ΚΟΣΜΟΣ

Οι Ταλιμπάν, οι φυλές και η βρετανική εμπειρία

Προκειμένου για το Αφγανιστάν, οι Βρετανοί πιστεύουν ακράδαντα ότι πριν από 150 χρόνια διέπραξαν τα ίδια ακριβώς σφάλματα που διέπραξαν πρόσφατα οι Αμερικανοί. Ως εκ τούτου αξίζει τον κόπο να ακούσει κανείς τι έχουν να πουν οι Βρετανοί εμπειρογνώμονες σχετικά με την ακολουθητέα στρατηγική.

Το Αφγανιστάν έκανε τους Βρετανούς να αλλοφρονήσουν καθόλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Δεν μπορούσαν να ελέγξουν τον τόπο, δεν μπορούσαν όμως και να τον εγκαταλείψουν. Διαπίστωσαν ότι στρατιωτική λύση δεν υπήρχε, αλλά ούτε και μη στρατιωτική. Επρόκειτο απλώς περί της διαχείρισης του χάους. Τι θυμίζει αυτό;

Η μόνη διέξοδος για τους Βρετανούς ήταν η συνεργασία με τους φυλάρχους. Τους δωροδοκούσαν και έτσι τους κρατούσαν μακριά από τους διάφορους κακούς, που απειλούσαν τα βρετανικά συμφέροντα. Τους άφηναν ωστόσο ελεύθερους να διοικούν τα του οίκου τους. Οποίος κυνισμός θα έλεγε κανείς, εφόσον η βρετανική τακτική κληροδότησε ένα Αφγανιστάν πάμπτωχο και οπισθοδρομικό. Ομως, το μη χείρον βέλτιστον, διότι πολύ χειρότερη ως εναλλακτική λύση, ήταν η ατέρμονη αιματοχυσία σε μια τόσο μακρινή χώρα, που αρνιόταν επίμονα να γίνει αποικία.

Και σήμερα η σύγχρονη εκδοχή της «συνεργασίας με τις φυλές» μοιάζει η καλύτερη δυνατή λύση. Οπως φαίνεται, η λύση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής του στρατηγού Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ, η οποία διέρρευσε την περασμένη εβδομάδα στη δημοσιότητα. Η στρατηγική έχει ως λεκτικό περιτύλιγμα τον όρο «καταστολή της εξέγερσης» – ο στρατηγός αναφέρεται σε «λαοκεντρικές επιχειρήσεις» και χρησιμοποιεί τη λέξη «κοινότητα» 44 φορές, αν μέτρησα σωστά. Επί της ουσίας, ο στρατηγός εκτιμά ότι είναι καλύτερα να συζητήσει κανείς πώς θα σταθεροποιηθεί η χώρα, αντί να πυροβολεί ανθρώπους.

Ειδικής βαρύτητας σημείο της θεώρησης Μακ Κρίσταλ είναι η «επανένταξη», δηλαδή η κοινωνική ενσωμάτωση των Ταλιμπάν. Προτείνει να τους δοθεί κάποια διέξοδος και συνάμα τα κίνητρα για να πάψουν τον πόλεμο και να επιστρέψουν στην ομαλότητα. Η πρόταση περιλαμβάνει έως και προσφορά εργασίας, μαζί με την εγγύηση της προστασίας. Κοντολογίς τους λένε ότι εάν συνεργαστούν με την αφγανική κυβέρνηση θα κερδίσουν χρήματα, δουλειά, ίσως και όπλα.

Ενας πρώην αξιωματικός της CIA, που συνεργάστηκε με φυλές του Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’80 ερμηνεύει την προσέγγιση Μακ Κρίσταλ ως εξής: «Μετακινηθείτε στην ενδοχώρα και ζήστε με τους ντόπιους. Βρείτε τους, οπλίστε τους και εκμεταλλευθείτε την ιδιότητα του πολέμαρχου. Εάν δεν θέλετε να πουλούν όπιο, πληρώστε τους με αντίτιμο υψηλότερο από τα κέρδη των ναρκωτικών. Στρέψτε τους Αφγανούς πολέμαρχους εναντίον των ξένων μαχητών και ταυτόχρονα διαχειριστείτε την μεταξύ τους διχόνοια».

Επιστρέφοντας στους Βρετανούς, το Λονδίνο δεν αντέδρασε αρνητικά στην ιδέα του στρατηγού Μακ Κρίσταλ. Σύμφωνα με αυτήν, εφόσον η συμμαχία με επικεφαλής τις ΗΠΑ δεν μπορεί να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν, και εφόσον έχει αποφασίσει να μείνει, τότε καλύτερα να συνεργαστεί με τον κόσμο παρά να τον αποξενώσει. Η εναλλακτική λύση, δηλαδή η στρατηγική των επικριτών του στρατηγού, που ισχυρίζονται ότι οι ΗΠΑ πρέπει να επικεντρώσουν την προσπάθεια στην εξόντωση των μαχητών της Αλ Κάιντα και άλλων κακών, θεωρείται ριψοκίνδυνη από τους Βρετανούς.

«Η καταστολή της εξέγερσης δεν επαρκεί. Μόλις αποχωρήσουν οι ξένες δυνάμεις, ο τόπος θα καταρρεύσει. Το Κανταχάρ θα πέσει στα χέρια των Ταλιμπάν ύστερα από μια εβδομάδα, το Λάσκαρ Γκαχ, η πρωτεύουσα της επαρχίας Χελμάντ, ύστερα από 15 μέρες», λέει ο κορυφαίος των Βρετανών εμπειρογνωμόνων σε θέματα Αφγανιστάν. Οι Βρετανοί, ακριβώς όπως ο Μακ Κρίσταλ, ρίχνουν το βάρος στην κοινωνική επανένταξη, τοπική ή φυλετική. Συμμερίζονται μάλιστα τον ενθουσιασμό του όταν λέει ότι πρέπει να ενισχυθούν οι κυβερνήτες των επαρχιών και των περιφερειών και να συγκροτηθούν τοπικές συνελεύσεις (οι γνωστές «σούρα» ή «ζίργκα»), ικανές να προσελκύσουν πρώην μαχητές και να αναλάβουν την ευθύνη της διακυβέρνησης. Ακουσα δύο μόνο Βρετανούς να επικρίνουν κατ’ ιδίαν τη στρατηγική Μακ Κρίσταλ. Η δική τους αξιολόγηση έχει να κάνει με τον πυρήνα του προβλήματος, δηλαδή το εφικτό ή ανέφικτο του σχεδίου.

Ο προβληματισμός τους εστιάζεται κατ’ αρχήν στην αναγκαία ή όχι αύξηση του στρατιωτικού δυναμικού, ώστε να ανακτηθεί η υπεροχή έναντι των Ταλιμπάν. «Η άποψη ότι θα πεισθούν να έλθουν σε διαπραγματεύσεις μέσω της στρατιωτικής βίας, είναι εσφαλμένη. Εκτός και εάν έχουμε σκοπό να εποικίσουμε τη χώρα. Ομως, χτίζοντας φρούρια και ντύνοντας τους ντόπιους με δικές μας στολές, εκνευρίζουμε αντί να καθησυχάζουμε τις φυλές», λέει κορυφαίος γνώστης των αφγανικών θεμάτων. Μάλλον έχει δίκιο. Μεγαλύτερος στρατός δεν σημαίνει και καλύτερη ασφάλεια. Η προστασία του πληθυσμού σε ολόκληρη την επικράτεια είναι αδύνατη. Αντ’ αυτής, ο Μακ Κρίσταλ καλά θα κάνει να εστιάσει την προσοχή του στις πόλεις. Οπως έγραψε την εβδομάδα που πέρασε ο Γκρεγκ Τζαφ της «Ουάσιγκτον Ποστ», ο Αμερικανός διοικητής προσανατολίζεται προς αυτή τη λύση, εγκαταλείποντας τα προκεχωρημένα φυλάκια στο μακρινό Νουρεστάν, στα βορειοδυτικά της χώρας.

Η δεύτερη ένσταση που προβάλλουν οι Βρετανοί εμπειρογνώμονες αφορά την κατάρρρευση της παραδοσιακής δομής των φυλών. Το κύρος των φυλάρχων και δημογερόντων έχει τρωθεί και κλονιστεί ύστερα από δεκαετίες πολέμου. Η ισχύς περιήλθε στους εμπόρους ναρκωτικών και όπλων και στους μαχητές των Ταλιμπάν. Για να μεταβάλει τις ισορροπίες, ο Μακ Κρίσταλ άλλη λύση δεν έχει εκτός από τα χρήματα. Κυνικό δίδαγμα, αλλά αυτό που οι Βρετανοί έμαθαν καλά στο συγκεκριμένο μέρος του κόσμου, είναι η απόλυτη χρησιμότητα του ρευστού.