ΚΟΣΜΟΣ

Λέξεις υπό εξαφάνιση, χρήζουν προστασίας

Οι Γερμανοί έχουν πάθος με τη γλώσσα τους, τη «γλώσσα των ποιητών και των διανοητών». Κάθε τόσο διοργανώνουν διαγωνισμούς για τον εντοπισμό της ομορφότερης λέξης, συζητούν εάν τα γερμανικά είναι «out» ως επιστημονική γλώσσα, ενίοτε αλληλοσπαράσσονται όταν καλούνται να αντικαταστήσουν την παλιά ορθογραφία τους. Σε λίγες μέρες, στις αρχές Ιανουαρίου, εγκαινιάζεται εκστρατεία για τη διάσωση «λέξεων που κινδυνεύουν με εξαφάνιση». Η ιστοσελίδα του περιοδικού Spiegel καλεί τους χρήστες του Ιντερνετ να συνδράμουν τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός γλωσσικού κήπου, όπου θα ανθούν λέξεις-προστατευόμενα είδη. Την πρωτοβουλία έχει αναλάβει ο Μπόντο Μρόζεκ, δημοσιογράφος στις εφημερίδες Frankfurter Allgemeine, Sueddeutsche Zeitung, καθώς και στη βερολινέζικη Tageszeitung, ο οποίος έχει ήδη συντάξει ένα «Λεξικό των απειλούμενων λέξεων». Τι συμβαίνει, αλήθεια, με τις λέξεις που παλιώνουν και πεθαίνουν, οι οποίες χρησιμοποιούνται όλο και σπανιότερα; Συχνά εξαφανίζονται από προσώπου γης, χωρίς κάποιος να κηρύξει το τέλος τους, να χύσει ένα δάκρυ, να ψάλει έστω έναν τυπικό επικήδειο. Σιωπηρά τα λεξικά τις παραλείπουν και τις αντικαθιστούν με σφριγηλούς αγγλικούς νεολογισμούς, κατευθείαν από τον χώρο της τεχνολογίας, όπως blog, mp3 κ.λπ. Την ίδια στιγμή, ενταφιάζονται άδοξα το «καντράν» του τηλεφώνου, η «μαγνητοταινία» και η «πομπίνα».

Φέτος ανακηρύχθηκε λέξη της χρονιάς στη Γερμανία η λέξη «Fanmeile», που σημαίνει τον τόπο συνάντησης εκατοντάδων οπαδών εθνικών ομάδων για να πανηγυρίσουν. Φυσικά ο όρος έχει άμεση σχέση με το Μουντιάλ του 2006 και τον αναπτερωμένο πατριωτισμό τους, που τους επέτρεψε για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία να κρατήσουν τη σημαία τους, να τραγουδήσουν τον εθνικό τους ύμνο, να πανηγυρίσουν για μια εθνική επιτυχία, χωρίς ενοχές, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Αψηφώντας τους «wordinistas», τους γλωσσικούς ακτιβιστές, και τις επιφυλάξεις τους, ο αμερικανικός εκδοτικός οίκος λεξικών Merriam-Webster ανέδειξε ως λέξη της χρονιάς την «truthiness», η οποία υπονοεί την ειλικρίνεια που βγαίνει μέσα από τα σωθικά.

Θα είχε ενδιαφέρον να προκηρύξουμε παρόμοιους διαγωνισμούς στα καθ’ ημάς, να εξαπολύσουμε ένα κυνήγι χαμένων λέξεων, για να τις θωρακίσουμε από τη λήθη, να τις ξεσκονίσουμε και να τις βάλουμε στις γλωσσικές προθήκες.

Εχει νόημα αυτή η νοσταλγία; Κάποτε ναι, όταν δεν είναι προϊόν ελιτισμού και επιτήδευσης ή γλωσσικού σοβινισμού. Είναι υποκριτικό, για παράδειγμα, να κάνουμε λόγο για καλαθόσφαιρα (μπάσκετ) ή υπεραγορά (σούπερ μάρκετ) ή ευπώλητα βιβλία (μπεστ σέλερ). Είναι ωραίο όμως να βλέπεις Μολιέρο και δη Ταρτούφο στην έμμετρη μετάφραση του Κοκκινάκη, να απαγγέλλεται με τόσο κέφι, μεταδοτικό και στο κοινό, από τα νέα παιδιά της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού. Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι κλινικά νεκρές λέξεις μπορούν να αναστηθούν όταν υπάρχει διάθεση για γλωσσικές αγαθοεργίες.