ΚΟΣΜΟΣ

Οταν οι ακραίοι διεκδικούν το χρίσμα

Ο διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Μπεν Μπερνάνκι, δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του, την περασμένη Τρίτη: Και όμως, ήταν αλήθεια ότι ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης του Τέξας, Ρικ Πέρι, τον κατηγορούσε δημοσίως για «προδοσία» εναντίον του έθνους, επειδή «τυπώνει χρήμα» με στόχο να αναθερμάνει την αμερικανική οικονομία και να αποτρέψει μια δεύτερη, οδυνηρή ύφεση. Δεν δίστασε, μάλιστα, να τον απειλήσει, μιλώντας στην πολιτεία της Αϊόβα σε γλώσσα που θύμιζε περισσότερο πιστολέρο ταινίας γουέστερν: «Αν αυτός ο τύπος συνεχίσει να τυπώνει χρήμα μέχρι τις εκλογές, δεν ξέρω τι θα του κάνατε όλοι εσείς, στην Αϊόβα, αλλά εμείς, εκεί κάτω στο Τέξας, θα τον μεταχειριζόμασταν ασχημούτσικα»!

Το κακό θα ‘ταν μικρό αν επρόκειτο για ξέσπασμα λαϊκισμού ενός επαρχιώτη πολιτικού, στο περιθώριο της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Τα πράγματα, ωστόσο, αρχίζουν να σοβαρεύουν από τη στιγμή που συνειδητοποιεί κανείς ότι ο κύριος Πέρι, ο μακροβιότερος κυβερνήτης της δεύτερης σε πληθυσμό πολιτείας των ΗΠΑ, φιγουράρει αυτή τη στιγμή ως ένας από τους τέσσερις επικρατέστερους διεκδικητές του χρίσματος των Ρεπουμπλικανών, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2012. Ο ίδιος άνθρωπος τάσσεται υπέρ της ολοκληρωτικής κατάργησης της δημόσιας εκπαίδευσης και της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των φτωχών και των ηλικιωμένων. Επιπλέον, προτείνει αναθεώρηση του αμερικανικού Συντάγματος ώστε να καταργηθεί διά παντός η φορολογία εισοδήματος, κάνοντας και τους πατριάρχες του νεοφιλελευθερισμού, Ρόναλντ Ρέιγκαν και Μάργκαρετ Θάτσερ, να φαντάζουν ενώπιόν του σαν επικίνδυνοι σοσιαλιστές.

Ούτε και πρόκειται για μεμονωμένο κρούσμα. Από το περασμένο Σάββατο, φιγουράρει ως ανερχόμενο αστέρι στο ρεπουμπλικανικό στερέωμα η Μισέλ Μπάκμαν, νικήτρια στις άτυπες, εσωκομματικές εκλογές για το προεδρικό χρίσμα του κόμματος στην Αϊόβα. Η 53χρονη πολιτικός από τη Μινεσότα, επικεφαλής της ομάδας βουλευτών που πρόσκεινται στο διαβόητο «Κόμμα του Τσαγιού», χαρακτηρίστηκε «βασίλισσα της λύσσας» από το περιοδικό Newsweek εξ αιτίας των βιτριολικών επιθέσεών της εναντίον του Μπαράκ Ομπάμα. Στο ιδεολογικό της «πιστεύω» περιλαμβάνεται η θέση «η γυνή να φοβήται τον άνδρα» και στο κοινοβουλευτικό της έργο η πρωτοβουλία για συνταγματική μεταρρύθμιση, που θα υποχρεώνει εφεξής όλους τους προέδρους να διατηρούν μηδενικό το δημοσιονομικό έλλειμμα, δένοντας τα χέρια τους σε εποχές κρίσης. Δεν πάει πίσω και ο Τεξανός συνάδελφός της Ρον Πολ, επίσης διεκδικητής του χρίσματος, ο οποίος προτείνει την έξοδο της Αμερικής από τον ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ που… «περιορίζουν» την κυριαρχία της και την κατάργηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας – δηλαδή, την επιστροφή της υπερδύναμης στον χαοτικό, απολύτως ανεξέλεγκτο καπιταλισμό του 19ου αιώνα.

Ασφαλώς, θα ήταν επιπόλαιο να βγάλει κανείς οριστικά συμπεράσματα από μια άτυπη, εσωκομματική αναμέτρηση στη μικροσκοπική πολιτεία της Αϊόβα, όπου πήραν μέρος μόλις 16.892 άνθρωποι. Οι επίσημες προκριματικές εκλογές αρχίζουν τον Φεβρουάριο και μέχρι τότε μπορεί κάλλιστα να έχουν εμφανιστεί σοβαρότεροι και ισχυρότεροι υποψήφιοι. Παρ’ όλα αυτά, οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών δικαιώνουν την εκτίμηση του Στίβεν Ράτνερ στους New York Times, ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υιοθετεί τόσο εξτρεμιστικές θέσεις, στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, όσο δεν είχε επιλέξει ποτέ στην ιστορία του, τουλάχιστον μετά την κατάκτηση του προεδρικού χρίσματος από τον υπερσυντηρητικό Μπάρι Γκολντγουότερ, το 1964.

Η νέα, ριζοσπαστική Δεξιά (με το «Κόμμα του Τσαγιού» σε ρόλο «λαγού», που παρασύρει όλους τους δρομείς στον πυρετό του, χωρίς να έχει το ίδιο πιθανότητες νίκης) δεν αποτελεί, ωστόσο, απλή συνέχεια, είτε του ακραίου αντικομμουνισμού του ψυχροπολεμικού Γκολντγουότερ είτε των νεοσυντηρητικών οπαδών της αυτοκρατορίας επί προεδρίας Μπους Τζούνιορ. Δεν διαπνέεται τόσο από αισθήματα πλανητικού μεγαλείου, αντίθετα ρέπει προς τον εθνικό απομονωτισμό και την αποφυγή εξωτερικών περιπετειών, όταν δεν απειλούνται άμεσα αμερικανικά συμφέροντα. Ο δικός της πόλεμος είναι ο εσωτερικός: Εναντίον της κεντρικής κυβέρνησης, του «μεγάλου κράτους», των μαύρων, των μεταναστών και των φτωχών που απομυζούν φόρους από την αστική και μικροαστική τάξη.

Παρότι αυτή τη στιγμή η δημοτικότητα του Μπαράκ Ομπάμα βρίσκεται στο ναδίρ -για πρώτη φορά από την έναρξη της θητείας του, έπεσε κάτω από το 40%- τίποτα δεν υπόσχεται ότι η έξαλλη γραμμή των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων θα τους βγει σε καλό.

Αλλωστε και ο Μπάρι Γκολντγουότερ κατατροπώθηκε από τον Λίντον Τζόνσον, αποσπώντας το μικρότερο ποσοστό υποψηφίου προέδρου στον εικοστό αιώνα. Περισσότερο από τα «φρικιά» των Ρεπουμπλικανών, το επιτελείο Ομπάμα ανησυχεί για τον Μιτ Ρόμνι, ανθυποψήφιο του Μακέιν στις τελευταίες εκλογές, ο οποίος μπορεί να μην είναι εκλεκτός του «Κόμματος του Τσαγιού», έχει όμως πολύ περισσότερες πιθανότητες να προσελκύσει κεντρώους και ταλαντευόμενους ψηφοφόρους. Ισως, όμως, ο πιο δύσκολος αντίπαλος του Μπαράκ Ομπάμα να είναι ο ίδιος ο κακός εαυτός του – εκείνος που άφησε να σβήσει η ελπίδα της υποσχεθείσας «Αλλαγής» μέσα από αλλεπάλληλους συμβιβασμούς με τους καρχαρίες της Γουόλ Στριτ και την ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς Βουλή των Αντιπροσώπων.