ΑΠΟΨΗ

«Τραμπ, Ευρώπη, Απολυταρχία»

Φωτ. AP Photo/David Goldman

Το ρεύμα αμφισβήτησης των εκλογικών αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ, τόσο από την πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και των υποστηρικτών του, έχει αντιμετωπιστεί ως αυτονόητη εξέλιξη της επιθετικής ρητορικής που υιοθέτησε ο Αμερικάνος πρόεδρος κατά την περασμένη τετραετία. Δεν είναι όμως λίγοι εκείνοι που αντιλαμβάνονται την ήττα του ως κάτι το αφετηριακό, ριζοσπαστικό – και σίγουρα όχι ως τίτλους τέλους.

Η σταδιακή μετάβαση από τον λαϊκισμό του 2015 στο εμφυλιοπολεμικό κλίμα που καλλιεργήθηκε κατά τη διάρκεια των εκλογών, έλαβε χώρα μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων ψηφοφόρων σαν ριάλιτι β’ διαλογής. Ο Τραμπ επιχείρησε ανεπιτυχώς να ισοπεδώσει όλες εκείνες τις παραδοσιακές αξίες, που σε άλλες εποχές χαρακτήριζαν την πολιτική πρακτική, με στόχο μία δεύτερη θητεία στον Λευκό Οίκο. Τελικώς, το δομικό ερώτημα που προκύπτει λίγες εβδομάδες μετά, είναι κατά πόσο ο «Τραμπισμός» διαθέτει τα απαραίτητα εχέγγυα επιβίωσης;

Στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, οι ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιλαμβάνονταν την τεράστια μεταμορφωτική σημασία των εκλογών. Το ζήτημα ήταν διττό: α) η γεφύρωση ενός χάσματος όπως διαμορφώθηκε αυτό από το 2016 μεταξύ των δύο πλευρών, και β) οι πιθανές επιπτώσεις μίας δεύτερης νίκης του Τραμπ στη Γηραιά Ήπειρο. Παρόλο που στο δεύτερο δεν θα χρειαστεί να δοθεί απάντηση, η πολυπλοκότητα που ακολουθεί τον απόηχο των εκλογών, μπορεί να αποβεί καθοριστική στους μελλοντικούς δημοκρατικούς μηχανισμούς της Ευρώπης.

Αποτελεί γεγονός ότι το 2016 ο Τραμπ μπόρεσε να πατήσει σε πρόσφορο έδαφος, εφαρμόζοντας διαιρετική πολιτική από τη θέση της προεδρίας των ΗΠΑ. Επιλέγοντας προσεκτικά νέους συμμάχους, κατάφερε να αντισταθμιστεί από τις προηγούμενες πολιτικές, θέτοντας πρωτοφανή θεμέλιά αντιευρωπαϊσμού απέναντι στη Γερμανία.

Αφενός, η οποιαδήποτε ταύτιση μεταξύ Ευρωπαϊκού και Αμερικάνικου λαϊκισμού είναι παράδειγμα προς αποφυγή στο πεδίο των Πολιτικών Επιστημών. Αφετέρου όμως η επιρροή του Τραμπ σε δεξιά και ακροδεξιά κινήματα αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας αναλυτών και ακαδημαϊκών, που υποστηρίζουν ότι έχει προκαλέσει μετασχηματισμούς στην κεντρική δομή της ΕΕ. Εμμέσως πλην σαφώς, κράτη-μέλη όπως η Ουγγαρία, Πολωνία και Σλοβενία εμπνεύστηκαν από τις απολυταρχικές τάσεις του Τραμπ – αμφισβητώντας πολιτικές της ΕΕ, και προκαλώντας διπλωματικούς μετασεισμούς σε επίπεδο σχέσεων και ισορροπιών.

Ο Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπάν, που αποτέλεσε έναν από τους πλέον στενότερους συμμάχους του Τραμπ, εμφανίζεται πιο δημοφιλής και ισχυρός από ποτέ, ακολουθώντας ξέφρενη πορεία προς τα δεξιά. Οι τριγμοί στις σχέσεις ΕΕ και Ουγγαρίας δεν έχουν κορυφωθεί ακόμα, ενώ η χώρα ήδη απειλεί με βέτο το Ευρωπαϊκό οικονομικό πακέτο στήριξης κατά της πανδημίας. 

Αντίστοιχα, ο Νάιτζελ Φάρατζ, ένας από τους αρχιτέκτονες του οικοδομήματος του «Μπρέξιτ» στην Αγγλία, πραγματοποίησε εμφάνιση-έκπληξη σε διάφορες ομιλίες του Τραμπ τον Οκτώβριο – τονίζοντας τη στήριξη της Ευρωπαϊκής (άκρας) δεξιάς στις πολιτικές των Ρεπουμπλικανών. Αυτή η κίνηση, συμπίπτει (και πάλι) με τη δημιουργία νέου κόμματος του Φάρατζ, που έχει ως σκοπό την είσοδο στη μετά-«Μπρέξιτ» εποχή. Συμπωματικά, έχει ταχθεί και κατά των μέτρων για τη πανδημία.

Αντιστοίχως, η γενικότερη αμφισβήτηση κατά της ΕΕ από αντιπολιτευτικές δυνάμεις της Γαλλίας και Ιταλίας, αναμένεται να κορυφωθεί στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις του 2022. Άλλωστε, δεν έχει περάσει αρκετός καιρός από τις ημέρες που οι Μαρίν Λε Πεν και Ματέο Σαλβίνι εμφανίζονταν δημοσίως σε εκδηλώσεις με το δεξί χέρι του Τραμπ, Στηβ Μπάνον, που μπόρεσε να αναγνωρίσει τις δυναμικές και δυνατότητες ανάπτυξης του ρεύματος στην Ευρώπη. Ο αυτοκαθορισμός του Μπάνον σε ενωτικό ρόλο ήταν στρατηγική κίνηση, ενώ η ώθηση του «Τραμπισμού» απέδωσε καρπούς.

Στο πρόσωπο του Τραμπ, Ευρωπαίοι πολιτικοί αρχηγοί είδαν τον «εναλλακτικό» ηγέτη που πολεμάει(;) τις ελίτ. Όχι μόνο εμπνεύστηκαν, αλλά τα τελευταία χρόνια συγκρότησαν ισχυρές διακρατικές Ευρωσκεπτικιστικές συμμαχίες για την αποτελεσματικότερη αμφισβήτηση των θεσμών της ΕΕ. Ο «Τραμπισμός» μετουσιώθηκε σε δυσοίωνη μορφή μπροστά στα δαιδαλώδη προβλήματα, που αντιμετώπιζε η ΕΕ από το 2016. Ο κύκλος του λοιπόν έχει κλείσει;

Η πτώση του Τραμπ δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε ήττα του «Τραμπισμού». Το ρεύμα, που απολαμβάνει τη στήριξη περίπου 73 εκατομμυρίων Αμερικάνων, θα αναζητήσει νέο ισχυρό πρόσωπο για τη μελλοντική εκπροσώπηση του. Η ηλικία του Τραμπ είναι ανασταλτικός παράγοντας για πιθανά πλάνα υποψηφιότητας το 2024, όμως στο ενδιάμεσο η διαδοχή αναμένεται να εξελιχθεί σε ενωτική αποστολή των Ρεπουμπλικάνων – με τον τηλεαστέρα του FOX, Τάκερ Κάρλσον, να φημολογείται ως ιδανικός υποψήφιος.

Οι τριγμοί από όλες εκείνες τις φωνές, που υποστηρίζουν χωρίς αποδείξεις ότι υπήρξε νοθεία, θα αμφισβητήσουν την προεδρία Μπάιντεν από την πρώτη στιγμή μετά την ορκωμοσία του Ιανουαρίου. Επάνω σε αυτές τις βάσεις, σύσσωμο το ρεύμα του «Τραμπισμού» θα εξακολουθεί να ασκεί πίεση στους Δημοκρατικούς, αφομοιώνοντας την κληρονομία που αφήνει στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. 

Έτσι, η ΕΕ παραμένει σε επισφαλή θέση, ελπίζοντας όμως ότι η τετραετία Μπάιντεν θα συσφίξει τις σχέσεις τους και θα περιορίσει το ρεύμα του «Τραμπισμού». Άραγε, θα βρεθούν μιμητές και στην Ευρώπη, κάνοντας ανάλογες επικλήσεις και προκαλώντας εμφυλιοπολεμικά σκηνικά απέναντι σε δημοκρατικούς θεσμούς; Εάν η επιρροή του Τραμπ επιβιώσει, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός όχι μόνο σε Ευρωπαϊκό, αλλά και παγκόσμιο επίπεδο. 

 

*Ο Γιώργος Σαμαράς είναι υπότροφος διδακτορικός ερευνητής στο τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών του King’s College του Λονδίνου, και διδάσκων στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του UCL.