ΚΟΣΜΟΣ

Η παγκόσμια ανάκαμψη του έθνους-κράτους

Η πρώτη μεγάλη διεθνής είδηση του 2006 ήταν η σύγκρουση Ρωσίας – Ουκρανίας, ανήμερα την Πρωτοχρονιά, γύρω από την τιμή και τον έλεγχο του κυκλώματος διανομής του ρωσικού φυσικού αερίου, από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Η διένεξη αυτή στάθηκε αφορμή να δεχθεί ο Βλαντιμίρ Πούτιν σφοδρές επικρίσεις, κυρίως από την Ουάσιγκτον. Ο Ρώσος πρόεδρος κατηγορήθηκε ότι ασκεί πολιτικό εκβιασμό στους γείτονες και πελάτες του, έχοντας καθυποτάξει την ιδιωτική πρωτοβουλία με την επαναφορά κρατικού ελέγχου στους ενεργειακούς πόρους της χώρας, κυρίως μέσω των μεγαθηρίων Gazprom και Rosneft.

Στην εκπνοή του 2006, μια άλλη σπουδαία εξέλιξη επανέφερε στο προσκήνιο το φαινόμενο του «οικονομικού πατριωτισμού». Αυτή τη φορά όχι από την ιδιόμορφη Ρωσία του Πούτιν, αλλά από μια χώρα οργανικά ενταγμένη στις ευρωατλαντικές δομές, τη Νορβηγία. Τη Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου, ο πρωθυπουργός Γενς Στόλτενμπεργκ ανακοίνωσε ότι οι δύο μεγαλύτερες, μερικώς ελεγχόμενες από το κράτος, ενεργειακές εταιρείες της χώρας, η Statoil (πετρέλαιο) και η Norsk Hydro (φυσικό αέριο) συγχωνεύονται για τη δημιουργία ενός «εθνικού πρωταθλητή», ανταγωνιστικού στον διεθνή στίβο.

Μακράν του να αποτελούν εξαιρέσεις, τα δύο αυτά κρούσματα αποτέλεσαν εκφράσεις ενός ευρύτερου ρεύματος που έβαλε τη σφραγίδα του στη χρονιά που εκπνέει: Της ανάκαμψης του έθνους – κράτους στη διεθνή οικονομία. «Ο νέος προστατευτισμός εμποδίζει την παγκοσμιοποίηση» ήταν ο εύγλωττος τίτλος πρόσφατου, σχετικού άρθρου της Χέδερ Τίμονς στους New York Τimes.

Κυβερνητικές παρεμβάσεις

Πραγματικά, οι παρεμβάσεις εθνικών κυβερνήσεων για τη ματαίωση επιχειρηματικών συμφωνιών βάσει καθαρά πολιτικών κριτηρίων πήραν μεγάλες διαστάσεις, ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού, το προηγούμενο δωδεκάμηνο. Το γαλλικό κράτος έπαιξε επιτελικό ρόλο στη συγχώνευση των εταιρειών Suez και Gaz de France, ώστε να αποτρέψουν την εξαγορά τους από την ιταλική Enel. Είχε προηγηθεί η αγωνιώδης μάχη του κοινού μετώπου Γαλλίας – Λουξεμβούργου προκειμένου να αποτραπεί η επιθετική εξαγορά της χαλυβουργίας Arcelor από την εταιρεία Mittal Steel, του Ινδού μεγιστάνα Λάκσμι Μίταλ.

Πολιτικοί στη Βρετανία και την Αμερική, δύο χωρών που μεταξύ πολλών άλλων μοιράζονται τη σχεδόν θρησκευτική πίστη των ελίτ στον νεοφιλελευθερισμό, εξαπέλυσαν λίβελους εναντίον του «συγκεντρωτικού, γραφειοκρατικού, με μόνιμη ροπή προς τον εθνικό συγκεντρωτισμό» γαλλικού κράτους. Οταν όμως η ρωσική Gazprom προσπάθησε να εξαγοράσει τη βρετανική Centrica, το βρετανικό υπουργείο Βιομηχανίας παρενέβη δυναμικά για να εμποδίσει τη συμφωνία. Από την πλευρά του, το αμερικανικό Κογκρέσο, με υπόγεια ενθάρρυνση της κυβέρνησης Μπους, εμπόδισε την προσπάθεια της κινεζικής πετρελαϊκής βιομηχανίας Cnooc να εξαγοράσει την αμερικανική Unocal και την εταιρεία DP World’s, που έχει την έδρα της στο Ντουμπάι, να αναλάβει τη διαχείριση των αμερικανικών λιμανιών.

Στην Απω Ανατολή

Αλλά η αναβίωση των εθνικισμών δεν περιορίζεται στο οικονομικό πεδίο. Στην Απω Ανατολή, η άνοδος της Κίνας σε μεγάλη περιφερειακή -και αύριο, ίσως παγκόσμια- δύναμη τροφοδοτεί τον γιαπωνέζικο εθνικισμό, που είχε ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται με τις επισκέψεις του πρώην πρωθυπουργού Γιουνιχίρο Κοϊζούμι σε μνημείο όπου έχουν ταφεί και εγκληματίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο διάδοχός του, Σίντζο Αμπε, ο οποίος ανέλαβε φέτος την εξουσία, εξήγγειλε δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του πασιφιστικού ιαπωνικού Συντάγματος, επανίδρυσε το ιαπωνικό υπουργείο Αμυνας για πρώτη φορά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και προώθησε νόμο που επιβάλλει τα νέα σχολικά βιβλία να διδάσκουν τον «πατριωτισμό» και τις «παραδοσιακές αξίες». Επί πλέον, ο νέος υπουργός Εξωτερικών προκάλεσε σάλο αντιδράσεων, θέτοντας για πρώτη φορά ζήτημα πυρηνικού εξοπλισμού στη μοναδική χώρα που έχει βιώσει τη φρίκη της επίθεσης με ατομικά όπλα.

Διαφορετικοί παράγοντες ενισχύουν τις εθνικιστικές τάσεις στα Βαλκάνια, την παλιά «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης». Στην Τουρκία, η απογοήτευση από τις ΗΠΑ λόγω της δημιουργίας ντε φάκτο κουρδικού κράτους στο βόρειο Ιράκ έχει ενώσει ευρύτατο φάσμα πολιτικών δυνάμεων, από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά, σε θυελλώδεις εκρήξεις πατριωτισμού – αντιαμερικανισμού. Στη Σερβία, που ακρωτηριάστηκε περαιτέρω με την απόσχιση του Μαυροβουνίου και αναμένεται να απολέσει και τυπικά το Κοσσυφοπέδιο τους προσεχείς μήνες, ο θάνατος του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και η απεργία πείνας του Βόιτσλαβ Σέσελι, στα κελιά τους, στη Χάγη, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην αναζωπύρωση του εθνικισμού. Η συνέχεια αναμένεται στις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές, στα τέλη Ιανουαρίου.

Αλλά και στην Κεντρική – Ανατολική Ευρώπη, η ένταξη των πρώην σοσιαλιστικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ενωση παραδόξως δεν φαίνεται να κατευνάζει τις εθνικιστικές τάσεις. Το αντίθετο. Στην Πολωνία των δίδυμων αδελφών Κατσίνκσι ξυπνούν απροσδόκητα τα παλιά αντιρωσικά και αντιγερμανικά σύνδρομα, ενώ η Βουδαπέστη εγείρει θέμα ουγγρικών μειονοτήτων στις γειτονικές χώρες και γνωρίζει τις χειρότερες ταραχές από την εξέγερση του 1956, αυτή τη φορά με πρωταγωνιστές ακροδεξιούς και ρατσιστές.

Ασφαλώς η επιστροφή των εθνικισμών οφείλεται σε μια πολλαπλότητα αιτίων, διαφορετικών για κάθε περιοχή και χώρα. Αν επιμείνει να αναζητήσει κανείς κοινό καμβά, θα μπορούσε, ίσως, να τον εντοπίσει στον αντιφατικό χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης, η οποία από ένα σημείο και πέρα παράγει το αντίθετό της: Οι έντονες γεωγραφικές και κοινωνικές ανισότητες που τη συνοδεύουν προκαλούν κρίση πολιτικής νομιμοποίησης των εθνικών ελίτ στα μάτια των πολιτών τους, που αναζητούν το υποκατάστατο στην αναβίωση του εθνικισμού. Σε κάθε περίπτωση, το 2006 μάς υπενθύμισε ότι δεν αρκεί η διαπλοκή των εθνικών οικονομιών στο «παγκόσμιο χωριό» μας για να εξασφαλίσει την υπέρβαση των εθνικών ανταγωνισμών. Ας θυμηθούμε ότι τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το διεθνές εμπόριο ήταν περισσότερο «ελεύθερο» από σήμερα, ενώ η Γερμανία ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα εμπορικός εταίρος της Βρετανίας και τούμπαλιν.