ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Η προεδρία Μπάιντεν και η στρατηγική της Αθήνας

Η βάση της Σούδας. Είναι πια καιρός η Συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) με τις ΗΠΑ να γίνει πολυετής, γεγονός που θα συμβολίζει τη μακροχρόνια δέσμευση συνεργασίας των δύο πλευρών. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η σχέση της Ελλάδας με την Αμερική ήταν η πιο σημαντική για τη σταθερότητα και την ασφάλεια της χώρας μας. Ομως, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων και της αδυναμίας της Ε.Ε. να προστατεύσει τα κυριαρχικά δικαιώματα των μελών της, η σχέση μας με την επόμενη αμερικανική διοίκηση είναι σημαντική όσο ποτέ. Είναι λοιπόν φυσικό το ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα των εκλογών και η αίσθηση προσμονής για περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων με τη νέα αμερικανική διοίκηση.
 
Για να έχουμε μια ρεαλιστική και αντικειμενική αντίληψη των δυνατοτήτων και των προσδοκιών, πάντως, θα πρέπει να δούμε τις εξελίξεις στην περιοχή μας από την αμερικανική σκοπιά, να κατανοήσουμε τι είναι σταθερό και μόνιμο και τι μεταβλητό στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, προκειμένου να διαμορφώσουμε σαφή αντίληψη των ορίων και των δυνατοτήτων των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.
 
Οι ΗΠΑ, ήδη από την εποχή του Ομπάμα, είχαν δείξει μια διάθεση απομόνωσης απεκδυόμενες τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα. Αυτή η τάση ενισχύθηκε επί προεδρίας Τραμπ και ακόμη και αν επιβραδυνθεί με την προεδρία Μπάιντεν, δεν πρόκειται να αναστραφεί, δεδομένου πως έχει μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό βάθος. Επειτα, ο αμερικανικός μηχανισμός ασφαλείας έχει ήδη από εποχής Ομπάμα εστιαστεί στον Ειρηνικό και στην Κίνα, με συνέπεια να ατονήσει σε ένα βαθμό το ενδιαφέρον για την Ευρώπη και τις ατλαντικές σχέσεις. Τα τελευταία χρόνια, φαινόταν μόνο η «ρωσική απειλή» να προσελκύει το ενδιαφέρον των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η σχέση με την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ αναμένεται να βελτιωθεί, όμως δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψει σε αυτή που υπήρχε επί Κλίντον ή και παλαιότερα. Συνακολούθως έχει μειωθεί το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή. Το σχιστολιθικό αέριο, η προϊούσα μείωση της σημασίας του πετρελαίου, η ενίσχυση του Ισραήλ και η σχετική άρση της απομόνωσής του από τις χώρες του Κόλπου (που αποτελεί μια επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ) έχουν ως αποτέλεσμα να περιοριστεί το ενδιαφέρον των ΗΠΑ μόνο στο πρόβλημα ασφάλειας που δημιουργεί η δράση του Ιράν (και σε ένα βαθμό το ISIS).
 
Ολες όμως οι προαναφερθείσες τάσεις έχουν τα όριά τους, που τα θέτει η ίδια η πραγματικότητα. Οσο και να θέλουν οι ΗΠΑ να απομονωθούν, λειτουργώντας ως μια μεσαία δύναμη εστιασμένη στα στενά εννοούμενα συμφέροντά της, παραμένουν η πιο ισχυρή χώρα με παγκόσμια συμφέροντα. Ο κόσμος έχει μικρύνει πολύ και η εκτεταμένη αστάθεια σε γεωπολιτικά ευαίσθητες περιοχές, όπως τα σημεία σύγκλισης της διεθνούς ναυσιπλοΐας (π.χ. Σουέζ), καθώς και η διάβρωση των κανόνων που διέπουν το διεθνές σύστημα, τελικά επηρεάζουν και τα στενώς εννοούμενα αμερικανικά συμφέροντα.
 
Η Ελλάδα, ως ναυτική χώρα με τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο, δεν μπορεί παρά να έχει στρατηγική σχέση με τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη, που διατηρεί τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας ανοιχτές και θέτει τους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου. Γι’ αυτό και αποτελεί στρατηγικό και αξιόπιστο σύμμαχο και εταίρο, εν αντιθέσει με την Τουρκία, που πάντοτε λειτουργούσε καιροσκοπικά και συναλλακτικά στις διεθνείς σχέσεις της. Η τουρκική συμμετοχή στο ΝΑΤΟ δεν είναι αποτέλεσμα ιδεολογικοπολιτικού συνδέσμου με τη Δύση αλλά κυνικής εργαλειοποίησης και ψυχρού υπολογισμού. Η σχέση της με τη Συμμαχία δεν έχει πραγματικό βάθος ούτε ενότητα σκοπών και διατηρείται μόνον όσο αυτή λειτουργεί ενισχυτικά για τα τουρκικά συμφέροντα, που όλο και συχνότερα αποκλίνουν από αυτά της Δύσης. Παρότι αυτό έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό αντιληπτό στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα, οι ΗΠΑ δεν είναι έτοιμες (ακόμη) να διαρρήξουν πλήρως τις σχέσεις, ελλείψει κάποιας εναλλακτικής. 

Η Τουρκία, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη, σε μια κρίσιμη και στρατηγικά ευαίσθητη περιοχή. Μια γεωπολιτική έκλειψη της Τουρκίας θα δημιουργήσει κενό ισχύος, το οποίο δεν πρόκειται να καλυφθεί από κάποιον σύμμαχο των ΗΠΑ, αλλά από τη Ρωσία και το Ιράν. Επιπλέον, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η διοίκηση Ομπάμα (και η διοίκηση Μπάιντεν ενδέχεται να αποτελεί σε ένα βαθμό τη συνέχειά της) έβλεπε την Τουρκία ως το πρότυπο ενός φιλικού προς τη Δύση πολιτικού Ισλάμ. Υπό αυτό το πρίσμα, η προσπάθεια της Τουρκίας να αναδειχθεί ηγέτις του μουσουλμανικού κόσμου, όσο και αν ενοχλεί, μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή (αν όχι και επιθυμητή). Ετσι, το πιο πιθανό είναι ότι θα προσπαθήσουν και οι δύο χώρες για μια επανεκκίνηση των σχέσεων.
 
Η Τουρκία που γνώρισε ο Μπάιντεν ως αντιπρόεδρος βέβαια είναι πολύ διαφορετική από τη σημερινή. O αντιαμερικανικός και ευρύτερα αντιδυτικός δημόσιος λόγος έχει μεγάλη απήχηση και εκφράζει τον μέσο Τούρκο. Ο ολοένα αυξανόμενος επιθετικός και αταβιστικός εθνικισμός διαπερνά την κοινωνία και όλο το πολιτικό σύστημα (πλην HDP). Αν στο παρελθόν διατηρούσε τα προσχήματα μιας δυτικού τύπου Δημοκρατίας, τώρα είναι ένα απροκάλυπτα αυταρχικό κράτος, με περισσότερα κοινά με τη Ρωσία του Πούτιν ή τη Λευκορωσία του Λουκασένκο παρά με οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ. Στις διεθνείς σχέσεις της δεν ενδιαφέρεται να είναι ένας στρατηγικός εταίρος της Δύσης, αλλά μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη που συναλλάσσεται ισότιμα και κατά περίπτωση με τις ΗΠΑ, την Ε.Ε., τη Ρωσία ή και την Κίνα. Οσο πιο ισχυρή γίνεται η Τουρκία, τόσο πιο ανεξέλεγκτη και η ισχυροποίησή της απειλεί άμεσα Ελλάδα και Κύπρο, αλλά μεσοπρόθεσμα δημιουργεί απειλή σε Αίγυπτο και Ισραήλ. Η Τουρκία εμπλέκεται σε κάθε εστία αστάθειας στην περιοχή και οι ενέργειές της υποσκάπτουν τη συνοχή του ΝΑΤΟ και διαβρώνουν την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Δύσης και τους κανόνες του διεθνούς συστήματος.
 
Υπό το πρίσμα των παραπάνω, η νέα αμερικανική διοίκηση μάλλον θα επιδιώξει την ανάσχεση της Τουρκίας, προσπαθώντας όμως να μην τραυματίσει θανάσιμα τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική της διοίκησης Μπάιντεν θα αποτελεί μάλλον τη συνέχεια της πολιτικής της διοίκησης Τραμπ. Η διαφορά όμως έγκειται στις προσωπικές σχέσεις των δύο ηγετών. Παρ’ όλα τα εκατομμύρια που δαπανά για lobbying η Τουρκία, είναι βέβαιο πως ο Ερντογάν δεν θα απολαμβάνει πλέον τις ίδιες σχέσεις με τον νέο πρόεδρο. Οι ΗΠΑ σε κάθε περίπτωση έχουν στη διάθεσή τους πολλαπλούς μοχλούς πιέσεως, όπως οι κυρώσεις που έχουν ήδη ψηφιστεί από τη Γερουσία και η δικαστική διερεύνηση του σκανδάλου της HalkBank και όλα αυτά ενόσω η τουρκική οικονομία παραπαίει. Η επιλογή της ανάσχεσης χωρίς ρήξη, εφόσον υποθέσουμε πως είναι εφικτή –κάτι που μοιάζει, όσο περνάει ο καιρός, όλο και πιο δύσκολο– εξυπηρετεί και τα δικά μας συμφέροντα.
 
Σε αυτό το κοινό συμφέρον (όχι μόνο με τις ΗΠΑ αλλά και με το Ισραήλ και την Αίγυπτο) της ανάσχεσης των ακραίων και επιθετικών τουρκικών επιδιώξεων, θα πρέπει να επενδύσουμε. Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» συνιστά ένα δόγμα κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο και η προσπάθεια υλοποίησής του έναν γεωπολιτικό κίνδυνο για τις χώρες της περιοχής. Εφόσον δεν ανασχεθεί η Τουρκία, θα επιδιώξει να κυριαρχήσει σε όλη τη θαλάσσια περιοχή ανατολικά της Λιβύης, ελέγχοντας έτσι και τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας από το Σουέζ, αλλά και από τον Εύξεινο Πόντο προς τη Μεσόγειο. Για την Ελλάδα, ο κίνδυνος είναι σχεδόν υπαρξιακός και απειλεί τα ζωτικά της συμφέροντα. Εχοντας τα παραπάνω υπόψη, η χώρα μας πρέπει αμέσως να κινηθεί τόσο για τη δραστηριοποίηση των διαύλων και επαφών με τον νέο πρόεδρο και το επιτελείο του, όσο και με τη δημιουργία νέων διαύλων με όλους τους παράγοντες που συναρτούν το σύστημα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Θα πρέπει να δρομολογήσουμε μια σειρά στοχευμένων δράσεων και εκστρατεία ενημέρωσης στο Κογκρέσο, στις δεξαμενές σκέψης, αλλά και στην κοινή γνώμη, που αποτελεί τον ισχυρότερο μοχλό πίεσης. 

Για όλα αυτά θα χρειαστεί η συνεργασία της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, αλλά και των εβραϊκών και αρμενικών οργανώσεων. Η μέχρι τώρα συνεργασία μας με την αμερικανική εβραϊκή επιτροπή (AJC) είναι εξαιρετική και έχει παραγάγει αποτελέσματα, αλλά πρέπει να εμβαθύνουμε τη σχέση με την Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων (AIPAC) που έχει τεράστια επιρροή σε όλο το φάσμα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Στο πλαίσιο των παραπάνω θα μπορούσαμε ακόμη να σκεφθούμε καινοτόμους δράσεις, όπως η δημιουργία μιας ομογενειακής Επιτροπής Πολιτικής Δράσης (PAC), η οποία θα αναλάμβανε και διαφημιστικές καμπάνιες ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης (για την Αγία Σοφία π.χ.) ή ακόμη και την οργάνωση μιας κοινής αποστολής, αποτελούμενης από Ελληνες, Ισραηλινούς και Αιγυπτίους (τρεις σύμμαχες χώρες, τρεις διαφορετικές θρησκείες, τρεις ήπειροι) που θα αναλάμβανε την ενημέρωση όλων των φορέων. Ο πολιτικός συμβολισμός θα ήταν τεράστιος.
 
Στο καθαρά διμερές επίπεδο, είναι πια καιρός η Συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) να γίνει πολυετής (και όχι να ανανεώνεται κάθε χρόνο), γεγονός που θα συμβολίζει τη μακροχρόνια δέσμευση συνεργασίας των δύο πλευρών. Τέλος, σε επιχειρησιακό επίπεδο, θα πρέπει να απαλλαγούμε από ταμπού του παρελθόντος. Θέλουμε την παρουσία του 6ου Στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο και σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαμε να συμβάλουμε διαθέτοντας μονάδες μας οργανικά, ως συνοδεία της αμερικανικής ναυτικής δύναμης.
 
Για όλα τα παραπάνω, θα απαιτηθεί να επενδύσουμε χρήμα και χρόνο, αλλά η αντιμετώπιση της πίεσης μιας ανεξέλεγκτης Τουρκίας επιτάσσει να χρησιμοποιήσουμε κάθε μέσο που έχουμε στη διάθεσή μας. Ο στρατηγικός στόχος είναι να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο της «Γαλάζιας Πατρίδας». Είναι σημαντικό να κινηθούμε γρήγορα, γιατί όπως ξέρουμε ήδη από την εποχή του Περικλή, «οι καιροί ου μενετοί» (οι καιροί δεν περιμένουν).
 
* Ο κ. Αλέξανδρος Διακόπουλος είναι αντιναύαρχος ε.α., τέως σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.