία του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεών τους. O δεύτερος με την αμετροεπή ρητορική του. «Εχει αρχίσει η παρακμή του νεοφιλελευθερισμού», ισχυρίσθηκε και συνέχισε: «Τα κουταβάκια της αυτοκρατορίας είναι απελπισμένα. Εμείς θέλουμε μια βαθιά αλλαγή στη συμφωνία της Ουάσιγκτον, το νεοφιλελεύθερο σχέδιο που έχει ισοπεδώσει τον λαό μας. Εμείς στη Βενεζουέλα καλούμε υπέρ ενός νέου σοσιαλισμού».

Στο ίδιο ουσιαστικά πνεύμα και ο Μοράλες δήλωσε ότι: «Δεν πρόκειται να συζητήσουμε, να κάνουμε διάλογο ή να διαπραγματευθούμε, όταν πρόκειται για την πολιτική ενός κυρίαρχου κράτους», ενώ χαρακτήρισε «λαθρεμπόρους» τις ξένες ενεργειακές εταιρείες.

Η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις τον κατηγόρησε για «δημαγωγία». Οι «Τάιμς» του Λονδίνου, με ένα αυστηρό κύριο άρθρο τους, χαρακτήρισαν την απόφαση εθνικοποιήσεων του Μοράλες «κίνηση τόσο παιδαριώδη όσο και εντυπωσιακή», αποκαλώντας ταυτόχρονα τον Βολιβιανό πρόεδρο «αράθυμο», «ξενόφοβο» και «άστατο».

Οι φιλοαμερικανοί πρόεδροι του Μεξικού και του Περού Βισέντε Φοξ, πρώην στέλεχος της Κόκα Κόλα και Αλεχάντρο Τολέδο, οι οποίοι διανύουν τις τελευταίες εβδομάδες της θητείας τους, πρωτοστάτησαν στην επίκριση της στάσης των Τσάβες και Μοράλες. «O λαϊκισμός αποτελεί ένα από τα μεγάλα εμπόδια για την ανάπτυξη και για την πάλη εναντίον της φτώχειας», υπογράμμισε ο Φοξ, ενώ ο Τολέδο ήταν δηκτικότερος: «Αν δεν κάνουμε κάτι, η Λατινική Αμερική θα γίνει γόνιμο πεδίο ανάπτυξης ενός καταστροφικού λαϊκισμού. Δεν πρόκειται για νέα ιδεολογία, αλλά για παροδικό λαϊκισμό, γιορτή μιας ημέρας που καταλήγει σε κηδεία, όπου πληρώνουν οι φτωχοί».

Νέα πραγματικότητα

Δεν είναι λίγοι όμως εκείνοι που δεν συμμερίζονται αυτές τις απόψεις. O δήμαρχος του Λονδίνου Κεν Λίβινγκστον, για παράδειγμα, δήλωσε ενθουσιώδης υποστηρικτής της πολιτικής του Τσάβες με άρθρο του στον «Γκάρντιαν», όπου ανέφερε μεταξύ άλλων: «Είναι πεντακάθαρο με το μέρος τίνος βρίσκονται το δίκαιο και η δικαιοσύνη. Επί πολλά χρόνια ο κόσμος απαιτούσε να συμβαδίζουν χέρι χέρι η κοινωνική πρόοδος και η δημοκρατία και ακριβώς αυτό λαμβάνει χώρα τώρα στη Βενεζουέλα. Αξίζει επομένως την αταλάντευτη υποστήριξη όχι μόνο κάθε υποστηρικτή της κοινωνικής προόδου, αλλά και κάθε γνήσιου πιστού της δημοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο».

Ο τέως διευθυντής του Κέντρου Λατινοαμερικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ Ντέιβιντ Λέμαν, με άρθρο του στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» κάνει μια λιγότερο φιλική, αλλά διεισδυτική προσέγγιση:

«Η πρόκληση Τσάβες είναι σοβαρό θέμα: Ισοδυναμεί με μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί ακατάλληλο όχημα για την κοινωνική μεταρρύθμιση ή ακόμη και τον εχθρό της. Δυστυχώς, οι ΗΠΑ έδειξαν ότι συμμερίζονται αυτή τη γνώμη, διαπράττοντας π.χ. το σφάλμα της υποστήριξης των «ντεσπεράντος» που αποπειράθηκαν να ανατρέψουν τον Τσάβες το 2002, με καταστροφικές συνέπειες για την επιρροή των ΗΠΑ -και σημαντικότερο, της δημοκρατίας- στη Λατινική Αμερική», επισημαίνει.

Μεγαλύτερης ίσως σημασίας και πλήρως απαλλαγμένη από ιδεολογικά, πολιτικά ή συναισθηματικά στοιχεία είναι η συνέντευξη στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» του Γερούν φαν ντερ Βέερ, διευθύνοντος συμβούλου του ενεργειακού γίγαντα Σελ, ο οποίος αποκάλεσε «νέα πραγματικότητα» τη διαφαινόμενη τάση εθνικοποίησης πλουτοπαραγωγικών πηγών και κάλεσε τις πετρελαϊκές εταιρείες να προσαρμοσθούν σ’ αυτήν.

«Στη Βενεζουέλα ήμασταν από τους πρώτους που επαναδιαπραγματευθήκαμε. Υπό τις υφιστάμενες συνθήκες είμαστε πολύ ικανοποιημένοι, μπορούμε να εργαστούμε για το μέλλον μας. Τελούμε εν αρμονία με την κυβέρνηση, πράγμα πολύ σημαντικό. Στη Βολιβία, υποθέτω ότι θα βρούμε λύση», τόνισε.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τσάβες έχει εξελιχθεί σε σοβαρό πονοκέφαλο για την αμερικανική πολιτική. Με τα πετροδολάρια που του παρέχουν αφειδώς οι αυξημένες τιμές του πετρελαίου, χρηματοδοτεί την κουβανική οικονομία, παρέχει οικονομική ασφάλεια στον Μοράλες για να υλοποιήσει το ριζοσπαστικό του πρόγραμμα, στηρίζει τον περονιστή πρόεδρο της Αργεντινής Νέστορ Κίρχνερ και γενικά παίζει καθοριστικό ρόλο στην απόκτηση μιας νέας εθνικής αυτοπεποίθησης στις χώρες της Λατινικής Αμερικής για δυνατότητες ανάπτυξης χωρίς την επικυριαρχία των ΗΠΑ. Φυσικά, τίποτε από αυτά δεν θα ήταν ρεαλιστικά δυνατόν, αν δεν υπήρχε ήδη στη Λατινική Αμερική ένα υπόστρωμα γενικευμένης δυσαρέσκειας. Μιας δυσαρέσκειας που στρέφεται τόσο εναντίον του νεοφιλελευθερισμού όσο και εναντίον της διεθνούς πολιτικής της κυβέρνησης Μπους, η οποία σε πολιτικό επίπεδο βρίσκει διέξοδο εσχάτως στην εκλογή πάσης φύσεως αριστερών προέδρων σε σειρά χωρών της περιοχής.

«Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις έρχεται πάλι ένα κύμα επαναστατικής αφύπνισης στη Λατινική Αμερική», διαπίστωσε σε πρωτοσέλιδο σχόλιό της η συντηρητική γερμανική εφημερίδα «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε» και πρόσθετε: «H αποστασιοποίηση από τον νεοφιλελευθερισμό αποτελεί συστατικό στοιχείο του τρόπου σκέψης».

Σε ανάλογο μήκος κύματος βρισκόταν και το κύριο άρθρο του φιλελεύθερου βρετανικού «Γκάρντιαν» την Τρίτη: «Το στάτους του Ούγκο Τσάβες ως υπ’ αριθμόν ένα εχθρού του Τζορτζ Μπους, του εξασφάλισε μια αξιοσημείωτα θερμή υποδοχή κατά τη διάρκεια της ιδιωτικής, αλλά υψηλής προβολής παραμονής του στο Λονδίνο… O άνθρωπος που πέφτει με παφλασμό στο κέντρο της «ροζ πλημμυρίδας» της Λατινικής Αμερικής αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού γιατί θεωρείται ότι αντιστέκεται στη νεοφιλελεύθερη συμφωνία της Ουάσιγκτον», τόνιζε.

Ανησυχία των ΗΠΑ

Η αλήθεια βέβαια είναι πως οι Αμερικανοί, τουλάχιστον σε επίπεδο «δεξαμενών σκέψης» και ινστιτούτων, έχουν εδώ και καιρό συνειδητοποιήσει τις συντελούμενες εξελίξεις.

«Η Ουάσιγκτον χάνει τη Λατινική Αμερική;» ήταν π.χ. ο αγωνιώδης τίτλος του εξωφύλλου του σοβαρού, συντηρητικού αμερικανικού περιοδικού «Φόρεϊν Αφέαρς», στο πρώτο τεύχος της χρονιάς.

Καθόλου αισιόδοξες δεν ήταν οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις του αρθρογράφου, ο οποίος έγραψε μεταξύ πολλών άλλων:

«Οι σχέσεις ΗΠΑ-Λατινικής Αμερικής έχουν επιδεινωθεί σοβαρά… O αντιαμερικανισμός έχει φουσκώσει σαν κύμα σε όλες τις χώρες της περιοχής. Πρόσφατη δημοσκόπηση των ελίτ της Λατινικής Αμερικής έδειξε ότι το 86% εξ αυτών αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον διαχειρίζεται τις συγκρούσεις στον κόσμο… Δεν υπάρχουν λόγοι για να αναμένει κανείς ότι οι σχέσεις των ΗΠΑ με τη Λατινική Αμερική θα βελτιωθούν σύντομα. Το πιο πιθανό είναι πως θα επιδεινωθούν».

Τα πράγματα όντως κινούνται προς την κατεύθυνση της επιδείνωσης και της αντιπαράθεσης. H κυβέρνηση Μπους όμως δεν δείχνει να ανησυχεί γι’ αυτό. Προφανώς θεωρεί τη Λατινική Αμερική «αγκιστρωμένο ψάρι», αν και οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» διαπιστώνουν ότι «Οι συνέπειες από τη στροφή προς τα αριστερά της Λατινικής Αμερικής γίνονται αισθητές σε όλο τον κόσμο».

Το μέλλον θα δείξει ποιος έχει δίκαιο…