ΚΟΣΜΟΣ

Το φθινόπωρο που σημάδεψε τη Γερμανία

Πριν από τριάντα χρόνια, στις αρχές Σεπτεμβρίου, μέλη της γερμανικής τρομοκρατικής οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) απήγαγαν τον πρόεδρο της Ενωσης Εργοδοτών, Χανς Μάρτιν Σλάιερ. Στόχος των δραστών, που ανήκαν στη δεύτερη γενιά της οργάνωσης, ήταν η απελευθέρωση της ιστορικής ηγεσίας, η οποία εξέτιε βαριές ποινές κάθειρξης στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Σταμχάιμ. Ο Αντρέας Μπάαντερ, η σύντροφός του, Γκούντρουν Εσλιν και ο Γιανκ Καρλ Ράσπε αυτοκτόνησαν στις 18 Οκτωβρίου στα διαβόητα «λευκά κελιά» τους, μία ημέρα πριν από τη δολοφονία του Σλάιερ, που αποτέλεσε την τελευταία πράξη του δράματος του «γερμανικού φθινοπώρου». Ηταν οι 44 μέρες, που σημάδεψαν τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας.

Στη διάρκεια της 28χρονης δράσης της «Μπάαντερ-Μάινχοφ», από την ίδρυσή της το 1970 ώς την αυτοδιάλυση το 1998, σκοτώθηκαν 33 άνθρωποι και άλλα 21 μέλη της πλήρωσαν με τη ζωή τους τον ένοπλο αγώνα. «Σπάνια στην ιστορία έχουν γραφτεί τόσο πολλά για τόσους λίγους», σχολίασε πρόσφατα Γερμανός ιστορικός, αναφερόμενος στη RAF. Ισως αυτή είναι η βασικότερη «ασυμμετρία» της τρομοκρατίας, το δέος που προκαλεί σε εκατομμύρια ανθρώπους, αν και στην πραγματικότητα αφορά ελάχιστους. Αρωγοί σε αυτήν τη μυθολογία της τρομοκρατίας υπήρξαν τα ΜΜΕ, που αναπαρήγαγαν την τρομοκρατική δράση. Χωρίς τη δημοσιότητα όλες αυτές οι ενέργειες θα περνούσαν σχεδόν απαρατήρητες. Στην περίπτωση της RAF όμως αποκαλύπτεται εσχάτως ότι ρόλο ηθικού αυτουργού για τη γιγάντωση αυτής της εμμονής έπαιξε το γερμανικό κράτος, το οποίο γνώριζε, ανέχτηκε σιωπηλά και εμμέσως ενθάρρυνε τη συλλογική αυτοκτονία των τριών κρατουμένων στο Σταμχάιμ και τη μετέπειτα ηρωοποίησή τους.

Υπό παρακολούθηση

Στο τελευταίο τεύχος του το περιοδικό Der Spiegel και ο διευθυντής του Στέφαν Αουστ, ο οποίος υπήρξε φίλος πολλών πρωταγωνιστών της εποχής, από την ίδια την Ουλρίκε Μάινχοφ μέχρι τον δικηγόρο τότε και μετέπειτα σοσιαλδημοκράτη υπουργό Εσωτερικών, Οτο Σίλι, καταλήγουν έπειτα από διετείς έρευνες στο συμπέρασμα ότι οι γερμανικές αρχές παρακολουθούσαν τους ηγέτες της RAF. Οπως προκύπτει μάλιστα από το εκτενές αφιέρωμα του περιοδικού με τίτλο «Η νύχτα του Σταμχάιμ», η υπηρεσία ασφαλείας γνώριζε ότι οι κρατούμενοι είχαν κατασκευάσει ένα σύστημα επικοινωνίας με τη βοήθεια των μεγαφώνων, που μετέδιδαν ελεγχόμενο πρόγραμμα στα κελιά τους και των ενισχυτών από τα πικάπ τους, τα οποία υποτίθεται ότι προορίζονταν για να ακούνε μουσική. Τεχνικός που εκλήθη να εξετάσει τους ενισχυτές, ερεύνησε μόνο έναν από αυτούς και δεν διαπίστωσε τίποτα ύποπτο. Ισως γιατί η αυτοσχέδια ενδοεπικοινωνία των τρομοκρατών εξυπηρετούσε και τις αρχές, που τη χρησιμοποιούσαν για να παρακολουθούν τις συνδιαλέξεις τους και μάλιστα πολύ καλύτερα από τους κοριούς, που είχαν τοποθετηθεί στις αίθουσες συναντήσεων με τους δικηγόρους τους.

Τα ερωτήματα που διατυπώνονται είναι αμείλικτα και εγείρουν σοβαρά ηθικά ζητήματα για τον τρόπο χειρισμού της τρομοκρατίας από το γερμανικό κράτος. Γνώριζαν οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες ότι οι κρατούμενοι είχαν όπλα στα κελιά τους; Είχαν ενημερωθεί για το σχέδιο συλλογικής αυτοκτονίας τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου; Καταγράφονταν τα γεγονότα της μοιραίας βραδιάς σε μαγνητόφωνο; Ακουσαν κάποιοι τις μαγνητοταινίες την επόμενη μέρα; Ή μήπως παρακολουθούσαν «ζωντανά», σε απευθείας μετάδοση, τους αυτόχειρες την ώρα της ύστατης πράξης τους; Οπως επισημαίνει ο Αουστ ουδείς επιβεβαίωσε επισήμως τις υποψίες του περιοδικού, ούτε όμως τις διέψευσε.

Αφύπνιση παθών

Πέπλο σιωπής εξακολουθεί να καλύπτει τις συνθήκες αυτοκτονίας των στελεχών της RAF. Πολλοί συγγενείς θυμάτων είναι ακόμη ζωντανοί, όπως και ο τότε καγκελάριος και στη συνέχεια εκδότης της εφημερίδας Die Zeit, Χέλμουτ Σμιντ, αλλά και ορισμένοι ηγέτες από τη δεύτερη γενιά της οργάνωσης, αναμεσά τους η Μπριγκίτε Μόνχαουπτ και ο Κρίστιαν Κλαρ, των οποίων η αποφυλάκιση απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη τους τελευταίους μήνες, αφυπνίζοντας πάθη και μίση του παρελθόντος. Η Γερμανία δεν είναι ακόμη έτοιμη να έρθει αντιμέτωπη με τις σκοτεινές λεπτομέρειες του φθινοπώρου του ’77.