ΚΟΣΜΟΣ

Δεν ευθύνεται μόνο ο καπνός για τη ΧΑΠ

Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι περισσότερο εκτεταμένη από όσο πιστευόταν έως σήμερα. Ομοίως, περισσότερο προχωρημένα δείχνουν τα στάδια της πάθησης συγκριτικά με προηγούμενες μελέτες. Αυτά είναι τα νέα ευρήματα της οργάνωσης Burden of Obstructive Lung Disease Initiative (ή αλλιώς της πρωτοβουλίας κατά της επιβάρυνσης της αποφρακτικής πνευμονοπάθειας). Ακόμη, αντίθετα με αυτό που πιστεύεται, το κάπνισμα δεν είναι ο μόνος παράγοντας που συμβάλλει στην εμφάνιση και εξάπλωση της ΧΑΠ, ανακοινώνουν ερευνητές στο ιατρικό περιοδικό Lancet.

Η ερευνητική επιστημονική ομάδα με επικεφαλής τη δρα Α. Sonia Buist από το Πανεπιστήμιο Υγείας και Επιστήμης του Oregon στο Portland, εξέτασε την εξάπλωση της ΧΑΠ και τους παράγοντες κινδύνου σε ενήλικες, ηλικίας τουλάχιστον 40 ετών, οι οποίοι ζούσαν σε 12 πόλεις πέντε ηπείρων. Περισσότερα από 9.000 άτομα έδωσαν συνέντευξη, ενώ σε εξετάσεις υπεβλήθησαν 8.775 άτομα. Οι ασθενείς βρίσκονταν στο στάδιο ΙΙ της ΧΑΠ, ή σε μεγαλύτερο, σε ποσοστό 10,1% συνολικώς -11,8% για άντρες και 8,5% για γυναίκες. Τα κρούσματα δείχνουν να αυξάνουν με το πέρασμα της ηλικίας. Ενώ από τη νόσο πάσχει το 5% των ατόμων ηλικίας 40 ετών, το αντίστοιχο ποσοστό για τα άτομα άνω των 70 ετών είναι 47% για τους άντρες και 33% για τις γυναίκες. Πολύ σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση της νόσου έπαιξε και ο τόπος κατοικίας, επισήμανε η ομάδα της Buist. Εξι περιοχές ανέφεραν ποσοστά της ΧΑΠ της τάξεως του 10% για το στάδιο ΙΙ έως ΙV της νόσου. Τα ποσοστά κυμαίνονταν από 5,9% στο Ανόβερο, της Γερμανίας μέχρι 19,1% στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής.

Παράγοντες κινδύνου

Η μελέτη αποκάλυψε παράγοντες κινδύνου διαφορετικούς από το κάπνισμα. Για παράδειγμα, το Cape Town ανακοίνωσε πολύ υψηλά επίπεδα πρότερης φυματίωσης και έκθεσης σε δυσμενείς συνθήκες εργασίας καθώς και υψηλές συχνότητες καπνίσματος. Σε ξεχωριστή ανακοίνωση η Buist και ο δρ David M. Mannino από το Πανεπιστήμιο του Kentucky στο Lexington, επισημαίνουν ότι η ΧΑΠ είναι δυνατόν να προληφθεί και να θεραπευτεί, αλλά δεν είναι πλήρως αναστρέψιμη. Οι επιστήμονες περιγράφουν τους παράγοντες κινδύνου της ΧΑΠ, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται:

– Κάπνισμα

– Εκθεση σε αέρια κατά την εκτέλεση εργασίας, σε σκόνες, ατμούς και καπνούς

– Εκθεση σε ρυπαντές του αέρα εξωτερικών και εσωτερικών χώρων, οι οποίοι προκαλούνται με την καύση οργανικών υλικών για μαγείρεμα και θέρμανση

– Γενετικοί παράγοντες.

Επίσης, η γήρανση, οι βακτηριακές και ιογενείς λοιμώξεις, το άσθμα, το φύλο, η ακατάλληλη διατροφή και η πτωχή διάθεση μέσων προστασίας της υγείας σχετίζονται με την ανάπτυξη της ΧΑΠ, κατέληξαν οι επιστήμονες.

Το παθητικό κάπνισμα

Η έρευνα για την έκθεση στο παθητικό κάπνισμα πραγματοποιήθηκε από τον δρ Κ.Κ. Cheng, από το Πανεπιστήμιο του Birmingham στη Βρετανία και τους συνεργάτες του. Η έρευνά τους βασίστηκε σε στοιχεία από σχεδόν 15.400 άτομα στην Κίνα, τα οποία δεν κάπνισαν ποτέ. Το 28% των ατόμων που εκτέθηκαν σε υψηλά επίπεδα παθητικού καπνίσματος είχαν 48% μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν ΧΑΠ σε σύγκριση με άτομα, τα οποία δεν εκτέθηκαν σε παθητικό κάπνισμα. Η ομάδα του δρ Cheng εκτιμά ότι μεταξύ των ατόμων, τα οποία ζουν σήμερα στην Κίνα, ηλικίας 50 ετών ή γηραιότερα, θα υπάρξουν 1,9 εκατομμύρια θάνατοι από ΧΑΠ, οι οποίοι θα προκληθούν από παθητικό κάπνισμα.

Σχετικές ίσως είναι και οι περαιτέρω παρατηρήσεις και συστάσεις για τη ΧΑΠ. Σε μια απ’ αυτές, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ΧΑΠ «υποδιαγιγνώσκεται, υποθεραπεύεται, υποχρηματοδοτείται και παραμελείται από το κοινό, από τη φαρμακευτική βιομηχανία και τους γιατρούς παρομοίως, όταν συγκρίνεται με άλλες σοβαρές παθήσεις, όπως την καρδιαγγειακή πάθηση και το εγκεφαλικό επεισόδιο».

Αλλοι ειδικοί επισημαίνουν ότι το πρόβλημα έχει χειροτερέψει εξαιτίας μελετών που αξιολογούν νέα φάρμακα για τη ΧΑΠ, εξαιρουμένων ασθενών με άλλες παθήσεις, οι οποίες έχουν συνήθως σχέση με αυτήν, όπως με καρδιακή νόσο και διαβήτη. Μια λύση, που συνιστάται σε άλλο ιατρικό άρθρο, είναι να χρησιμοποιείται ένας νέος όρος ομπρέλα -«χρόνιο συστεμικό φλεγμονώδες σύνδρομο»- το οποίο θα συμπεριλαμβάνει την καρδιαγγειακή νόσο, την υψηλή πίεση του αίματος και ορισμένους τύπους καρκίνου.Πηγή: The Lancet/Reuters