ΗΠΑ

Ο δεύτερος θάνατος της Μπριόνα Τέιλορ άναψε φωτιές

o-deyteros-thanatos-tis-mpriona-teilor-anapse-foties-561094255

Η Μπριόνα Τέιλορ έζησε μια σύντομη και δύσκολη ζωή. Είχε την ατυχία να γεννηθεί μη προνομιούχα Αφροαμερικανή σε μια χώρα που δεν έχει ξεπεράσει ακόμη το προπατορικό αμάρτημα του ρατσισμού. Η μητέρα της ήταν στην εφηβεία όταν τη γέννησε και ο πατέρας της βρέθηκε στη φυλακή όταν η Μπριόνα ήταν ακόμη παιδί. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να βγάλει το λύκειο, εκπαιδεύτηκε ως τεχνικός ιατρικών επαγγελμάτων και εργαζόταν σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Κάποια στιγμή, είχε δεσμό με έναν άνδρα που καταδικάστηκε για διακίνηση ναρκωτικών, αλλά αυτό αποτελούσε μακρινό παρελθόν στις 13 Μαρτίου του 2020.

Εκείνο το απόγευμα, η Μπριόνα είχε τελειώσει ένα εξοντωτικό τετραήμερο, με αλλεπάλληλες νυχτερινές βάρδιες. Για να διώξει την ένταση, βγήκε με τον νέο σύντροφό της, τον Κένεθ Γουόκερ για φαγητό σε εστιατόριο, στο Λούισβιλ του Κεντάκι όπου ζούσαν κι οι δύο. Η τελευταία χρονιά της είχε πάει καλά: αγόρασε αυτοκίνητο, σκόπευε να γίνει νοσοκόμα, να παντρευτεί τον Κένεθ, να κάνουν παιδιά, ίσως και να αποκτήσουν δικό τους σπίτι. Το ζευγάρι γύρισε στο διαμέρισμα της Μπριόνα, είδε λίγο τηλεόραση και έπεσε να κοιμηθεί. 

Για κακή τους τύχη, εκείνη ακριβώς τη νύχτα η αστυνομία του Λούισβιλ έψαχνε τον πρώην σύντροφο της Μπριόνα για υπόθεση ναρκωτικών. Ακολουθώντας εσφαλμένες πληροφορίες, χωρίς να ελέγξουν ποιοι βρίσκονταν μέσα στο διαμέρισμα, χωρίς να προειδοποιήσουν, τρεις λευκοί αστυνομικοί γκρέμισαν την πόρτα και όρμησαν μέσα με προτεταμένα όπλα. Νομίζοντας ότι πρόκειται για κακοποιούς, ο Κένεθ έβγαλε το όπλο που κατείχε νόμιμα και πυροβόλησε, τραυματίζοντας έναν εκ των αστυνομικών. Οι συνάδελφοί του ανταπέδωσαν τα πυρά. Εξι σφαίρες τραυμάτισαν θανάσιμα την Μπριόνα, ενώ άλλες έπληξαν γειτονικά διαμερίσματα. Η άτυχη Αφροαμερικανή έγινε σύμβολο στο πανεθνικό κίνημα κατά του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας που πυροδότησε η δολοφονία ενός άλλου μαύρου, του Τζορτζ Φλόιντ, από λευκούς αστυνομικούς, στη Μινεάπολη, στις 15 Μαΐου του 2020. Μουσικοί της ραπ έγραψαν τραγούδια γι’ αυτήν. Το πρόσωπό της κάλυπτε το εξώφυλλο περιοδικού της Οπρα Γουίνφρεϊ, τις μπλούζες άσων του NBA και τη φόρμα του πρωταθλητή της Formula 1 Λιούις Χάμιλτον, πάνω από την επιγραφή: «Συλλάβετε τους μπάτσους που σκότωσαν την Μπριόνα Τέιλορ». Αλλά η Δικαιοσύνη στις ΗΠΑ είναι τυφλή, όχι πάντα με την καλή έννοια του αφορισμού.

Την περασμένη Τετάρτη, το συμβούλιο ενόρκων του Λούισβιλ ανακοίνωσε το πολυαναμενόμενο πόρισμα των ανακρίσεων. Ουδείς εκ των τριών εμπλεκόμενων προσώπων θα διωχθεί για ανθρωποκτονία, καθώς κρίθηκε ότι η απόφασή τους να καταφύγουν σε φονική βία ήταν δικαιολογημένη. Μόνο ένας εκ των τριών, εκείνος που πυροβολούσε τυφλά σε γειτονικά διαμερίσματα (και είχε ήδη αποταχθεί από το αστυνομικό σώμα) θα διωχθεί όχι για ανθρωποκτονία της Τέιλορ αλλά για το πολύ ελαφρύτερο αδίκημα της αδικαιολόγητης έκθεσης ανθρώπων σε κίνδυνο. 

Οπως ήταν επόμενο, η αναγγελία της απόφασης προκάλεσε θύελλα οργής στη μαύρη κοινότητα του Λούισβιλ και σε ευρύτερα στρώματα προοδευτικών πολιτών, που κατέβηκαν στους δρόμους. Το δύσκολο έργο να καταπραΰνει τα πνεύματα ανέλαβε ο γενικός εισαγγελέας της πολιτείας, Ντάνιελ Κάμερον. Το ότι είναι μαύρος, οπωσδήποτε βοηθούσε. Τα μόλις 34 χρόνια του επίσης. «Αν λειτουργούμε μόνο με βάση τα συναισθήματα και την αγανάκτηση, δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη του όχλου δεν είναι δικαιοσύνη», δήλωσε μπροστά στις κάμερες ο Κάμερον, για να εισπράξει τα εγκώμια του Ντόναλντ Τραμπ λίγες ώρες αργότερα. Λεπτομέρεια: ο νεαρός εισαγγελέας μίλησε στο πρόσφατο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών που επικύρωσε το προεδρικό χρίσμα του Τραμπ και περιλαμβάνεται στην 20μελή λίστα του προέδρου με τους μελλοντικούς υποψηφίους του για το Ανώτατο Δικαστήριο. 

Ο Τραμπ ικανοποιήθηκε, άλλοι όμως όχι. Η παλαιάς κοπής, συντηρητική ορολογία περί «νόμου του όχλου» ηχεί πολύ άσχημα στα αυτιά των μαύρων, ιδίως του αμερικανικού Νότου που ένιωσαν κυριολεκτικά στο πετσί τους τον «όχλο» της Κου Κλουξ Κλαν. Μόνο στο Κεντάκι, τουλάχιστον 186 μαύροι λιντσαρίστηκαν μεταξύ 1877 και 1934, όπως έγραψαν οι New York Times. 

Το τι ακολούθησε ήταν αναμενόμενο. Λίγες ώρες ύστερα από την ανακοίνωση της απαλλακτικής για τους αστυνομικούς απόφασης, χιλιάδες άνθρωποι είχαν κατέβει στους δρόμους του Λούισβιλ, αλλά και της Ουάσιγκτον, της Νέας Υόρκης, του Σικάγο, του Πόρτλαντ, του Μιλγουόκι, της Ατλάντα και της Φιλαδέλφειας. Υστερα από μια περίοδο σχετικής κάμψης, το φυλετικό ζήτημα επανέρχεται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας, δύο ημέρες πριν από το πρώτο ντιμπέιτ Τραμπ -Μπάιντεν και έξι εβδομάδες πριν από τις εκλογές. 

Οι φόβοι

Τη νύχτα της Τετάρτης προς Πέμπτη, δύο αστυνομικοί τραυματίστηκαν από πυροβολισμούς πολιτών στη διάρκεια ταραχών, στο Λούισβιλ, ύστερα από διαδήλωση χιλιάδων ανθρώπων για την υπόθεση της Τέιλορ. Το περιστατικό ενίσχυσε τους φόβους για πιθανή κλιμάκωση των ταραχών και τους προβληματισμούς για τις πιθανές επιπτώσεις στην κούρσα προς τις προεδρικές εκλογές. Το προηγούμενο διάστημα, ο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε να αντλήσει πολιτικά οφέλη εις βάρος του Τζο Μπάιντεν πλειοδοτώντας σε διακηρύξεις περί «νόμου και τάξης» και κατηγορώντας Δημοκρατικούς κυβερνήτες και δημάρχους για ελαστική στάση απέναντι στη βία και στις λεηλασίες. Αν και τα αποτελέσματα δεν ήταν εκείνα που προσδοκούσε, ασφαλώς δεν θα σπαταλήσει την ευκαιρία να επανέλθει δριμύτερος. Οι Δημοκρατικοί εμφανίστηκαν άκρως προσεκτικοί. Τόσο ο δήμαρχος Λούισβιλ όσο και ο κυβερνήτης Κεντάκι (Δημοκρατικοί και οι δύο) κήρυξαν κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και επέβαλαν προληπτικά περιοριστικά μέτρα. Ο ίδιος ο Μπάιντεν απέφυγε σε πρώτο χρόνο να πάρει καθαρή θέση για την υπόθεση Τέιλορ, επιφυλασσόμενος να διαβάσει το πόρισμα του συμβουλίου ενόρκων, ενώ κάλεσε τους διαδηλωτές να αποφύγουν τη βία.