ΚΟΣΜΟΣ

Το προφίλ του Γκόρντον Μπράουν

Την εβδομάδα που πέρασε ο Γκόρντον Μπράουν, υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας και πιθανότερος διάδοχος του Τόνι Μπλερ στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος και στην πρωθυπουργία, έθεσε τις τελευταίες πινελιές στο προφίλ του επιτυχημένου υπουργού Οικονομικών και του πολλά υποσχόμενου πρωθυπουργού εν αναμονή όταν υπέβαλε το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2007, το δέκατο και μάλλον τελευταίο της θητείας του. Με ισχυρότερο χαρτί του τη βρετανική οικονομία, που τελικά σημείωσε φέτος ρυθμό ετήσιας ανάπτυξης υψηλότερο από τις προβλέψεις, αλλά και με μια σειρά μέτρων για την αναβάθμιση της παιδείας και την προστασία του περιβάλλοντος, ο Γκόρντον Μπράουν έδωσε ξανά έμφαση στο κοινωνικό πρόσωπο που έχει επιμελώς φιλοτεχνήσει τα τελευταία χρόνια.

Η επιλογή του ως υπουργού Οικονομικών των Εργατικών αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Εργατικούς τον Μάιο του 1997 αλλά και η ανάδειξη του ως υπ’ αριθμόν ένα δελφίνου και πιθανότερου διαδόχου του Μπλερ συνοδεύονται από έντονη φημολογία περί κάποιας παρασκηνιακής συμφωνίας που είχε συνάψει με τον απερχόμενο πρωθυπουργό, Τόνι Μπλερ, τις παραμονές της εκλογής του στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος. Λέγεται ότι ο Μπλερ υποσχέθηκε στον Μπράουν τον πλήρη έλεγχο της βρετανικής οικονομίας ως αντάλλαγμα για να μην τον ανταγωνιστεί στη διεκδίκηση της αρχηγίας του κόμματος. Λέγεται, επίσης, ότι η συμφωνία προέβλεπε τη μεταβίβαση της αρχηγίας στον Μπράουν όταν θα ερχόταν η ώρα να αποχωρήσει ο Μπλερ. Ανεξάρτητα, πάντως, από το αν ισχύουν οι φήμες, ο Γκόρντον Μπράουν έχει όλα αυτά τα χρόνια διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην πολιτική του Εργατικού κόμματος.

Προσωπικά δράματα

Χαρισματικός από την παιδική του ηλικία, ο Σκωτσέζος Γκόρντον Μπράουν έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου σε ηλικία μόλις 16 ετών χάρη στις εξαιρετικές του επιδόσεις στο λύκειο. Στο ίδιο πανεπιστήμιο εξεπόνησε διδακτορική διατριβή σχετική με το Εργατικό Κόμμα και τις πολιτικές αλλαγές στη Σκωτία στις αρχές του 20ού αιώνα. Οσο ήταν ακόμη φοιτητής, αναδείχθηκε σε στέλεχος του πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, όπου έδινε διαλέξεις προτού αρχίσει να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην τηλεόραση της Σκωτίας. Το προσωπικό του προφίλ διανθίζουν μια σειρά από προσωπικά δράματα καθώς έχασε το ένα του μάτι όταν ήταν ακόμη φοιτητής εξ αιτίας ατυχήματος σε αγώνα ράγκμπι, ενώ παράλληλα έχασε το πρώτο παιδί του και αντιμετωπίζει μεγάλες πιθανότητες να χάσει και το δεύτερο που γεννήθηκε το περασμένο καλοκαίρι και πάσχει από την εκφυλιστική ασθένεια της κυστικής ίνωσης.

Αδιακρίτως από το πόση συμπάθεια του έχουν διασφαλίσει αυτά τα δράματα, ο ίδιος έχει προβάλει την εικόνα του κοινωνικά ευαίσθητου ιδιαίτερα με το ενδιαφέρον που επιδεικνύει για την πρόσβαση όλων των κοινωνικών τάξεων της Βρετανίας σε όλους τους βαθμούς εκπαίδευσης. Ενδεικτική υπήρξε η διαμάχη του με το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το οποίο κατηγόρησε το 2000 ότι επιλέγει τους φοιτητές του με κριτήριο την κοινωνική τους τάξη και όχι τις ακαδημαϊκές τους ικανότητες με αφορμή την απόρριψη μαθήτριας προερχόμενης από κρατικό σχολείο. Η υπόθεση έλαβε διαστάσεις στα βρετανικά ΜΜΕ και κατέληξε να κατηγορηθεί για αδικαιολόγητη επίθεση.

Εχοντας από τον Μάιο του 1997 την ευθύνη για την πορεία της βρετανικής οικονομίας, είναι ο μακροβιότερος υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας μετά τον Νίκολας Βάνσιταρτ στις αρχές του 19ου αιώνα. Ακόμη κι αν δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ίσου επιτυχημένος, έχει σίγουρα καταγράψει δύο μεγάλες επιτυχίες καθώς στα σχεδόν δέκα χρόνια που βρίσκεται στο πηδάλιό της, η οικονομία της Βρετανίας σημειώνει ανάπτυξη υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ζώνης Ευρώ, ενώ έχει μειωθεί η ανεργία της που παραμένει σε επίπεδα κάτω του μέσου όρου της Ζώνης Ευρώ. Αρχισε τη θητεία του αιφνιδιάζοντας τους πάντες με την απόφασή του να παραχωρήσει στην Τράπεζα της Αγγλίας πλήρη ελευθερία στη χάραξη νομισματικής πολιτικής και στον καθορισμό των βρετανικών επιτοκίων. Στην επιλογή του αυτή προέβαλε αντιρρήσεις το αντιπολιτευόμενο Συντηρητικό Κόμμα μέχρι το 1999, καθώς την ερμήνευσε ως το πρώτο στάδιο για την κατάργηση της βρετανικής στερλίνας και την ένταξη της Βρετανίας στη Ζώνη Ευρώ. Ως σήμερα, πάντως, η Βρετανία παραμένει εξ επιλογής εκτός ζώνης ευρώ.

Σε όλη τη διάρκεια της θητείας του, τήρησε με θρησκευτική ευλάβεια την προεκλογική υπόσχεση που συνεισέφερε στη νίκη των Εργατικών το 1997 για πάγωμα του ανώτερου συντελεστή φόρου εισοδήματος, ενώ το 1999 μείωσε στο μισό τον αρχικό συντελεστή των φόρων εισοδήματος. Το χαμηλό αυτό ποσοστό, όμως, καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα χαμηλών εισοδημάτων με αποτέλεσμα να καταβάλουν έστω και χαμηλούς φόρους η πλειονότητα των χαμηλόμισθων.

Σε ό,τι αφορά, πάντως, την προστασία του περιβάλλοντος, θεωρείται ότι μάλλον έχει αποτύχει καθώς ειδικοί έσπευσαν να προεξοφλήσουν ότι τα σχετικά μέτρα που εξήγγειλε με το σχέδιο προϋπολογισμού δεν πρόκειται να επηρεάσουν στο ελάχιστο την ενεργοβόρα συμπεριφορά των Βρετανών καταναλωτών.