ΚΟΣΜΟΣ

Τα κρίσιμα και αναπάντητα ερωτήματα για τον νέο κορωνοϊό

Aσθενείς στη ΜΕΘ του νοσοκομείου της Γουχάν, τον περασμένο Ιανουάριο. Ο «ασθενής μηδέν» δεν είχε τελικά καμία σχέση με την αγορά της κινεζικής πόλης. Το πού και πώς πέρασε ο ιός στον άνθρωπο παραμένει μυστήριο. Φωτ. Xiong Qi / Xinhua / A.P.

Δέκα μήνες μετά την πρώτη του εμφάνιση, o κορωνοϊός έχει ήδη οδηγήσει στον θάνατο ένα εκατομμύριο ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Πολλά από τα ερωτήματα των ειδικών σχετικά με τον νέο παθογόνο παράγοντα παραμένουν αναπάντητα. Πέντε ειδικοί αναφέρουν ποια είναι για τους ίδιους τα πιο «καυτά» αναπάντητα ερωτήματα για την COVID-19. 

Ο Κόνορ Μπάμφορντ, ερευνητής ιολόγος του πανεπιστημίου Κουίνς του Μπέλφαστ, πιστεύει ότι το σημαντικό ερώτημα που δεν έλαβε ακόμα απάντηση είναι το πώς εισέβαλε ο νέος κορωνοϊός στους ανθρώπινους πληθυσμούς. Οπως τονίζει, προκειμένου να αποτρέψουμε την εμφάνιση της επόμενης πανδημίας, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε με ποιο τρόπο παθογόνοι παράγοντες, όπως ο νέος κορωνοϊός, μεταπηδούν στον άνθρωπο. Παρότι αρχικά όλοι πίστευαν ότι ο κορωνοϊός εμφανίστηκε τον Δεκέμβριο του 2019 στην υπαίθρια αγορά θαλασσινών Χουανάν, στη Γουχάν της Κίνας, η πραγματικότητα είναι ότι ο πρώτος ασθενής που νόσησε από τη «μυστηριώδη», τότε, ιογενή πνευμονία, δεν είχε καμία σχέση με την αγορά. Συνεπώς, ο νέος κορωνοϊός πρωτοεμφανίστηκε αλλού. Οι ειδικοί εντόπισαν έναν άλλο ιό (RmYN02), με εντυπωσιακές ομοιότητες με αυτόν που προκαλεί COVID-19 σε νυχτερίδες. Παρόμοιοι ιοί ανιχνεύθηκαν και σε παγκολίνους, ενώ το πανδημικό στέλεχος του κορωνοϊού αποδεδειγμένα μεταδίδεται σε γάτες, σκύλους, τίγρεις και μινκ. Είναι, λοιπόν, επιτακτικό να μάθουμε πώς μεταδόθηκε ο νέος κορωνοϊός στον άνθρωπο.

Η ανοσία είναι ένα άλλο αίνιγμα, που σύμφωνα με τη Σάρα Κάντι, ερευνήτρια ιικής ανοσολογίας στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, έχει εξέχουσα σημασία. Αραγε μπορούμε να ανακαλύψουμε αν κάποιος είναι θωρακισμένος; Ακόμα και σήμερα, παρότι έχουν εκπονηθεί πολλές μελέτες, δεν γνωρίζουμε ποια σκέλη της ανοσοποιητικής αντίδρασης στον νέο κορωνοϊό είναι αναγκαία για την αποτροπή μιας πιθανής επαναλοίμωξης. Η αναγνώριση των στοιχείων που «μαρτυρούν» ανοσία είναι σημαντική για δύο λόγους: Αφενός θα μας αποκαλύψει αν κάποιος κινδυνεύει να προσβληθεί ξανά και αφετέρου θα επιταχύνει τη διαδικασία αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των υποψήφιων εμβολίων. Ωστόσο, κάτι τέτοιο, όπως φάνηκε από παλαιότερους κορωνοϊούς, είναι πολύ δύσκολο. 

Ολοι ελπίζουν στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εμβολίου. Τι σημαίνει η επίτευξη αυτού του στόχου, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, εξηγεί η Αν Μουρ, βιοχημικός και μοριακή βιολόγος του University College του Κορκ, στην Ιρλανδία. Βραχυπρόθεσμα, τονίζει η δρ Μουρ, ένα αποτελεσματικό εμβόλιο θα πρέπει να προσφέρει προστασία έναντι του κορωνοϊού κατά 50%, χωρίς να προκαλεί σοβαρές παρενέργειες. Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι η χρονική διάρκεια της προστασίας που θα παρέχει. Αν είναι βραχυπρόθεσμη, τότε πώς μπορούμε να ενισχύσουμε την ανοσία στα επιθυμητά επίπεδα; Αν δεν υπάρξει βραχυπρόθεσμη επιτυχία, τότε δημιουργούνται άλλα προβλήματα. Πώς, π.χ., θα εξασφαλίσουμε παγκόσμια συνεργασία και δέσμευση ώστε τα υποψήφια εμβόλια που σήμερα αναπτύσσονται να μην έχουν τη μοίρα των εμβολίων κατά του SARS, η έρευνα για τα οποία διακόπηκε αιφνίδια και οριστικά; Είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα αντιμετωπίσουμε και άλλες πανδημίες. 

Αραγε οι συμπεριφορές που μας προστατεύουν από την COVID-19 μπορούν να ενσωματωθούν μόνιμα στη ζωή μας; Oι καθηγητές Ψυχολογίας της Υγείας στο University College του Λονδίνου Σούζαν Μίτσι και Ρόμπερτ Ουέλς εκτιμούν ότι καθώς ο κορωνοϊός ήρθε για να μείνει, όλοι οφείλουμε να υιοθετήσουμε ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών ώστε να προστατευτούμε και να προστατεύσουμε τους γύρω μας. Η κοινωνική αποστασιοποίηση, η μάσκα και τα αντισηπτικά, το τέλος του αγγίγματος του προσώπου με βρώμικα χέρια, η αποφυγή κάθε συνωστισμού, ο αυτοπεριορισμός στο σπίτι και πραγματοποίηση τεστ αν έχουμε συμπτώματα, είναι κάποιες από τις συμπεριφορές που ακολουθούμε τους τελευταίους μήνες. Η μεγάλη πρόκληση είναι αυτές οι συμπεριφορές να υιοθετηθούν από όλους και να διατηρηθούν στον χρόνο. Κάτι τέτοιο απαιτεί κατανόηση των μηχανισμών που μεταβάλλουν και συντηρούν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Είναι αναγκαίο να εξοπλίσουμε τον κόσμο με τις δεξιότητες που απαιτούνται για την ανάπτυξη κάποιας «ρουτίνας» που τελικά θα εξελιχθεί σε συνήθεια και να του δώσουμε τον χρόνο και την κοινωνική υποστήριξη που απαιτείται για να το πετύχει αυτό.
 
Πηγή: REUTERS, A.P.