ΚΟΣΜΟΣ

Βερσαλλίες, η έδρα της απόλυτης μοναρχίας

Το ανάκτορο των Βερσαλλιών που απολαμβάνουν σήμερα οι επισκέπτες αποτελεί έργο ζωής του βασιλιά-ήλιου Λουδοβίκου XIV, ενώ η σημερινή του μορφή διαμορφώθηκε μέσα από αιώνες προσεκτικής διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής.

Το ανάκτορο θεμελιώθηκε από τον πατέρα του Λουδοβίκου XIV, Λουδοβίκο XIII, που αναζητούσε κυνηγετικό περίπτερο σε κοντινή απόσταση από το Παρίσι. Οι τρεις βασιλείς (Λουδοβίκος XIV, XV και XVI) που διέμειναν στο ανάκτορο προσέθεσαν σε αυτό νέα κτίσματα, διαμόρφωσαν και επέκτειναν τους κήπους και δημιούργησαν σε αυτό παραρτήματα και δημόσια κτίρια, κατάλληλα για τις δραστηριότητες ενός απόλυτου μονάρχη.

Η σταδιακή αρχιτεκτονική διαμόρφωση του χώρου αποτελεί από μόνη της ακριβή ιστορική καταγραφή της εδραίωσης της απόλυτης μοναρχίας και της παρεπόμενης τιθάσευσης της τάξης των φεουδαρχών στις βουλές του μονάρχη. Η δημιουργία νέων βασιλικών κτισμάτων, ικανών να χωρέσουν τις εκατοντάδες αυλικούς και γαλαζοαίματους ικέτες στην αυλή του «βασιλιά-ήλιου», καθώς και η κατασκευή κτιρίων εκπάγλου κάλλους, όπως της όπερας των Βερσαλλιών ή των Μεγάλων Βασιλικών Στάβλων, επέτρεψε στον οίκο των Βουρβόνων να βιώσει το απολυταρχικό όνειρο, μέχρι τη βίαιη «αφύπνιση» του 1789.

Οι Βερσαλλίες, εκτός από αγαπημένος τόπος κυνηγιού και μετέπειτα πολυτελές ανάκτορο, κατέστη έτσι και σύμβολο της απόλυτης εξουσίας του Βουρβόνου μονάρχη, ικανό να εντυπωσιάσει και να προκαλέσει δέος ακόμη και στον πλέον αδιάφορο επισκέπτη. Την ίδια στιγμή, η καθημερινή ζωή στο ανάκτορο, με τις μυριάδες περιπλοκότητες και φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, δημιούργησε πραγματική σχολή συμπεριφοράς για μέλη βασιλικών οικογενειών, αυλικούς και υπηρέτες κάθε δυναστικού οίκου της Ευρώπης και πέρα από αυτή. Η γοητεία της αυλής του «βασιλιά-ήλιου» ήταν τέτοια, που ακόμη και νεόκοποι δυνάστες χωρίς οικογενειακή νομιμοποίηση, όπως ο Ναπολέων Βοναπάρτης, αγωνίστηκαν να αναπαράγουν τις συνήθειες, το σκηνικό και το ύφος των Βερσαλλιών του 17ου αιώνα.

Πώς η αρχιτεκτονική… κατέγραψε την εξουσία

Αν και το ανάκτορο των Βερσαλλιών θεμελιώθηκε από τον Λουδοβίκο XIII, ο γιος και διάδοχός του, Λουδοβίκος XIV, είναι αυτός που ανέδειξε το ανάκτορο στο πιο λαμπρό δυναστικό κτίσμα του κόσμου.

Η επιλογή των Βερσαλλιών από τον κοινωνικά απομονωμένο και ακατάδεχτο Λουδοβίκο XIII ως τόπου διαμονής εξέπληξε ουκ ολίγους αυλικούς. Η περιοχή, σε απόσταση περίπου 30 χιλιομέτρων από το Παρίσι, δεν διέθετε ικανά αποθέματα πόσιμου νερού, ενώ η τοποθεσία του, στην κορυφή λόφου, δημιουργούσε σχεδόν ανυπέρβλητα για την εποχή κατασκευαστικά προβλήματα για τη μεταφορά νερού από τον ποταμό Σηκουάνα στο παλάτι.

Με τη στέψη του Λουδοβίκου XIV σε ηλικία πέντε μόλις ετών το 1643, τις δυναστικές εξουσίες αναλαμβάνουν η μητέρα του Αννα της Αυστρίας και ο καρδινάλιος Μαζαρέν. Το ξέσπασμα της «σφενδόνης», της εξέγερσης του παρισινού λαού με τη στήριξη μερίδας ευγενών κατά της βασιλείας το 1648 και η εξευτελιστική ομηρία στην οποία υποχρεώνεται η βασιλική αυλή, πείθει τον νεαρό Λουδοβίκο για τη χρησιμότητα της μετακόμισης του θρόνου σε απόσταση ασφαλείας από την ταραχώδη πρωτεύουσα.

Το μικρό ανάκτορο – κυνηγετικό περίπτερο του πατέρα του στο δάσος των Βερσαλλιών αποδεικνύεται ιδανικό για το σκοπό αυτόν. Η σχετικά μεγάλη απόστασή του από το Παρίσι ευνοεί την εδραίωση της «ελέω Θεού» απόλυτης μοναρχίας, με τους ευγενείς να αναγκάζονται να διαμένουν ως απλοί προσκεκλημένοι σε βασιλικά διαμερίσματα, αντί των δικών τους ανακτόρων της πρωτεύουσας. Την ίδια στιγμή, η απόσταση των 30 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα κρατάει μακριά από τις Βερσαλλίες τον ενοχλητικό και συχνά επιθετικό παρισινό όχλο.

Σε αντίθεση με τον αντικοινωνικό και μονήρη πατέρα του, που είχε ως μοναδικό πάθος του το κυνήγι, ο βασιλιάς Ηλιος είναι γνωστός καλοφαγάς και λάτρης του γυναικείου φύλου. Ο γάμος του με την πρώτη εξαδέλφη του Μαρία Θηρεσία της Αυστρίας το 1660 υποχρεώνει τον Λουδοβίκο σε επίδειξη απίστευτης ευρηματικότητας, για να αποκρύψει τις πολυάριθμες ερωτικές του περιπέτειες με κυρίες ευγενούς καταγωγής και όχι μόνο.

Η διαμόρφωση των νέων κτισμάτων στις Βερσαλλίες και η δαιδαλώδης φύση της αρχιτεκτονικής διαρρύθμισής τους είναι μία από τις μεθόδους που επέλεξε ο μονάρχης για να στεγάσει με διακριτικότητα τους έρωτές του.

Την ίδια στιγμή, οι ασφυκτικές απαιτήσεις της μοναρχίας, που παρά τον απόλυτο χαρακτήρα της χρειάστηκε σε κάθε της βήμα τη νομιμοποίηση και την έγκριση της τάξης των ευγενών, ανάγκασε τον Λουδοβίκο XIV να επεκτείνει το ανάκτορο, ώστε αυτό να χωράει τις εκατοντάδες οικογένειες ευγενών αυλικών, τα χιλιάδες μέλη του υπηρετικού προσωπικού, αλλά και τα ακόμη περισσότερα άλογα του οίκου των Βουρβόνων.

Ουσιαστική πρωτεύουσα

Το 1682, ο Λουδοβίκος XIV ολοκληρώνει την ανάδειξη των Βερσαλλιών σε ουσιαστική πρωτεύουσα της χώρας, μεταφέροντας εκεί μόνιμα τα ανάκτορα και την έδρα της κυβέρνησης, που παραμένει στο ανάκτορο μέχρι και την επανάσταση του 1789. Στα τέλη της δεκαετίας του 1670, ο βασιλιάς Ηλιος ολοκληρώνει την κατασκευή της εντυπωσιακής «αίθουσας των Κατόπτρων», σχεδιασμένη από τον αρχιτέκτονα της αυλής, Μανσάρ. Σε αυτή, αλλά και στα εξίσου εντυπωσιακά «βασιλικά διαμερίσματα», ο Λουδοβίκος αποδεικνύει το μεγαλείο του βασιλικού του οίκου, διαφημίζοντας την απόλυτη βασιλική εξουσία, τη συγκέντρωση κάθε εξουσίας στα χέρια του μονάρχη αλλά και την ικανότητα των Γάλλων τεχνιτών. Το 1680, ο ταλαντούχος αρχιτέκτονας κήπων Λε Νοτρ διαμορφώνει τον προσεκτικά σχεδιασμένο προαύλιο χώρο των Βερσαλλιών με τη μοναδική προοπτική. Τον αυστηρό νεοκλασικισμό των ανακτόρων στις Βερσαλλίες, με τις ορθογώνιες προοπτικές και τις αυστηρές προσόψεις των κτιρίων, «σπάνε» ορισμένες μπαρόκ πινελιές, όπως τα περίτεχνα χάλκινα αγάλματα στα σιντριβάνια των κήπων.

Ο διάδοχος του Λουδοβίκου XIV και εγγονός του, Λουδοβίκος XV, εγκαταλείπει το αυστηρό τελετουργικό στο ανάκτορο. Η απόφαση αυτή προκαλεί, όμως, την οργή των αυλικών, που παραπονούνται ότι δεν βλέπουν πια ποτέ τον βασιλιά τους.

Μια τυπική ημέρα του βασιλιά Ηλιου ξεκινούσε στις 07.30 με τον Πρώτο Υπηρέτη να εισέρχεται στο βασιλικό υπνοδωμάτιο και να ανακοινώνει με βροντερή φωνή: «Μεγαλειότατε, ήλθε η ώρα». Τη σκηνή αυτή είχαν δικαίωμα να παρακολουθήσουν μόνο ο ιατρός του μονάρχη, καθώς και λίγοι υψηλοί αυλικοί, κάτοχοι άδειας «Μεγάλης Εισόδου», που μπορούσαν να απολαύσουν την πρωινή τουαλέτα του Λουδοβίκου (χτένισμα και ξύρισμα).