ΑΝΑΛΥΣΗ

Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία 2.0

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Μπορεί να κατηγορήσει για πολλά πράγματα κανείς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έλλειψη φιλοδοξίας στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, της μεγαλύτερης πρόκλησης των καιρών μας – του «ελέφαντα στο δωμάτιο», όπως την αποκάλεσε προ ημερών στη Θεσσαλονίκη ο Κυριάκος Μητσοτάκης – δεν είναι ένα από αυτά.

Όταν έφτασε στην Ευρώπη ο κορωνοϊός στα τέλη Φεβρουαρίου είχαν περάσει μόνο δύο μήνες από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο οποίο υιοθετήθηκε σε πολιτικό επίπεδο ο στόχος για την επίτευξη «κλιματικής ουδετερότητας» (μηδενικές καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, με άλλα λόγια) ως το 2050. Ακόμα κι αυτή η απόφαση είχε έναν σημαντικό αστερίσκο: η Πολωνία, η πανευρωπαϊκή πρωτεύουσα του λιγνίτη και η πέμπτη πολυπληθέστερη χώρα της Ένωσης, «σε αυτό το στάδιο, δεν μπορεί να δεσμευθεί στην εφαρμογή αυτού του στόχου σε ό,τι το αφορά», σημείωναν τα συμπεράσματα.

Με την έλευση της πανδημίας, πολλοί φοβήθηκαν μία επανάληψη του 2008-9. Εκείνη την περίοδο, με τις Ηνωμένες Πολιτείες μάλιστα στο ίδιο μήκος κύματος (ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος για την προεδρία Τζον Μακέιν ήταν κι αυτός υπέρ ενός συστήματος εμπορίας ρύπων), η Ευρώπη έχει θέσει ως προτεραιότητα την πράσινη στροφή – αλλά τα σχέδια αυτά εκτροχιάστηκαν εξαιτίας της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Με τον κορωνοϊό να απειλεί όχι μόνο θέσεις εργασίας αλλά και τις ζωές των Ευρωπαίων, ήταν εύλογη η ανησυχία ότι η κλιματική πολιτική θα παραμεριζόταν και πάλι.

Τελικά, συνέβη το αντίθετο. Μέρος της ιστορικής συμφωνίας το καλοκαίρι για τον νέο επταετή προϋπολογισμό και το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν να δαπανηθεί τουλάχιστον το 30% των 1,82 τρισ. ευρώ σε πολιτικές που συνδέονται με την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, που θα χρηματοδοτήσει τη στροφή περιοχών ιδιαίτερα εξαρτημένων από τον άνθρακα σε νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας, έφτασε τα 17,5 δισ. ευρώ, έναντι της αρχικής πρότασης της Κομισιόν τον Ιανουάριο για 7,5 δισ. (βέβαια στην πρόταση της Επιτροπής για το Ταμείο Ανάκαμψης το Μάιο είχε εκτοξευθεί στα 40 δισ., αλλά και πάλι: υπερδιπλασιάστηκε σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις). Και χθες, η Επιτροπή παρουσίασε επισήμως τα σχέδιά της για την επίτευξη ενός νέου, σημαντικά πιο φιλόδοξου ενδιάμεσου στόχου μείωσης των συνολικών εκπομπών, κατά 55% ως το 2030 σε σχέση με το 1990 (ο υφιστάμενος στόχος είναι για μείωση 40%).

Στο σχετικό ανακοινωθέν της Επιτροπής αναφέρεται ότι η αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής έχει ήδη φτάσει τους 1,1 βαθμούς Κελσίου (το όριο στο οποίο συμφώνησαν οι χώρες που συμμετέχουν στη Συμφωνία του Παρισιού υπό την αιγίδα του ΟΗΕ  είναι 1,5 βαθμοί). Αναφέρεται επίσης ότι η Ε.Ε. έχει ήδη πετύχει μείωση εκπομπών κατά 25% κατά την περίοδο 1990-2019, με το ΑΕΠ της να διογκώνεται κατά 62%, και ότι με τις υφιστάμενες πολιτικές η μείωση των εκπομπών θα φτάσει το 60% ως το 2050 αντί να μηδενιστούν.

Με δεδομένο ότι, όπως ανέφερε η επίτροπος Ενέργειας Κάντρι Σίμσον, η ενέργεια ευθύνεται για το 75% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ε.Ε., ο νέος στόχος για τη συνολική μείωσή τους απαιτεί σημαντική αύξηση των επενδύσεων. Σύμφωνα με τις υπηρεσίες της Κομισιόν, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να δαπανήσουν 350 δισ. ευρώ περισσότερα ετησίως κατά την περίοδο 2021-30 σε σύγκριση με την περίοδο 2011-20.

Μεταξύ άλλων, η επίτευξη του νέου στόχου προϋποθέτει ότι οι ΑΠΕ θα φτάσουν το 38-40% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας το 2030 και ότι η ενεργειακή αποδοτικότητα θα βελτιωθεί κατά 36-37%. Οι εκπομπές των κτιρίων, αλλά και η ατμοσφαιρική ρύπανση συνολικά, προβλέπεται να μειωθούν κατά 60% σε σύγκριση με το 2015. Η ανάλυση της Κομισιόν λαμβάνει ως υπόθεση εργασίας επίσης ότι οι εκπομπές από τα αυτοκίνητα θα μειωθούν κατά 50% (αντί για 37,5% που είναι ο υφιστάμενος στόχος). Μεγάλο μέρος του συνολικού εγχειρήματος είναι η επέκταση του Συστήματος Εμπορίας Ρύπων (ETS) στη ναυτιλία και τις αερομεταφορές, ενώ ενδέχεται να επεκταθεί και σε άλλους τομείς (π.χ. τις οδικές μεταφορές). Ο στόχος του 55% για τη μείωση των εκπομπών αφορά την Ε.Ε. – δεν τέθηκαν συγκεκριμένοι στόχοι για το κάθε κράτος-μέλος.

Όλα αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο σφοδρών διαπραγματεύσεων έως το επόμενο καλοκαίρι και πέραν αυτού. Ήδη η πολωνική κυβέρνηση χαρακτήρισε το νέο στόχο «πολύ ανησυχητικό», ενώ επικριτική ήταν και η πρώτη αντίδραση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Δεν υπάρχουν όμως πλέον αμφιβολίες για την πορεία των πραγμάτων. Το γεγονός, σε συνδυασμό με τους διαθέσιμους πόρους, θα επιτρέψει στον ιδιωτικό τομέα να στραφεί αποφασιστικά στη βαθιά αναδιάρθρωση που προϋποθέτει η πράσινη μετάβαση. Χθες άλλωστε παρουσιάστηκαν και οι κατευθυντήριες γραμμές για το Recovery and Resilience Facility των 672,5 δισ. ευρώ, το βασικό εργαλείο του Ταμείου Ανάκαμψης, στις οποίες αναδεικνύονται οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, οι βιώσιμες μεταφορές και τα έργα ενεργειακής αναβάθμισης ως «εμβληματικές» επενδύσεις – που είναι πολύ πιθανό να λάβουν χρηματοδότηση.   

Μιλώντας στην «Κ», ο Φρανς Τίμερμανς, εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Επιτροπής αρμόδιος για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, χαιρέτισε την «τόλμη» των ελληνικών σχεδίων απολιγνιτοποίησης και τόνισε ότι όσοι κινούνται πρώτοι στο μέτωπο αυτό θα ωφεληθούν πιο γρήγορα. Ο φόβος του πισωγυρίσματος έχει πλέον περιοριστεί σημαντικά. Η Κίνα, εν τω μεταξύ, ετοιμάζεται να εφαρμόσει το δικό της σύστημα εμπορίας ρύπων και στις ΗΠΑ, η πιθανή επικράτηση του Τζο Μπάιντεν θα ευθυγραμμίσει την ομοσπονδιακή πολιτική με την τάση προς τη νέα, καθαρή οικονομία που υφίσταται ήδη στην πραγματική οικονομία. Η Ευρώπη ηγείται διεθνώς στο κεφαλαιώδες αυτό ζήτημα, αλλά υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες ότι τα άλλα μεγάλα μπλοκ ετοιμάζονται να την ακολουθήσουν. Είναι πλέον σαφές, άλλωστε, ότι τα περιθώρια αναβολών έχουν στενέψει επικίνδυνα.