ΚΟΣΜΟΣ

Οι ερημιές του Ντε Κίρικο στο κέντρο της Ρώμης

To Μουσείο Κάρλο Μπιλότι είναι το καινούργιο διαμάντι της Ρώμης, στεγασμένο σε ένα εξαιρετικά αναστηλωμένο μαρμάρινο παλάτσο του 16ου αιώνα, στη μέση της Βίλα Μποργκέζε. Ο Μπιλότι που πέθανε πρόσφατα ήταν ένας ευφραδής Ιταλός μεγιστάνας στην αυτοκρατορία των αρωμάτων, ζώντας στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα. Μολονότι λίγο γνωστός έξω από τους κύκλους του καλλιτεχνικού κόσμου, σε όλη του τη ζωή αγαπούσε την τέχνη, συνέλεγε έργα μοντέρνας και σύγχρονης ζωγραφικής και υπήρξε φίλος του Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο και του Αντι Γουόρχολ.

Τώρα, η φήμη του επεκτείνεται. Εφοδιασμένος με την εκπληκτική συλλογή του, το μεγάλο όνειρό του και έναν αναλόγων διαστάσεων εγωισμό, πριν από τρία χρόνια πλησίασε τον δήμαρχο της Ρώμης, με την ιδέα να δωρίσει τη συλλογή του σε ένα μουσείο που θα φέρει το όνομά του. Ο δήμαρχος Βάλτερ Βελτρόνι αποδέχθηκε αμέσως την ασυνήθιστη αυτή δωρεά και υποσχέθηκε να ανακαινίσει ένα από τα παρατημένα κτίρια στον πιο φημισμένο χώρο της Ρώμης.

Ετσι, ξεκίνησε μια μοναδική δημοσιο-ιδιωτική συνεργασία που σε χρόνο ρεκόρ απέληξε σε ένα μουσείο το οποίο ενδεχομένως να γίνει παράδειγμα και για μελλοντικούς δωρητές. Εντός 6 μηνών, ο Μπιλότι είχε επιλέξει το ερειπωμένο παλάτσο του 16ου αιώνα, το οποίο είχε αρχικά κατασκευασθεί ως διαμονή μιας οικογένειας ευγενών και καταστράφηκε στη δεκαετία του 1840, χτυπημένο από βολές κανονιών. Εγκαταλείφθηκε και τον τελευταίο καιρό χρησιμοπούνταν ως αποθήκη πορτοκαλιών, ως θρησκευτικό ινστιτούτο και ως γραφεία του Δημοσίου. Το περασμένο καλοκαίρι όμως, ανανεωμένο και λαμπερό, ξανάνοιξε τις πύλες του ως Μουσείο Μπιλότι, όπου μόνιμα φιλοξενούνται οι 22 πίνακες του Ντε Κίρικο, που είχε στην κατοχή του ο μεγιστάνας των αρωμάτων.

Παρεκκλήσια στοχασμού

Η πρώτη έκθεση σύγχρονης τέχνης του μουσείου αποτελούνταν από τρία «παρεκκλήσια στοχασμού», που ο Μπιλότι είχε παραγγείλει σε τρεις από τους πιο διάσημους σήμερα καλλιτέχνες, τον Ντάμιεν Χερστ, τον Ντέιβιντ Σαλ και την Τζένι Σάβιλ. Η τρέχουσα είναι τα τελευταία έργα του Ντε Κούνινγκ, προερχόμενα από το Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης. «Γνώριζα ότι το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης θα δεχόταν τους 22 Ντε Κίρικο, προσφέροντας μια αίθουσα ή θα μπορούσα να τους αφήσω εδώ στη Φλόριντα» είπε ο Μπιλότι σε μια συνέντευξή του, λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του. «Αλλά η Φλόριντα δεν είναι Ρώμη και η Ρώμη είναι η τέλεια κατοικία για τα έργα αυτά». Ο Ντε Κίρικο άλλωστε, που πέθανε το 1978, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στη Ρώμη.

«Πολλοί θα πούνε ότι λόγω του Ντε Κίρικο, ένα ολόκληρο μουσείο πήρε το όνομά του», λέει ο Τζιάνι Μερκούριο, ειδήμων της μοντέρνας τέχνης και υπεύθυνος των εκθέσεων του μουσείου. «Είναι όμως ασυνήθιστο γεγονός, ειδικά για την Ιταλία με τη γραφεικοκρατία της την τόσο μεγάλη, ώστε Ιταλοί συλλέκτες ακόμη καταλήγουν να πωλούν τις συλλογές τους στις ΗΠΑ ή τις δωρίζουν σε μουσεία του εξωτερικού».

Οι αποφασιστικοί παράγοντες όμως για την ευόδωση του σχεδίου ήταν η ισχυρή προσωπικότητα του Μπιλότι και η αγάπη του Βελτρόνι για τη σύγχρονη τέχνη.

Ο Βελτρόνι είναι ένας δημοφιλής δήμαρχος που ζωντάνεψε μια πόλη γνωστή για την προσκόλλησή της στο παρελθόν και για την αρχιτεκτονική παρακμή της. Το 2005 προκάλεσε πολλές συζητήσεις με την απόφασή του να μετονομάσει τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Ρώμης σε σταθμό «Ιωάννης Παύλος Β΄», λίγο μετά τον θάνατο του αγαπητού εκείνου πάπα. Το Βατικανό όμως φάνηκε απρόθυμο. Φέτος, οργάνωσε το πρώτο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Ρώμης. «Είχα αυτήν την πρωτοφανή ιδέα», είπε ο Μπιλότι «και ο Βελετρόνι ανταποκρίθηκε».

Κατά τα παλιά σχέδια

Πραγματοποιώντας την, ο δήμαρχος απομάκρυνε 70 δημόσιους υπαλλήλους από το κτίριο, που το παλιότερο όνομά του ήταν «η πορτοκαλαποθήκη» και προσέλαβε τον αρχιτέκτονα Φραντσέσκο Στεφανότι για την ανακαίνισή του. Αυτός αναστήλωσε ορισμένα μέρη του κτιρίου σύμφωνα με τα παλιά αρχιτεκτονικά σχέδια, συμπεριλαμβάνοντας και την κρήνη στο κέντρο. Και η πόλη της Ρώμης επέτρεψε τη χρησιμοποίηση ρωμαϊκών γλυπτών από άλλα μουσεία, για τον στολισμό του χώρου. «Η πρώτη φορά που η πόλη της Ρώμης ενεπλάκη με ιδιώτη δωρητή, αλλά ήταν για κάτι σπουδαίο», λέει η διευθύντρια του Μουσείου Μπιλότι και ιστορικός της τέχνης Αλμπέρτα Καμπιτέλι. «Κι εμείς δεν είχαμε τα χρήματα για σπουδαίες αγορές».

Ο Μπιλότι ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας από την Καλαβρία, που θεωρούσε πάντα τη Ρώμη ως πνευματική του κατοικία. Σπούδασε νομικά και στη δεκαετία του 1960 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας διασκέδαση. Εκτοτε και για το υπόλοιπο της ζωής του έμεινε στις ΗΠΑ και παντρεύτηκε μια Αμερικανίδα που η οικογένειά της είχε δημιουργήσει την κολώνια Ολντ Σπάις.

Με την πρώτη επίσκεψη στο μουσείο έχει κανείς την εντύπωση ότι το κυβερνάει η προσωπικότητα του Μπιλότι. Δεν είναι μόνο οι 22 Ντε Κίρικο που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου πατώματος, είναι και μια ολόκληρη αίθουσα αφιερωμένη στην οικογένεια του δωρητή.

Εως και στυλό

Εκεί περιέχονται ορισμένα ωραία έργα: ένα τρισδιάστατο πορτρέτο του Κάρλο Μπιλότι μπροστά σε ένα έργο του Ρόι Λιχτενστάιν φιλοτεχνημένο από τον Λάρι Ρίβερς και ένα διπλό πορτρέτο, όμορφο και μαζί μελαγχολικό, της γυναίκας του Μπιλότι Τίνα και της κόρης τους Λίζα (πέθανε στα 20 της από καρκίνο), καμωμένο από τον Αντι Γουόρχολ. Υπάρχουν ακόμη φωτογραφίες των Μπιλότι συναναστρεφόμενοι καλλιτέχνες από τον Νταλί ώς τον Γουόρχολ και τον Λιχτενστάιν. Ενα βίντεο δείχνει τον Μπιλότι να συζητάει με καλλιτέχνες που έργα τους συλλέγει. Σε ένα από αυτά ο Μπιλότι επισκέπτεται στο στούντιό του τον Ντάμιεν Χερστ, όταν αυτός δούλευε πάνω στην παραγγελία για ένα από τα «παρεκκλήσια στοχασμού». Ο Χερστ δείχνει στον Μπιλότι ένα πανό με τέσσερις πίνακες, πλαισιωμένους με νεκρές πεταλούδες, σταυρώσεις, χάπια και ξυραφάκια.

«Εβαλες και το στυλό μου, καταταπληκτικό», ακούγεται να λέει ο Μπιλότι, δείχνοντας ένα χρυσό Καρτιέ προσαρτημένο σε έναν πίνακα. «Ο,τι θες», απαντά ο Χερστ, λέγοντας ότι μπορεί να προσθέσει και στους άλλους πίνακες. Με τον Μπιλότι ανταπαντώντας «θα σου στείλω και άλλα τρία στυλό».

Σε όλη του τη ζωή ο Μπιλότι ήταν εκτός από συλλέκτης και πάτρωνας, φροντίζοντας τους καλλιτένχες σε όλη τη διάρκεια της δημιουργίας τους.

Το επόμενο σχέδιο

Σε μια συνέντευξή του μνημόνευσε την Τζένι Σάβιλ και ένα εναγώνιο τηλεφώνημά της ότι έπρεπε να πάει στην Ιεριχώ για έμπνευση. Οι δικοί της σκοτεινοί πίνακες είναι κλοζ-απ πόνου, ένας, το πρόσωπο ενός τυφλού κοριτσιού από την Παλαιστίνη.

Για το τρίτο παρεκκλήσι ο Μπιλότι παρακίνησε τον φίλο του Αμερικανό καλλιτέχνη Ντέιβιντ Σαλ να χρησιμοποιήσει την Καπέλα Σιστίνα για φόντο.

Ετσι, πάνω σε ένα θρησκευτικό υπόβαθρο, με πίνακες διαστάσεων ολόκληρου τοίχου, ο Σαλ παρενέβαλε εικόνες σύγχρονων γεγονότων: ρεπορτάζ εφημερίδων από τον πόλεμο στο Ιράκ, περιπόλους θανάτου από τη Σερβία, πυρηνικές εκρήξεις και καταστροφές που άφησε στο πέρασμά του ο τυφώνας Κατρίνα.

Το έργο του μουσείου ολοκληρώθηκε λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Μπιλότι όμως είχε ξεκινήσει το επόμενο σχέδιό του. Είχε ζητήσει από τον Βελτρόνι να του βρει έναν βεβηλωμένο ναό για να τον αναστηλώσει ένας σύγχρονος καλλιτέχνης.