ΚΟΣΜΟΣ

Μία προδιαγεγραμμένη δίκη

Ο Ντόναλντ Τραμπ, λίγες ημέρες πριν ξεκινήσει η διαδικασία, επηρεάζει και διχάζει τους Ρεπουμπλικανούς

Μία προδιαγεγραμμένη δίκη

O τέως πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παραμένει μια υπολογίσιμη δύναμη στους κόλπους των Ρεπουμπλικανών (GOP) και εξακολουθεί να διχάζει το κόμμα, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο. Το επόμενο δίλημμα για το GOP είναι η στάση στη δίκη του, που μεταφέρεται στη Γερουσία σε μια εβδομάδα. 

Ο Τραμπ έχει εξασφαλίσει νέες ευκαιρίες για να διευρύνει τα κομματικά του ερείσματα, καθώς μια κρίσιμη έδρα στη Γερουσία στην πολιτεία του Οχάιο αναμένεται να αποτελέσει σύντομα αντικείμενο διεκδίκησης, μία από τις στενότερες συνεργάτιδές του, η Σάρα Σάντερς, εκπρόσωπος Τύπου του, ανακοίνωσε ότι θα θέσει υποψηφιότητα για κυβερνήτης της Αλάσκα, ενώ οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν αύξηση της επιρροής του. 

Η αιφνίδια εξαγγελία του Ρομπ Πόρτμαν, γερουσιαστή του Οχάιο, ότι δεν θα επιχειρήσει να επανεκλεγεί για τρίτη φορά, προκάλεσε μαζικό ενδιαφέρον επίδοξων διαδόχων του. Σύμφωνα με τους New York Times, μέσα σε λίγες μόνο ώρες τουλάχιστον πέντε υποψήφιοι είχαν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους για τον θώκο. Το γεγονός ότι ο Τραμπ κατάφερε στις εκλογές του Νοεμβρίου να διατηρήσει τον έλεγχο του Οχάιο δημιουργεί την αίσθηση ότι ένας υποψήφιος με ιδεολογικές συγγένειες με τον Τραμπ θα μπορούσε να κερδίσει την έδρα στην πολιτεία. 

Παράλληλα, η δημοτικότητά του στους κόλπους του κόμματος ανακάμπτει σημαντικά μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο, με τους μισούς Ρεπουμπλικανούς να θεωρούν ότι ο Τραμπ πρέπει να συνεχίσει να παίζει σοβαρό ρόλο στο GOP, 9% παραπάνω σε σχέση με την περίοδο αμέσως μετά τα επεισόδια. Συνειδητοποιώντας τις τελευταίες αυτές τάσεις, ο τέως πρόεδρος φέρεται ότι εγκαταλείπει την ιδέα να συγκροτήσει ένα τρίτο κόμμα, το Πατριωτικό, όπως φημολογείτο μέχρι πρότινος. 

Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται τουλάχιστον 17 ψήφους Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία για να τον καταδικάσουν. Αν και αυτή τη στιγμή μια τόσο μαζική ανταρσία μοιάζει μάλλον απίθανη, πολλά θα κριθούν από τη στάση του ηγέτη της μειοψηφίας, Μιτς Μακόνελ, ο οποίος δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να ταχθεί υπέρ της καταδίκης. Μόλις αυτή την εβδομάδα δήλωσε ότι θα περιμένει «να ακούσει τα στοιχεία». Αν και μετά τα γεγονότα στην Ουάσιγκτον, δύο εβδομάδες πριν από την εκπνοή της προεδρίας Τραμπ, ο Μακόνελ φάνηκε να παίρνει αποστάσεις από τον πρόεδρο, τον οποίο όχι μόνο ανέχθηκε αλλά στήριξε σθεναρά καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, ο γερουσιαστής ανακάμπτει στην προηγούμενη γραμμή: αυτήν της Ρεαλπολιτίκ, μιας δύσκολης συμβίωσης με έναν πολιτικό – ξένο σώμα στο κόμμα, ο οποίος όμως εξακολουθεί να έχει μεγάλη απήχηση σε μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων του. 

Tην ίδια στιγμή, πάντως, ο Τραμπ προσπαθεί να συγκροτήσει μια σοβαρή νομική ομάδα, ενώ πολλές εταιρείες εγείρουν ζήτημα πληρωμής και άλλοι δικηγόροι δεν θέλουν να συνδέσουν το όνομά τους με τη φονική εισβολή στο Καπιτώλιο. Στους συνηγόρους του δεν θα περιλαμβάνεται ο Ρούντολφ Τζουλιάνι, ο οποίος είχε αναλάβει την εκστρατεία αμφισβήτησης του αποτελέσματος της αναμέτρησης του Νοεμβρίου. Αυτή την εβδομάδα η Dominion Voting Systems, που είχε αναλάβει το τεχνικό μέρος της καταμέτρησης των ψήφων, κατέθεσε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση εις βάρος του, διεκδικώντας από τον Τζουλιάνι 1,3 δισ. δολάρια αποζημίωση. 

Η εικόνα είναι πολύ διαφορετική από την πρώτη παραπομπή του Τραμπ. Τότε, μια σειρά από αστέρες της δικηγορίας, από τον Κένεθ Σταρ, επικεφαλής ανακριτή στην υπόθεση εις βάρος του Μπιλ Κλίντον που οδήγησε τελικά στην παραπομπή του, μέχρι τον Αλαν Ντέρσοβιτς, συνήγορο του παίκτη του φούτμπολ και διαβόητου συζυγοκτόνου, ο οποίος αθωώθηκε, Ο. Τζ. Σίμπσον, έσπευσαν για να υπερασπιστούν τον πρώην πρόεδρο.

Ο αντίλογος 

Παρόλο που αυτή τη στιγμή το αποτέλεσμα της δίκης φαντάζει δεδομένο, οι ηγέτες των Δημοκρατικών επιμένουν ότι πρέπει να προχωρήσει με τις προφορικές αγορεύσεις στις 9 Φεβρουαρίου, όπως έχει καθοριστεί. Δεν λείπουν ωστόσο οι φωνές εκείνων που κάνουν λόγο για σπατάλη χρόνου, πόρων και νομοθετικής ενέργειας σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία απαιτείται ταχεία κυβερνητική δράση για τον εμβολιασμό και την αντιμετώπιση του κόστους της πανδημίας, σε ανθρώπινο και οικονομικό επίπεδο. Τέλος, όσοι ήλπιζαν ότι ο Τραμπ, σε περίπτωση καταδίκης, θα έχανε τα προνόμιά του, διαψεύδονται από νομικούς κύκλους. 

Εκτός από έναν χώρο γραφείου «που αρμόζει στο αξίωμα», προσωπική ασφάλεια και 100.000 δολάρια ετησίως για την κάλυψη του κόστους του προσωπικού του, η σύνταξή του αυτή τη στιγμή ανέρχεται σε 220.000 δολάρια ανά έτος. Συνολικά, η ετήσια αξία αυτών των προνομίων που εκχωρούνται ισοβίως αναμένεται να υπερβεί το ένα εκατ. δολάρια, χάρη στη θεσμοθέτηση ενός νομοσχεδίου του 1958 που είχε στόχο να ξελασπώσει τον Χάρι Τρούμαν από παλαιότερα χρέη του, όταν ολοκλήρωσε τη θητεία του το 1953.

Οι συσχετισμοί

Η Γερουσία μπορεί να απέρριψε την προσπάθεια του Ρεπουμπλικανού Ραντ Πολ να κριθεί αντισυνταγματική η δίκη για καθαίρεση ενός πρώην προέδρου, αλλά η ψηφοφορία αποτελεί προοίμιο για τον τρόπο που τοποθετούνται οι Ρεπουμπλικανοί απέναντι στη δίκη αυτή καθεαυτήν. Από τους 50 γερουσιαστές του κόμματος, μόνο οι πέντε άλλαξαν στρατόπεδο και υπεραμύνθηκαν της συνταγματικότητας της διαδικασίας. Αυτό σημαίνει ότι δύσκολα οι Δημοκρατικοί θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν τις 17 ψήφους που χρειάζονται για την καταδίκη Τραμπ. Κατά τον Πολ, η έκβαση της ψηφοφορίας δείχνει πως η δίκη έχει κριθεί προτού ξεκινήσει. Οι πέντε αποσκιρτήσαντες από τους Ρεπουμπλικανούς ήταν οι συνήθεις ύποπτοι: ο Μιτ Ρόμνεϊ της Γιούτα, ο Μπεν Σας από τη Νεμπράσκα, ο Πατ Τούμεϊ από την Πενσιλβάνια και οι δύο γυναίκες που συστηματικά αμφισβήτησαν τον τέως πρόεδρο και στο παρελθόν, η Λίζα Μουρκόφσκι της Αλάσκα και η Σούζαν Κόλινς από το Μέιν. «Κάντε την πρόσθεση», παραδέχθηκε η τελευταία. «Πιστεύω πως είναι εξαιρετικά απίθανο να καταδικαστεί ο πρόεδρος». Πολιτικοί παρατηρητές επισημαίνουν πάντως ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο να αλλάξουν οι συσχετισμοί τη μεθεπόμενη εβδομάδα, όταν θα ξεκινήσει η διαδικασία στη Γερουσία.