ΚΟΣΜΟΣ

«Ο Τραμπ ενέπνευσε την εξτρεμιστική Ακροδεξιά»

Ο ειδικός σε θέματα τρομοκρατίας Τζέισον Μπλαζάκης μιλάει στην «Κ» για την εγχώρια απειλή στις ΗΠΑ.

«Ο Τραμπ ενέπνευσε την εξτρεμιστική Ακροδεξιά»

Επί μία δεκαετία ο Τζέισον Μπλαζάκης ήταν επικεφαλής της υπηρεσίας στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών η οποία ανακήρυσσε ισλαμιστικές ομάδες ως τρομοκρατικές οργανώσεις και αναζητούσε σε επίπεδο κρατών και ατόμων συνεργούς τους και χρηματοδότες για την επιβολή κυρώσεων. Τα τελευταία δύο χρόνια, όμως, έχει στρέψει την προσοχή του σε μια διαρκώς κλιμακούμενη σε βιαιότητα εγχώρια απειλή για τις ΗΠΑ: την εξτρεμιστική Ακροδεξιά.

Τουλάχιστον από το 2018, μέσα από την αρθρογραφία του και τις τηλεοπτικές εμφανίσεις του, κατακρίνει τον τέως Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για τον διχαστικό του λόγο και τάσσεται υπέρ νομοθετικών αλλαγών που θα αναγνωρίσουν τον κίνδυνο της εγχώριας τρομοκρατίας. Περίμενε ότι το τοξικό κλίμα που είχε καλλιεργηθεί εδώ και καιρό θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιας μορφής βία, όχι όμως και σε εισβολή στο Καπιτώλιο, όπως συνέβη στα επεισόδια της 6ης Ιανουαρίου. «Η αμερικανική κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε λάβει πιο σοβαρά υπόψη της την απειλή αυτών των εξτρεμιστών», λέει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο κ. Μπλαζάκης, καθηγητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Σπουδών Middlebury με ειδίκευση σε θέματα τρομοκρατίας και Senior Research Fellow στο Soufan Center. 

«Οι ομάδες σαλαφιστών τζιχαντιστών όπως το ISIS και η Αλ Κάιντα παραμένουν η πιο σοβαρή απειλή κατά αμερικανικών πρεσβειών ή κυβερνητικών υπαλλήλων στο εξωτερικό. Η βασική απειλή, όμως, που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ στο έδαφός τους είναι οι βίαιοι ακροδεξιοί», επισημαίνει. «Η αποτελεσματική χρήση του Διαδικτύου και ειδικά η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και εφαρμογών κρυπτογράφησης για τη συγκέντρωση εσόδων, τη στρατολόγηση νέων μελών και τη διακίνηση της προπαγάνδας είναι βασικό στοιχείο ομοιότητας μεταξύ των τζιχαντιστών και των ακροδεξιών ομάδων. Ενδεικτικά το ISIS στο απόγειό του χρησιμοποίησε το Twitter, το Facebook και το YouTube για να προσελκύσει νέα μέλη και κεφάλαια. Η αμερικανική ριζοσπαστική Δεξιά αντέγραψε μεθόδους που είχε εφαρμόσει επιτυχώς το Ισλαμικό Κράτος».

Ο ελληνικής καταγωγής καθηγητής αναγνωρίζει ότι η παραπληροφόρηση και η εσκεμμένη διασπορά ψευδών ειδήσεων και θεωριών συνωμοσίας ήταν βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στα γεγονότα του Καπιτωλίου, τονίζει όμως και τον καταλυτικό ρόλο του Τραμπ. «Η ρητορική του ενέπνευσε πολλά μέλη της ριζοσπαστικής Δεξιάς. Η λανθασμένη επιλογή λέξεων εκ μέρους του λειτούργησε σαν κραυγή κινητοποίησης ενός ιστορικά κατακερματισμένου ακροδεξιού κινήματος στις ΗΠΑ. Για να το θέσω απλά, τους ένωσε. Επιπλέον, η απόφαση της διοίκησης Τραμπ να αναγνωρίσει τον ακροδεξιό κίνδυνο μόνον όταν ήταν πολύ αργά, όξυνε τις καταστάσεις. Μόλις στα τέλη του φθινοπώρου το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας εκτίμησε πως η απειλή της εξτρεμιστικής Ακροδεξιάς είναι από τις πιο σοβαρές που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ», λέει.

Από τις αναλύσεις των βίντεο στα επεισόδια του Καπιτωλίου προκύπτει ότι ανάμεσα στον όχλο δεν βρίσκονταν απλώς και μόνο συνωμοσιολόγοι του κινήματος QAnon (οι οποίοι μεταξύ άλλων είναι πεπεισμένοι πως ο Τραμπ κέρδισε τις εκλογές), αλλά και υποστηρικτές ρατσιστικών παραστρατιωτικών ομάδων.

Ο κ. Μπλαζάκης μιλάει για ντοκουμέντα, που δείχνουν ότι στους εισβολείς υπήρχαν εν ενεργεία και εν αποστρατεία μέλη της εθνοφρουράς και του στρατού. Λέει ότι μέλη των σωμάτων ασφαλείας ανά τη χώρα ανήκουν σε ακροδεξιές οργανώσεις όπως οι «Oath Keepers» και οι «Three Percenters». Παράλληλα, όμως, τονίζει ότι η πλειονότητα του προσωπικού στα σώματα ασφαλείας και στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δεν σχετίζεται με αυτές τις ομάδες.

Οπως υπογραμμίζει, από το 2008 έως και το 2018, κατά τη θητεία του στο υπουργείο Εξωτερικών, κανένας ανώτερος αξιωματούχος τόσο επί διοικήσεως Δημοκρατικών όσο και Ρεπουμπλικανών δεν ενδιαφέρθηκε για το ζήτημα της άκρας Δεξιάς. Πρωταρχικός στόχος ήταν κυρίως το ISIS και η Αλ Κάιντα. Μία από τις θέσεις που έχει υποστηρίξει δημοσίως ο κ. Μπλαζάκης είναι να ανακηρυχθούν από τις ΗΠΑ ως τρομοκρατικές οργανώσεις ακροδεξιές ομάδες σε άλλα κράτη οι οποίες μπορεί να έχουν επαφές και ανταλλαγή τεχνογνωσίας με Αμερικανούς ομοϊδεάτες τους. Αυτή η εξέλιξη θα διευκόλυνε τις έρευνες των αμερικανικών αρχών και εντός των συνόρων, καθώς θα μπορούσαν έπειτα με μεγαλύτερη ευελιξία να συλλέξουν πληροφορίες για τη δική τους ακροδεξιά σκηνή.

Επιπλέον, όπως αναφέρει ο κ. Μπλαζάκης στην «Κ», μερικές ακόμη απλές κινήσεις θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Μία από αυτές τις λύσεις θα ήταν να ανατεθούν σε πράκτορες του FBI αποκλειστικά υποθέσεις εγχώριας τρομοκρατίας. «Κυρίως είναι ζήτημα αλλαγής προτεραιοτήτων και αναδιανομής πόρων», τονίζει.

Την περασμένη Τετάρτη, το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ δήλωσε ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένη απειλή εγχώριας τρομοκρατίας. Ο κ. Μπλαζάκης θεωρεί ότι επί προεδρίας Μπάιντεν θα αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα αυτό το κρίσιμο ζήτημα.

Στα βουνά της Κρήτης

Ο Τζέισον Μπλαζάκης γεννήθηκε στις ΗΠΑ, οι ελληνικές του ρίζες όμως παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο παππούς του, Μιχάλης Μπλαζάκης, κατάγεται από την Κρήτη και η γιαγιά του, Σοφία, από τη Θεσσαλονίκη. Μεγαλώνοντας άκουγε από τη γιαγιά του ιστορίες για ένα συγγενή από τη μεριά του πατέρα του, ο οποίος είχε πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά τον ελληνικό εμφύλιο κατέφυγε στα βουνά.

o-tramp-enepneyse-tin-extremistiki-akrodexia0
Δημοσίευμα της «Καθημερινής» το 1975 για τον Σπύρο Μπλαζάκη.

Αναμοχλεύοντας το παρελθόν, θεωρεί ότι αυτός ο άντρας ήταν ο Σπύρος Μπλαζάκης, κομμουνιστής και στέλεχος του ΕΛΑΣ, ο οποίος μαζί με τον Γιώργη Τζομπανάκη έδρασε στην περιοχή του Αποκορώνου και των Λευκών Ορέων. Οι δυο τους είχαν παραμείνει στην παρανομία, κρυμμένοι επί τρεις δεκαετίες στα όρη της Κρήτης, μέχρι να αμνηστευτούν το 1975. Εκείνη τη χρονιά, η «Κ» περιέγραφε σε δημοσίευμά της την κάθοδο των δύο ανταρτών προς τα χωριά τους: «Σ’ έναν αγροτικό δρόμο λίγο έξω από τον Θέρισσο, σε μια γκριζοπράσινη πλαγιά κατηφόρισαν οι δύο άνδρες. (…) Ο Μπλαζάκης πριν καλά καλά φανούν στη δημοσιά, έβγαλε από τον κόρφο του ένα χαρτί και άρχισε να διαβάζει μια αναφορά στους νεκρούς συντρόφους του που άφησαν τα κόκαλά τους στα Λευκά Ορη».